SAN ISIDRO FUTBOL

SAN ISIDRO FUTBOL

Συγγραφέας: ΚΑΚΟΥΤΣΙ ΠΙΝΟ
Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-38-X
Σελίδες: 96

€6.68 €7.42

  Στο καλαθι βιβλια

Ο νεαρός ποδοσφαιριστής Κιντίνο, μετά από μια φλογερή νύχτα στην αγκαλιά της αγαπημένης του αδυνατεί να αποδώσει τα αναμενόμενα στο γήπεδο. Λαχανιασμένος, πέφτει πάνω στη γραμμή του πλάγιου άουτ και, άθελά του, εισπνέει την άσπρη σκόνη. Ανακτά τις δυνάμεις του και χαρίζει τη νίκη στην ομάδα του. Μα τι σκόνη ήταν αυτή; Ο Κακούτσι υπήρξε η τελευταία ανακάλυψη του Φελίνι.

Εδώ που τα λέμε, ο δον Καγιετάνο Αλταμιράνο δεν ήταν ακριβώς ο δήμαρχος του Σαν Ισίδρο. Βέβαια, όλοι τον θεωρούσαν την ανωτάτη αρχή σε μιαν ακτίνα δύο ωρών με τα πόδια, αλλά η Κυβέρνηση δεν μπορούσε να του αναγνωρίσει τον τίτλο του δημάρχου, για τον απλούστατο λόγο ότι το Σαν Ισίδρο δεν ήταν καν κοινότητα. Είκοσι δύο σπίτια από μαδέρια κι από λαμαρίνα δεν δικαιολογούσαν την παραμικρή μνεία στους ομοσπονδιακούς χάρτες, πόσο μάλλον στον γεωγραφικό χάρτη του στρατού της Αυτού Εξοχότητος δον Πορφίριο Δίας που ήταν κρεμασμένος στον τοίχο πίσω του. Όμως, μόλις έμαθε να διαβάζει και να γράφει τα δύο τρίτα τουλάχιστον των γραμμάτων της αλφαβήτας, ο δον Καγιετάνο δεν έχασε καιρό· πρόσθεσε με το μολύβι ένα κυκλάκι και το όνομα του χωριού του, με γράμματα λίγο πιο μικρά από το «Πόλη του Μεξικού» και λίγο πιο μεγάλα απ' το «Ακαπούλκο». Ένα άλλο, χρόνιο πρόβλημα ήταν και το να καθοριστεί σε ποιαν από τις τρεις Πολιτείες —τη Βερακρούς, την Πουέμπλα ή την Οαχάκα— ανήκε το Σαν Ισίδρο, δεδομένου ότι τα τρία σύνορα συναντιόνταν ακριβώς βόρεια του Σάντα Μαρία Τσιλτσότλα. Αυτό το ζήτημα είχε προκαλέσει δώδεκα μαραθώνιες συνεδριάσεις του Συμβουλίου, τέσσερις ψηφοφορίες —η μία από τις οποίες ακυρώθηκε λόγω υπερβολικής μέθης του Φουλχένσιο Μουρίγιο— και μια σολομώντεια απόφαση, σύμφωνα με την οποία το Σαν Ισίδρο θα υπαγόταν σ' οποίαν απ' τις τρεις Πολιτείες θ' ασφαλτόστρωνε πρώτη το δρόμο που συνέδεε το χωριό με το Σέρο Μοχάρα. Επειδή, όμως, τα εν λόγω είκοσι χιλιόμετρα είχαν μείνει έτσι όπως ήταν πάντα — δηλαδή, χωματόδρομος τους ξερούς μήνες και βούρκος την περίοδο των βροχών—, το Σαν Ισίδρο διατηρούσε την περήφανη ομοσπονδιακή του αυτοτέλεια. Αυτό, ωστόσο, δε σήμαινε κι ότι το χωριό στερούνταν ζωτικής σημασίας υπηρεσίες· ο ηλεκτρισμός, λ.