ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ

ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ

Συγγραφέας: ΣΜΙΤ ΕΡΙΚ-ΕΜΑΝΟΥΕΛ
Μετάφραση: ΣΟΦΙΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόθηκε: 01/10/2009
ISBN: 978-960-8397-30
Σελίδες: 216

€14.31 €15.90

  Στο καλαθι βιβλια

«Εκείνη την ημέρα, στον ξεθωριασμένο καθρέφτη των μουχλιασμένων νιπτήρων ανακάλυψα ένα ανιαρό πρόσωπο σʼ ένα ανιαρό κορμί, ένα παρουσιαστικό τόσο αδιάφορο, χωρίς τίποτε το αξιοπρόσεκτο, χωρίς καθόλου χαρακτήρα, που ώς κι εγώ ο ίδιος, επιτόπου, ένιωσα πλήξη. Το αίσθημα της μετριότητάς μου με κυρίευσε σαν αποκάλυψη.» Απελπισμένος από την ταπεινή του εμφάνιση και την αφάνεια στην οποία πιστεύει πως είναι καταδικασμένος, ένας νεαρός άντρας αποφασίζει να πηδήξει σʼ έναν γκρεμό, όταν εμφανίζεται πίσω του ο διάσημος εκκεντρικός εκατομμυριούχος καλλιτέχνης Ζευς-Πέτερ Λάμα, που του κάνει μία πρόταση: να τον μετατρέψει σε ένα διεθνούς φήμης έργο τέχνης πλάθοντάς τον εκ νέου, σαν ένα ανθρώπινο άγαλμα ανώτερο οποιουδήποτε άλλου. Το μόνο που θα πρέπει να ξεχάσει διά παντός, είναι η ανθρώπινη υπόστασή του. Ο νεαρός, σίγουρος πως δεν έχει πια τίποτα να χάσει, δέχεται. Ο Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ, ως «εικαστικός λογοτέχνης» και παιδί της φιλοσο-φικής αναζήτησης, αναρωτιέται για τη θέση του «ωραίου» και της «τέχνης» στη σημερινή κοινωνία, στήνοντας μια θαυμαστή σάτιρα-κριτική της σύγχρο-νης πιεστικής και απάνθρωπης ζωής. Ανησυχητικό όσο και ελκυστικό, το Όταν ήμουν έργο τέχνης αναμειγνύει αντικρουόμενα συναισθήματα που βάζουν σε δοκιμασία τις έννοιες του «πολιτικώς ορθού» και των «αγνών προθέσεων» των καλλιτεχνών και των φιλότεχνων οπαδών τους.

Οι αυτοκτονίες μου; Όλες αποτυχία. Για να είμαι ακριβής, πάντα σε όλα αποτύγχανα: τόσο στη ζωή όσο και στις αυτοκτονίες μου. Το σκληρό στην περίπτωσή μου είναι πως το συνειδητοποιώ. Είμαστε χιλιάδες άνθρωποι στη γη που τους λείπει η δύναμη, το πνεύμα, η ομορφιά ή η τύχη, εκείνο όμως που διαμορφώνει τη δυστυχή ιδιαιτερότητά μου είναι το γεγονός ότι έχω συναίσθηση. Κανένα χάρισμα δεν μου έδωσε η φύση, εκτός από την πνευματική διαύγεια. Εντάξει να αποτύχω στη ζωή... αλλά και στις αυτοκτονίες μου; Ντρέπομαι για μένα. Ανίκανος να κάνω την είσοδό μου στη ζωή και ανάξιος να βρω την έξοδο, μου είμαι άχρηστος. δεν μου χρωστάω τίποτα. Καιρός να ζωντανέψω με λίγη βούληση το πεπρωμένο μου. Τη ζωή, την κληρονόμησα. το θάνατο, θα τον επιλέξω! Αυτά έλεγα λοιπόν εκείνο το πρωινό κοιτάζοντας την άβυσσο κάτω απʼ τα πόδια μου. Όσο μακριά κι αν έπεφτε το βλέμμα μου, παντού φαράγγια, χαράδρες, βραχώδεις αιχμές που έσφαζαν τους θάμνους και, πιο χαμηλά, ένα άφρισμα γιγάντιων νερών, μανιώδες και χαοτικό, σαν πρόκληση στην ακινησία. Αυτοκτονώντας, θα κέρδιζα λίγη αυτοεκτίμηση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η ζωή δεν μου είχε δώσει τίποτε: η σύλληψή μου, αμέλεια. η γέννησή μου, ξέβρασμα. Μεγάλωσα γενετικά προγραμματισμένος. Για να μην τα πολυλογώ, ανέχτηκα τον εαυτό μου. Ήμουν είκοσι χρόνων, κι ώς κι αυτά τα είκοσι χρόνια μου, τα είχα ανεχτεί. Τρεις φορές είχα προσπαθήσει να πάρω τον έλεγχο στα χέρια μου. και τις τρεις, με πρόδωσαν τα αντικείμενα: το σχοινί με το οποίο ευχόμουν να κρεμαστώ, έσπασε από το βάρος μου. τα υπνωτικά αποδείχτηκαν πλασέμπο, και το κάλυμμα ενός φορτηγού που πέρναγε εκείνη την ώρα από κάτω με υποδέχτηκε αναπαυτικά, παρά τα πέντε πατώματα της πτώσης μου. Εδώ, θα μπορούσα να απελευθερωθώ. η τέταρτη φορά, θα ήταν και η καλή. Ο απόκρημνος βράχος Παλόμπα Σολ ήτανε ξακουστός για τις αυτοκτονίες. Αιχμηρός, θεόρατος, προεξείχε εκατόν ενενήντα πέντε μέτρα από τα μανιασμένα κύματα και πρόσφερε στα κορμιά που έπεφταν τουλάχιστον τρεις σίγουρες ευκαιρίες για να μετατραπούν σε πτώματα: είτε τα σούβλιζαν οι πέτρινες προεξοχές, είτε τα έκαναν χίλια κομμάτια οι ξέρες, είτε τα αποτέλειωνε το σοκ της επαφής με το νερό — εγγύηση για ανώδυνο πνιγμό. Επί χιλιετίες, αποτυχία δεν υπήρξε. Είχα πάει, λοιπόν, όλος ελπίδα. Ρουφούσα τον αέρα, πριν εκτοξευτώ. Η αυτοκτονία είναι σαν το αλεξίπτωτο. Το πρώτο σάλτο παραμένει και το καλύτερο. Η επανάληψη αμβλύνει τις συγκινήσεις, η υποτροπή προκαλεί κορεσμό. Εκείνο το πρωινό, ούτε που φοβόμουν πια. Ο καιρός ήταν υπέροχος. Καθαρός ουρανός, άνεμος δυνατός. Το κενό με καλούσε σαν ορθάνοιχτη αγκαλιά. Παραμονεύοντας κάτω απʼ τα πόδια μου, η αφρισμένη θάλασσα ξερογλειφότανε και με περίμενε. Ναι. θα πηδούσα. Επέκρινα τον εαυτό μου για την τόση ηρεμία μου. Γιατί να συμπεριφέρομαι ως αηδιασμένος, αφού ετούτη η φορά θα ʼταν και η σωστή; Λίγο νεύρο! Λίγη ζωντάνια! Λίγη έξαψη! Λίγος τρόμος! Ας είναι τουλάχιστον συναίσθημα το τελευταίο μου συναίσθημα! Αλλά, τίποτα. Παρέμενα αδιάφορος και συνέχιζα να επικρίνω την αδιαφορία μου. Ύστερα, επέκρινα τον εαυτό μου που την επέκρινε. Στο κάτω κάτω, γιʼ αυτό ακριβώς δεν θα πέθαινα; Για να δώσω ένα τέλος σʼ αυτές τις επικρίσεις; Γιατί λοιπόν, τελευταία στιγμή, να προσδώσω αξία σʼ αυτή τη ζωή που άφηνα ακριβώς επειδή δεν άξιζε τίποτε; Θα πηδούσα. Χάριζα στον εαυτό μου κάποια δευτερόλεπτα για να δοκιμάσω να γευτώ την ευτυχία αυτής της βεβαιότητας: θα ξεμπέρδευα. Αναλογιζόμουν πόσο εύκολα ήταν όλα. πόσο χαριτωμένες κι απλές οι τελευταίες μου στιγμές. Σκέτος χορός. Σαν ελατήριο, θα έδινα μια μικρή ώθηση στις φτέρνες μου και... «Δώστε μου είκοσι τέσσερις ώρες!» Μία δυνατή αντρική φωνή με ωραία