χ., έφτανε στο Σαν Ισίδρο χάρη σ' ένα περίπλοκο και αριστοτεχνικότατο σύστημα καλωδίων κρεμασμένων στα δέντρα, που το εγκατέστησε ο Χουστίνο Πορτίγιο και το επιθεωρούσε επισταμένως κάθε Μάιο, οπότε και παρέμενε ξεμέθυστος επί τριάντα μία μέρες συναπτές, εξαιτίας ενός τάματος που είχε κάνει στην Παναγία του Γουαδαλούπε. Το ρεύμα κατέβαινε από έναν πυλώνα εγκατεστημένο σε μισή μέρα απόσταση, κι ο Χουστίνο Πορτίγιο ήταν ο μόνος που μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα σύρματα που κρέμονταν απ' την κορφή του. Δυστυχώς, όμως, η πρώτη απόπειρα σύνδεσης απέβη μοιραία για τη Μάρτα, την αχώριστη μούλα του, ενώ και, στις επόμενες απόπειρες, τρία σκυλιά και δυο πουλερικά είχαν γίνει κάρβουνο· στο τέλος, όμως, ο Χουστίνο, αλώβητος, κατάφερε να κερδίσει την αιώνια ευγνωμοσύνη των συγχωριανών του. Εξ άλλου, είχε αποκατασταθεί πλήρως και η οικογενειακή του γαλήνη, αφού η δόνια Αστόλφα, η συμβία του, ζήλευε ανέκαθεν τη μούλα, κατηγορώντας το σύζυγο της ότι πιο πολύ μιλούσε στο δύστυχο το ζωντανό παρά σ' εκείνην. Ο λόγος για τον οποίο ο δον Καγιετάνο θεωρούνταν πρώτος πολίτης του Σαν Ισίδρο, δεν είχε μόνο να κάνει με τη σεβάσμια ηλικία του, ως προς την οποία, άλλωστε, είχε χάσει τελείως το λογαριασμό μετά τα εβδομηκοστά του γενέθλια, αλλά και (κυρίως) στη δόξα που είχε κατακτήσει στα νιάτα του, όταν μπήκε στην πρωτεύουσα πίσω από τους έφιππους αντάρτες του Εουφέμιο Ζαπάτα, αδελφού του Εμιλιάνο. Από κείνη τη μακρινή εποχή διατηρούσε μια μονάκριβη δαγκεροτυπία, μονίμως τοποθετημένη πάνω στο τραπέζι από το οποίο προήδρευε των συνεδριάσεων του Συμβουλίου, κι όπου φαινόταν ένας νεαρός με πολύ μακριά, τσιγκελωτά μουστάκια και φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, τον οποίο ακόμα και τα παιδιά του Σαν Ισίδρο έβρισκαν φτυστό μ' αυτό που θα έπρεπε να είναι ο δον Καγιετάνο στα δεκαοκτώ του. Βέβαια, η δόνια Λους Ελένα, που τον είχε παντρευτεί όταν κι οι δυο τους δεν είχαν κλείσει καλά καλά τα δεκαπέντε, ήταν αδύνατον να μην ξέρει πως και βέβαια ο νεαρός Καγιετάνο Αλταμιράνο είχε πάει στην Πόλη του Μεξικού εκείνες τις ένδοξες μέρες, αλλά για να πουλήσει τέσσερα κλουβιά με παπαγαλάκια γονακαμάγια, που η ίδια του 'χε δώσει ένα χεράκι να τα πιάσει στη Σιέρα. Παρ' όλα αυτά, και δεδομένου ότι ο δον Καγιετάνο έκανε έξι ολόκληρους μήνες να επιστρέψει, ακόμα κι η δόνια Ελένα, με τον καιρό, κατέληξε να πειστεί κι η ίδια πως ο άντρας της είχε πάρει μέρος, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στην Επανάσταση. Χωρίς αμφιβολία, ο δον Καγιετάνο ήταν ένας άντρας δίκαιος και σοφός, με μεγάλη πείρα απ' τη ζωή, χάρη στην οποία και μόνο δικαιούνταν και με το παραπάνω το αξίωμα του δημάρχου, ανεξάρτητα απ' την αυθεντικότητα της δαγκεροτυπίας. Εκείνο το βράδυ, όπως κάθε Σάββατο, ο δον Καγιετάνο ήταν καθισμένος σε μια πολυθρονίτσα, καρφωμένη στο βάθρο, δώρο ενός πρώην χωριανού που δούλευε σ' ένα διαλυτήριο αυτοκινήτων, κι έσφιγγε στην πάντα στιβαρή γροθιά του το σφυράκι με το οποίο κατακύρωνε