χροιά είχε μόλις βγει απʼ τον άνεμο. Στην αρχή, δεν πίστευα στʼ αφτιά μου. «Ναι. δώστε μου είκοσι τέσσερις ώρες. ούτε μία παραπάνω. Κατά τη γνώμη μου, θα φτάσουν.» Η φωνή με ανάγκασε να στραφώ για να βεβαιωθώ ότι έβγαινε πράγματι από άνθρωπο. Ο άντρας, λευκοντυμένος, καθόταν σταυροπόδι σʼ ένα πτυσσόμενο καρεκλάκι του γκολφ, με τα χέρια φορτωμένα δαχτυλίδια, ακουμπισμένα στη λαβή ενός μπαστουνιού από ελεφαντόδοντο και με κοιτούσε από την κορυφή έως τα νύχια, όπως λεπτολογούμε ένα αντικείμενο. «Προφανώς, θα χρειαστεί πολλή φαντασία εκ μέρους μου, αλλά αυτό... αυτό κι αν...» Ένα γελάκι αποτελείωσε τη σκέψη του, ένα γελάκι που ηχούσε με τη συχνότητα του λόξυγγα — κάτι σαν ξερόβηχας. Τα λεπτά μουστάκια του ανασηκώθηκαν αποκαλύπτοντας μια οδοντοστοιχία που άστραψε με χίλια χρώματα στον ήλιο. Άρχισα να τον πλησιάζω. Ανάμεσα στους κυνόδοντες και στους κοπτήρες ήταν τοποθετημένες πολύτιμες πέτρες. Όταν έφτασα στα δύο μέτρα, έπαψε να χαμογελά, λες και φοβόταν μην του τις κλέψω. Σταμάτησα. Η σκηνή έχανε το νόημά της. Δεν ήξερα πια γιατί τα είχα αφήσει όλα στη μέση, δεν είχα πιάσει καν το νόημα των λέξεων. είχα ενοχληθεί. Του το είπα απότομα: «Αφήστε με ήσυχο. Ετοιμάζομαι να αυτοκτονήσω.» «Ναι, ναι, το παρατήρησα... Σας πρότεινα, απλώς, να περιμένετε είκοσι τέσσερις ώρες.» «Όχι.» «Κι όμως, δεν είναι δα και σπουδαίο πράγμα είκοσι τέσσερις ώρες...» «Όχι.» «Τι είναι είκοσι τέσσερις ώρες, όταν έχεις ήδη καταστρέψει τη ζωή σου;» «Όχι, όχι και πάλι όχι!» Ούρλιαξα. τόσο πολύ με εξαγρίωνε. Σώπασε και απέστρεψε το πρόσωπο, σαν να είχε προσβληθεί από την αγριάδα του τόνου μου, λες κι εγώ ήμουν ο άδικος. Σκυθρώπιασε. Ανασήκωσα τους ώμους κι επέστρεψα στο χείλος του γκρεμού. Δε θα χαλούσα εγώ το θάνατό μου για έναν κρετίνο που είχε δέσει πολύτιμες πέτρες ανάμεσα στα δόντια του! Πήρα μια γερή ρουφηξιά αέρα για βρω ξανά την ηρεμία μου. Από κάτω, η θάλασσα μου φάνηκε πιο μακρινή, τα άγρια ξεσπάσματα του νερού πάνω στο βράχο πιο μανιώδη, οι ξέρες πιο αιχμηρές και οι βραχώδεις λεπίδες ακόμα περισσότερες. Ο άνεμος το γύριζε σε βογκητό — κάτι σαν θρήνος ηττημένου που μου ταλαιπωρούσε τʼ αφτιά. Κι αυτός; Ήταν ακόμη εκεί πέρα; Έλα! Δεν χρειαζόταν καν να ασχολούμαι. Εκπλήρωνα την πλέον σημαντική και αξιοπρεπή πράξη της ζωής μου. Τίποτε δεν έπρεπε να με αποσυντονίζει. Ναι, αλλά αυτός ήταν ακόμη εκεί πέρα; Έριξα πίσω μια ματιά: έπαιζε καλά το ρόλο εκείνου που δεν θέλει να ενοχλήσει, με το κεφάλι στραμμένο αλλού, καθιστός, εξαιρετικά κομψός, εξαιρετικά γαλήνιος, λες και παρακολουθούσε μια κυριακάτικη απογευματινή συναυλία στο κιόσκι του πάρκου Φλόριντα. Αποφάσισα να τον αγνοήσω και συγκεντρώθηκα ξανά στο άλμα μου. Διαισθάνθηκα, ωστόσο, ένα