το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών. Η πρώτη απόφαση εκείνης της μέρας είχε ληφθεί ομόφωνα από τους πενήντα δύο ενήλικες κατοίκους του Σαν Ισίδρο (δηλαδή, αυτούς που η ηλικία τους κυμαινόταν μεταξύ δώδεκα και ενενήντα ετών) και αφορούσε στην έγκριση καταβολής ενός ποσού δέκα χιλιάδων πέσο στον ιδιοκτήτη της Pepsi Cola, δίκην αποζημιώσεως για τη χρήση είκοσι τεσσάρων φύλλων βαμμένης λαμαρίνας, διαστάσεων δύο μέτρα επί ενάμισι. Η ιστορία είχε ως εξής: ο Πακίτο Δελγάδο δούλευε σε μια μάντρα για λαμαρίνες, στο Τεουακάν, απ' όπου ερχόταν μια φορά το μήνα για να περάσει με την οικογένεια του τη νύχτα του Σαββάτου και το πρωινό της Κυριακής. Την προηγούμενη εβδομάδα, κατέφθασε κουβαλώντας κάτι φύλλα λαμαρίνας, διατεινόμενος ότι τα φύλλα αυτά ήταν ξεχασμένα σε μια γωνιά της αποθήκης κι ότι κανείς πια δεν τους έδινε σημασία. Ο Πακίτο, όμως, σκέφτηκε ότι αυτά τα φύλλα ήταν ό,τι έπρεπε για να φτιαχτεί η στέγη του σπιτιού του — μια δουλειά, με την οποία καταπιάστηκε με το που ξημέρωσε η Κυριακή. Καθώς του περίσσεψαν δυο φύλλα, τα δώρισε στο κοινοτικό γραφείο, προκειμένου να καλυφθεί ο τοίχος του βάθους, εκείνος στον οποίο ήταν κρεμασμένος ο γεωγραφικός χάρτης του 1919. Μερικοί νοικοκυραίοι, χωρίς να διατυπώσουν απερίφραστα την ακλόνητη προσωπική τους πεποίθηση ότι, απλούστατα, ο Πακίτο Δελγάδο τις είχε «βουτήξει» τις λαμαρίνες, εξέφρασαν κάποιες επιφυλάξεις ως προς το ενδεδειγμένο δημοσίας χρήσεως αυτών των φύλλων, τα οποία δεν είχαν καταχωριστεί στα κατάστιχα ως εισφορές στην κοινότητα. Εξ άλλου, δεν μπορούσε να εκδοθεί εντολή πληρωμής επ' ονόματι των ιδιοκτητών της μάντρας, γιατί αυτό θα έφερνε σε τρομερά λεπτή θέση τον συγχωριανό τους, Πακίτο Δελγάδο. Η παρέμβαση του δον Καγιετάνο υπήρξε καίρια και ακριβοδίκαιη: όπως ακριβώς μαρκάρουμε τα ζωντανά για ν' αναγνωρίζεται αμέσως ο ιδιοκτήτης τους, έτσι κι αυτά τα φύλλα της λαμαρίνας βροντοφώναζαν ότι ανήκαν στον σενιόρ Pepsi Cola ή τους νομίμους κληρονόμους του επειδή, όμως, τώρα πια είχαν χρησιμοποιηθεί για το κοινό καλό, αποφασίστηκε να αγοραστούν αντί της τιμής των δέκα χιλιάδων πέσο — ποσό το οποίο, εν πάση περιπτώσει, θα καταβαλλόταν από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, επί τη βάσει ενός νόμου που, δεν μπορεί, θα προέβλεπε αυτή την περίπτωση. Επιπλέον, ο δον Καγιετάνο είχε στην κατοχή του κι έναν Αστικό Κώδικα που τον συμβουλευόταν κάπου κάπου και που, παρά το γεγονός ότι ήταν έκδοση της Κυβέρνησης της Πολιτείας Ταμπάσκο, έκανε τη δουλειά του θαυμάσια. Αυτή τη φορά, όμως, αφού τον ξεφύλλισε για λίγα λεπτά, αποφάσισε να προστρέξει στη Βίβλο, επίσης παρούσα στη διάρκεια των συνεδριάσεων, και διάβασε ένα απόσπασμα που φάνηκε σε όλους απολύτως ταιριαστό στην περίπτωση. Όθεν, τη μέρα που θα καθοριζόταν σε ποια κυβέρνηση της Μεξικανικής Ομοσπονδίας ανήκε το Σαν Ισίδρο, ο σενιόρ Pepsi Cola θ' αποζημιωνόταν επί τη εμφανίσει των λογιστικών βιβλίων με τον εκκρεμή λογαριασμό. Το δεύτερο θέμα, αντίθετα, αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκο. Για να γίνει πλήρως κατανοητή η βαρύτητα του διλήμματος που χώριζε σε δυο στρατόπεδα την πατροπαράδοτη ενότητα των κατοίκων του Σαν Ισίδρο, αρκεί να εξηγήσουμε πως, έξι μήνες νωρίτερα, είχε αποφασιστεί, με μεγάλο ενθουσιασμό, η σύσταση μιας ποδοσφαιρικής ομάδας (όλοι, με κάποιες ελαφριές παραλλαγές στην προφορά, την αποκαλούσαν equipo de futbol), προκειμένου να συμμετάσχει σ' ένα τουρνουά ανάμεσα σ' όλα τα ράντσα της περιοχής. Πράγματι, ορισμένοι κτηνοτρόφοι διέθεταν τόσο αχανείς εκτάσεις, ώστε μπορούσαν να στεγάζουν, μέσα στα όρια του ράντσου τους, δεκάδες εργάτες, οι οποίοι, μαζί με τις οικογένειες τους, αποτελούσαν συνοικισμούς πολυπληθέστερους απ' αυτόν του Σαν Ισίδρο. Στην περίπτωση τους, βέβαια, δεν ήταν διόλου αναγκαίο ν' αναγορεύσουν κάποιον δήμαρχο, ούτε να συνεδριάζουν εν συμβουλίω, αφού το αφεντικό ήταν αυτό που έπαιρνε όλες τις αποφάσεις, ακόμα κι αυτές που αφορούσαν στη σύνθεση της ομάδας. Το αφεντικό, επίσης, προμήθευε τα φανελάκια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και τα παπούτσια, χώρια που αναλάμβανε κι όλα τα έξοδα μετακινήσεων από ράντσο σε ράντσο για τους αγώνες που διεξάγονταν κάθε Κυριακή πρωί. Στο Σαν Ισίδρο, τον πυρετό του futbol τους τον είχε κολλήσει ο Κιντίνο Πόλβορα, ένας νεαρός που δούλευε όλη τη βδομάδα σ' ένα ράντσο γύρω στις δυο ώρες με τ' άλογο ή τρεις με το ποδήλατο, ανάλογα με το για ποια εποχή μιλάμε· γιατί ο Κιντίνο, χάρη στο ποδοσφαιρικό του ταλέντο, είχε αποκτήσει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί έναν υπέροχο τετράχρονο ψαρή, που το αφεντικό του τον πήρε πίσω, αμέσως μόλις έγινε γνωστή η απόφαση του να μεταγραφεί στη νεοσύστατη ομάδα του Σαν Ισίδρο. Τότε, οι συγχωριανοί του έκαναν έρανο μεταξύ τους για την αγορά ενός μεταχειρισμένου ποδηλάτου, προκειμένου ο Κιντίνο να μη γυρίζει κάθε Σάββατο εξουθενωμένος, μετά από έξι ώρες πεζοπορία. Τώρα, λοιπόν, έμενε ν' αποφασιστεί αν, στον σημαντικό αγώνα της επομένης κατά της ομάδας του ράντσου La Pizpireta, ο Κιντίνο θα «κατέβαινε» ξανά ως τερματοφύλακας, ή αν μπορούσε να παίξει στη θέση του ματαδόρ— ένας όρος που, στην ποδοσφαιρική αργκό της Νοτιοανατολικής Σιέρα Μάδρε, υποδηλώνει ένα ρόλο με απεριόριστες εξουσίες. Στο σημείο αυτό, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί πως οι διεθνείς κανονισμοί του ποδοσφαίρου (σ' αυτή την