βάρος στον αυχένα μου. Ναι, με κοιτούσε. μόλις βεβαιωνόταν ότι βρισκόταν εκτός του οπτικού μου πεδίου, με κάρφωνε, ήμουνα σίγουρος, ένιωθα να καίγομαι, αλυσοδεμένος από τις μαύρες κόρες του που δεν με άφηναν στιγμή. Ούτε μόνος ήμουν πια, ούτε ήσυχος. Στριφογύριζα, εξαγριωμένος. «Αυτοκτονώ, δεν γίνομαι θέαμα!» «Παρατηρούσα τα πουλιά.» «Όχι δα. Μόλις γυρίσω την πλάτη, νιώθω τα μάτια σας.» «Ιδέα σας.» «Φύγετε.» «Γιατί;» «Απίστευτο! Άλλη δουλειά δεν έχετε;» Συμβουλεύτηκε νωχελικά το ρολόι του. «Όχι. γευματίζω σε δυο ώρες.» «Αδειάστε μου τη γωνιά!» «Ο βράχος ανήκει σε όλους.» «Δρόμο, ή σας σπάω τα μούτρα!» «Κάτι μπερδεύετε: στην περίπτωσή σας, ο δολοφόνος είναι και θύμα.» «Δεν μπορώ να πεθάνω κάτω από τέτοιες συνθήκες!» Η αδιαφορία που ένιωθα λίγες στιγμές νωρίτερα, ήτανε πια πολύ μακριά. είχε πετάξει στʼ ανοιχτά μαζί με τους γλάρους και μάλλον θα το διασκέδαζε, πάνω απʼ τους υφάλους, ακίνητη, αφήνοντας τον άνεμο να την πηγαίνει. «Θέλω να είμαι μόνος. θέλω αυτή η στιγμή να ανήκει μονάχα σʼ εμένα. θέλω να είμαι ήσυχος. Πώς μπορείτε να παραμένετε πλάι σʼ έναν άνθρωπο που θα κομματιαστεί πάνω στα βράχια;» «Με παθιάζει.» Και πρόσθεσε με γλυκύτατη φωνή: «Έρχομαι συχνά εδώ.» Οι κόρες των ματιών του θάμπωσαν ελαφρά, μνήμες περνούσαν στον ουρανό της ίριδάς του. «Έχω δει πολλούς άντρες και γυναίκες νʼ αυτοκτονούν, και ποτέ δεν μπλέχτηκα στα πόδια τους. Όμως, εσάς...» «Εμένα, τι;» «Θέλω πάρα πολύ να σας συγκρατήσω. Έχω συναίσθηση ότι διακόπτω ένα σχέδιο, ότι σας ενοχλώ. Κι όμως —κι αυτό είναι το παράδοξο—, εγώ που δεν δίνω καμία σημασία στους συνανθρώπους μου, δεν επιθυμώ να δώσετε τέλος στη ζωή σας.» «Γιατί;» «Γιατί σας καταλαβαίνω απολύτως. Αν ήμουν στη θέση σας, θα πηδούσα. Αν είχα το παρουσιαστικό σας, ένα παρουσιαστικό τόσο... αποθαρρυντικό, θα πηδούσα. Αν ήμουν είκοσι χρόνων, σαν κι εσάς, δηλαδή είκοσι χρόνων χωρίς δροσιά, με την όψη ήδη φθαρμένη, θα πηδούσα. Τι ξέρετε να κάνετε; Έχετε κάποια κλίση; Κάποια μόρφωση;» «Όχι.» «Κάποια φιλοδοξία;» «Όχι.» «Τότε, πηδήξτε.» Ετοιμαζόμουν νʼ απαντήσω πως αυτός ήταν που με εμπόδιζε, όταν ένιωσα ότι ήταν καλύτερα να διακόψω αυτήν την κουβέντα. Περπάτησα με αποφασιστικό βήμα προς τον γκρεμό, και σταμάτησα, εξίσου αποφασιστικά, στο χείλος του. Οι σκέψεις μου συγκρατούσαν τα πόδια μου στο έδαφος. Από πού αντλούσε το δικαίωμα να με κρίνει ο άνθρωπος με τα δαχτυλίδια; Από πού κι ώς πού τολμούσε να με θεωρεί άξιο να γίνω κομμάτια; Από πού κι ώς πού μπορούσε να με διατάζει να πηδήξω; Στράφηκα προς το μέρος του και φώναξα: «Για μένα αυτοκτονώ, όχι για σας.» Σηκώθηκε, ξεδίπλωσε το ψηλόλιγνο κορμί του και ήρθε να σταθεί πλάι μου. Ο αέρας τον ταλάντευε μπρος-πίσω. «Είστε στʼ αλήθεια