επαρχία, τουλάχιστον) ερμηνεύονται κάπως αυθαίρετα. Είναι πολύ συνηθισμένο, λόγου χάρη, να βλέπεις και τους είκοσι παίκτες να τρέχουν όλοι μαζί προς το αντίθετο τέρμα απ' αυτό από το οποίο κλοτσήθηκε η μπάλα, κάτι που προκαλεί λυσσαλέα «μελέ», με συχνούς τραυματισμούς και κατάγματα. Κατά κανόνα, το καθήκον ενός ματαδόρ είναι ν' αποπειραθεί να κοντρολάρει την μπάλα για να τη στείλει προς το αντίπαλο τέρμα, ή, στην αντίθετη περίπτωση, να ριχτεί στην αντεπίθεση για να διασχίσει με σπασμωδική ταχύτητα όλο το γήπεδο, χωρίς ν' αφήσει να τον προλάβουν οι αντίπαλοι. Είναι περιττό να υπογραμμίσουμε πως η έννοια του οφ-σάιντ είναι εντελώς άγνωστη. Ο Κιντίνο ήταν εξαιρετικός τερματοφύλακας, αλλά μόνο και μόνο γιατί σ' αυτή τη θέση τον είχε βάλει το αφεντικό του ράντσου όταν έπαιζε στην ομάδα του. Στην πραγματικότητα, το σουλούπι του έδειχνε ότι ήταν γεννημένος για ματαδόρ: κοντούλης, κοκαλιάρης, όλο νεύρα και τένοντες, ήταν «μανούλα» στο να γλιστράει ανάμεσα απ' τα πόδια των αντιπάλων και να τους ξεφεύγει — μάλιστα, μετά απ' τους δυο αγώνες που είχε παίξει ως ματαδόρ, βγήκε από το γήπεδο χωρίς φανελάκι, και με το σορτσάκι του κομμάτια, άσε που είχε κόψει τα μαλλιά του πολύ κοντά, για να μη δίνει λαβή. Τώρα, όμως, είχε συμβεί κάτι που κινδύνευε να τον επαναφέρει προσωρινά στην παλιά του θέση, κι αυτό δεν ήταν άλλο από μια οξεία κρίση αμοιβάδων του Μαγδαλένο Μάρμολ, του βασικού τερματοφύλακα, γνωστού με το παρατσούκλι Όρνιο, εξαιτίας της μόνιμης στάσης του με τα χέρια ορθάνοιχτα, που έφερνε στο νου το μεγάλο ψοφοπούλι. Μπορεί να μη διέθετε το χάρισμα της ευκινησίας (για να μην πούμε ότι είχε τεράστιο πρόβλημα να κάνει έστω κι ένα βήμα πέρα από το κέντρο της εστίας του), αλλά τα χέρια του ήταν αρκετά μακριά ώστε, απλωμένα, να καλύπτουν μεγάλο μέρος του τέρματος. Τώρα, λοιπόν, το Όρνιο, παρ' όλο που φιλοτιμήθηκε να παρουσιαστεί στο Συμβούλιο, μόνο παρών δεν ήταν, γιατί κάθε τόσο έτρεχε στους θάμνους γύρω απ' την καλύβα. Μέχρι τότε, είχαν αποδειχθεί άχρηστα όλα τα γιατροσόφια των κυράδων του χωριού: μαντζούνια με άργιλο, ζεστά με φρασκόμηλο, ολόκληρα κεφάλια σκόρδου και καντάρια λεμονάδες δεν κατάφερναν ν' αναχαιτίσουν την εκρηκτική δυσεντερία που τον στράγγιζε. Μετά από μια ζωηρή και πολύωρη συνεδρίαση, κρατημένη στα όρια της ευπρεπούς αντιπαράθεσης απόψεων χάρη στις σφυριές του δον Καγιετάνο που λίγο έλειψε να γκρεμίσουν το τραπέζι, παρενέβη αποφασιστικά ο Πέπε Γκόνγκορα, προπονητής της ομάδας και κουράντης των πουλερικών, ο οποίος, με μια μεθοδική και τεκμηριωμένη εισήγηση, υπερασπίστηκε τον Κιντίνο, υποστηρίζοντας πως ο Μαγδαλένο Μάρμολ, αμοιβάδες ξεαμοιβάδες, μπορούσε κάλλιστα να μείνει καρφωμένος στο κέντρο της εστίας του και να μην κάνει ούτε μισό βήμα. Δια παν ενδεχόμενον, μάλιστα, συνιστούσε στον Μαγδαλένο να φορέσει ένα μακρύ βρακί, μήπως και δεν μπορούσε ν' αντέξει ως το ημίχρονο. Ακολούθησε ψηφοφορία και, δι' ανατάσεως πέντε χειρών, ο Κιντίνο Πόλβορα ορίστηκε και πάλι ματαδόρ. Τότε, ο δον Καγιετάνο τον πρόσταξε να πάει αμέσως να κοιμηθεί, για να είναι σε πλήρη φόρμα την άλλη μέρα. Έμενε το τελευταίο θέμα της ημερήσιας διάταξης. Εισηγητής του υπήρξε ο Χουστίνο Πορτίγιο, υπό την ιδιότητα του ως υπευθύνου επί των οργανωτικών, και αφορούσε κι αυτό στον επικείμενο αγώνα: με το πρόσχημα ότι το γήπεδο του Σαν Ισίδρο ήταν κατωφερικό κι είχε στη μέση του ένα δέντρο, οι οργανωτές του τουρνουά το είχαν απορρίψει — μια απόφαση που, σε άλλους καιρούς, θα μπορούσε να προκαλέσει αιματοχυσίες. Συνέπειά της, πάντως, ήταν ότι η San Isidro Futbol έδινε όλους τους αγώνες της εκτός έδρας. Συν τοις άλλοις, η ίδια απόφαση την υποχρέωνε να συνεισφέρει στα έξοδα διαχείρισης των γηπέδων των αντιπάλων, τα οποία, στην προκειμένη περίπτωση, περιλάμβαναν το δανεισμό δέκα πάγκων και την αγορά ενός σάκου κιμωλία για τη χάραξη των γραμμών. Κανένα πρόβλημα ως προς τους πάγκους: μπορούσαν να μεταφερθούν απ' την αίθουσα συνεδριάσεων του Συμβουλίου ως το γήπεδο με το φορτηγάκι του Πασκουάλ Σανδία, του σιδερά. Αντίθετα, προβληματική ήταν η εξεύρεση της κιμωλίας, γιατί μόλις εκείνο το απόγευμα διαπιστώθηκε ότι σ' ολόκληρο το Σαν Ισίδρο δεν είχε μείνει ούτε ένα σακί. Ωραία εντύπωση θα έκαναν σ' αυτούς της Pizpireta... Στο σημείο αυτό της εισήγησης του, ο Χουστίνο Πορτίγιο έκανε μια παύση, κι όλοι έμειναν να τον κοιτούν στα μάτια για τουλάχιστον πέντε λεπτά, ώσπου αντιλήφθηκαν ότι τα δικά του μάτια ήταν καρφωμένα σε κάποιον που καθόταν στο βάθος της αίθουσας. Το ένα μετά το άλλο, όλα τα πρόσωπα των παρόντων στράφηκαν για να κοιτάξουν με τη σειρά τους το στόχο του Χουστίνο, κι έτσι πέρασαν άλλα πέντε λεπτά. Στην αρχή, ο Αλβάρο Κριστόμπαλ πήγε να κάνει την πάπια, γυρίζοντας κι αυτός το κεφάλι του προς τα πίσω, αλλά βρέθηκε φάτσα με τον τοίχο. Έπιασε τότε να μασουλάει μια ρίζα χικάμα, εξακολουθώντας να καμώνεται τον αδιάφορο. Όταν ο δον Καγιετάνο έσπασε τη σιωπή μ' ένα προσποιητό βηχαλάκι που, ωστόσο, δεν άργησε να εξελιχθεί σ' έναν καταρροϊκό παροξυσμό και βροντώδεις αποχρέμψεις κάτω απ' το τραπέζι, ο Αλβάρο Κριστόμπαλ τινάχτηκε όρθιος και ούρλιαξε: «Δεν πα' να κατέβει ο Αρχάγγελος Μιχαήλ με όλα τα χερουβείμ του! Εγώ, το λίπασμα μου δεν το δίνω σε κανέναν!» Οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν στα γρήγορα, οι άντρες κούνησαν το κεφάλι κι ο δον Καγιετάνο τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα. Βλέπετε, ο