κυκλοθυμικός. Όταν σας προτείνω να μην πηδήξετε, εσείς θέλετε να πηδήξετε. Κι όταν σας προτείνω να πηδήξετε, δεν το θέλετε πια. Πρέπει πάντοτε να είστε πνεύμα αντιλογίας;» «Αυτό που κάνω, αφορά μόνον εμένα. Και αρνούμαι, απλώς, να αντιμετωπίσω το γεγονός ότι βρίσκεστε εδώ. Φύγετε.» «Έτσι κι αλλιώς, είναι πολύ αργά. δεν πρόκειται να πηδήξετε. Όποιος διστάζει πάνω από τέσσερα λεπτά, δεν πηδάει ποτέ. Αποδεδειγμένα. Κι εγώ, σας παρατηρώ εδώ και οκτώ λεπτά.» Χαμογέλασε, και ο ήλιος φώτισε ζωηρά τα πετράδια των δοντιών του. Στραβώθηκα κι ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα. Με κάρφωσε σοβαρός. «Σας ζητώ μονάχα είκοσι τέσσερις ώρες. Παραχωρήστε τες μου. Αν δεν κατορθώσω να σας πείσω να ζήσετε, ο σοφέρ μου θα σας φέρει εδώ αύριο, την ίδια ώρα, και θα αυτοκτονήσετε.» Έκανε μια κίνηση και διέκρινα στο δρόμο μια μεγάλη κρεμ λιμουζίνα, από την οποία βγήκε ένας οδηγός ντυμένος με μαύρα δερμάτινα ρούχα, που κάπνιζε ατενίζοντας τον ορίζοντα. «Είκοσι τέσσερις ώρες! Τι είναι είκοσι τέσσερις ώρες αν ξανακερδίσετε την επιθυμία της ζωής;» Δεν τον καταλάβαινα. Ούτε γλυκύτητα ούτε καλοσύνη έβγαιναν απʼ αυτόν τον άντρα, ο οποίος, παρόλα ταύτα, επιθυμούσε να με σώσει. Οι φιλάνθρωποι έχουν συνήθως ένα είδος ζήλου, κάποια ζωντάνια, στρογγυλές γραμμές, αγαθές και υγρές κόρες ματιών πάνω από καλοκάγαθα μάγουλα με ακμή, ένα φαιδρό κύρος που δεν έβρισκα σʼ αυτόν. Τον παρατηρούσα λοξά. Πάνω από τη λεπτή, γερακίσια μύτη του, προφυλαγμένα κάτω από θαμνώδη, καπνισμένα φρύδια, δέσποζαν τα σκοτεινά του μάτια. Περιχαρακωμένα στις καμάρες τους για να παραφυλάνε δίχως να φαίνονται, ήταν σαν να ελέγχανε τον κόσμο απʼ τη φωλιά ενός αετού. Την ώρα που εξέταζε τους κορμοράνους με ακρίβεια και σκληρότητα —όπως διαλέγει κανείς το θήραμά του—, ήτανε όμορφος αντικειμενικά, αλλά αυτή η ομορφιά δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο. Ήταν αυτοκρατορικός. Νιώθοντας ότι τον έτρωγα με το βλέμμα, γύρισε προς το μέρος μου και, σε μια προσπάθεια καλής θελήσεως, χαμογέλασε με δυσκολία. Τα χείλη του άφησαν να φανούν το ρουμπίνι, το σμαράγδι, το τοπάζι, το οπάλιο, το διαμάντια. εγώ τα κατονόμαζα νοερά. Τι ήταν, όμως, αυτή η κυανή λάμψη, εκεί, στον αριστερό κυνόδοντα; «Πείτε μου, η γαλάζια πέτρα σας είναι αζουρίτης;» Αναπήδησε κι έσφιξε το χαμόγελό του. Οι διεισδυτικές κόρες των ματιών του με ζύγιασαν με οίκτο. «Αζουρίτης; Μικρέ κρετίνε! Δεν είναι αζουρίτης, ζαφείρι είναι.» «Δεκτό.» «Παρακαλώ;» «Το αίτημά σας. Τις έχετε τις είκοσι τέσσερις ώρες μου.» Έτσι γνώρισα τον άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή μου και που, μες στην αφέλειά μου, για κάποιους μήνες θα αποκαλούσα Ευεργέτη μου.

ΣΜΙΤ ΕΡΙΚ-ΕΜΑΝΟΥΕΛ