γερο-Αλβάρο Κριστόμπαλ —άνθρωπος ενάρετος, αλλά τόσο στρυφνός, ώστε κανένα απ' τα εφτά παιδιά του δεν έμεινε μαζί του, κι η μόνη απ' τις γυναίκες του που είχε επιζήσει, η τρίτη, τον εγκατέλειψε για να πάρει από πίσω ένα τσίρκο— έτρεφε εδώ και καιρό ένα παράξενο μυστικό. Παρά τις ενδελεχείς έρευνες που είχαν διεξαγάγει οι πιο αριστοτέχνισσες ποντικομαμές του Σαν Ισίδρο, δεν κατάφεραν να μάθουν από πού είχε ξεφουρνίσει κάτι σακιά μ' ένα μυστηριώδες λίπασμα που η υφή του έμοιαζε αρκετά μ' αυτήν της κιμωλίας και που ο Αλβάρο Κριστόμπαλ έστρωνε φειδωλά στο χωράφι με τα καλαμπόκια του. Τώρα πια, όλοι είχαν καταλάβει πως ο Χουστίνο Πορτίγιο το 'χε βάλει σκοπό να τον αναγκάσει να παραχωρήσει ένα σακί από εκείνο το ασπριδερό λίπασμα, αλλά ο Αλβάρο Κριστόμπαλ δεν ήθελε ν' ακούσει θεό: γι' αυτόν, ήταν μια απαράδεκτη σπατάλη — και μάλιστα, όταν έμενε λιγότερο από μήνας για τη συγκομιδή. Ακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι κραυγές και τα σφυρίγματα κάλυπταν ακόμα και τις σφυριές του δον Καετάνο, ενόσω ο Αλβάρο Κριστόμπαλ κρατούσε σε απόσταση τους συγχωριανούς του κραδαίνοντας το μπαστούνι του και ξεστομίζοντας τις φοβερότερες βρισιές. Μια σχετική ηρεμία αποκαταστάθηκε χάρη στον Τσέπε Τσαμάκο, τον καντινιέρη, ο οποίος, επικρατώντας με την μπάσα φωνή του, δήλωσε: «Που να μη σώσω να κάνω βήμα έτσι και σου ξαναπουλήσω μια γουλιά μεσκάλ!» Ο φουκαράς ο Αλβάρο Κριστόμπαλ έχασε το χρώμα του. Το μεσκάλ του Τσέπε Τσαμάκο ήταν το μοναδικό ποτό που μπορούσες να βρεις στο Σαν Ισίδρο, και η προοπτική ενός τέτοιου αποκλεισμού θα μπορούσε να ρίξει οποιονδήποτε στη βαθύτερη κατάθλιψη. Έτσι, ο δον Καετάνο βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να παρέμβει ξανά και να υποβάλει μια συμβιβαστική πρόταση, προκειμένου ν' αποτρέψει ένα επικίνδυνο ρήγμα στους κόλπους της κοινότητας. Ανακοίνωσε πως, σε αντάλλαγμα αυτού του σακιού με το λίπασμα σε σκόνη, όλοι οι χωριανοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να γεμίσουν τρία κάρα με σβουνιά αγελάδας μέχρι την επόμενη Δευτέρα· κι όσοι δεν είχαν αγελάδα, θα συνεισέφεραν στην αγορά ενός μπουκαλιού μεσκάλ δίκην συμπληρωματικής αποζημιώσεως. Ο Αλβάρο Κριστόμπαλ, έστω και με μισή καρδιά, δέχτηκε. Αφού εκτόξευσε μια τελευταία τρομερή βλαστήμια στον Τσέπε Τσαμάκο, δεσμεύτηκε να παραχωρήσει ένα σακί με το λίπασμα του, ζητώντας, συμπληρωματικά, να ταξιδέψει αυτή τη φορά με το φορτηγάκι στη θέση του συνοδηγού και όχι στην καρότσα, όπως τις άλλες φορές. Το αίτημα του έγινε δεκτό. «Ας γίνει το θέλημα του αγίου προστάτη μας» βροντοφώναξε ο δον Καετάνο, κατεβάζοντας την τελευταία σφυριά στο μαρτυρικό τραπέζι.

ΚΑΚΟΥΤΣΙ ΠΙΝΟ