ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΑ

ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΑ

Συγγραφέας: ΠΑΛΟΜΑΣ ΑΛΕΧΑΝΤΡΟ
Μετάφραση: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΚΟΛΦΙΝΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόθηκε: 13/07/2020
ISBN: 978-618-5400-19-4
Σελίδες: 320

€14.31 €15.90

«Ο πατέρας σου δεν είναι όλοι οι άνδρες του κόσμου, αγάπη μου» λέει δίχως να περιμένει την απάντησή μου. «Ούτε εγώ είμαι όλες οι γυναίκες. Κανείς δεν είναι  όλος ο κόσμος και κανείς δεν επαναλαμβάνεται. Να μοιάζει, ναι, αυτό μπορεί να συμβεί. Να επαναλαμβάνεται, όμως, όχι. Κι αυτό είναι η ζωή, παιδί μου: να βρίσκεις αυτούς που μοιάζουν και ν’ αποφεύγεις αυτούς που επαναλαμβάνονται. Τα υπόλοιπα, είτε έρχονται είτε όχι. Είτε εμφανίζονται είτε όχι. Είτε πονούν είτε όχι. […] Εγώ συγχώρεσα τον σύζυγό μου. Τον πατέρα σας, όχι.»

  Στο καλαθι βιβλια

Πολύ περισσότερο από ένα ακόμα μυθιστόρημα, το  Μια μητέρα είναι μια εξαιρετική αφηγηματική άσκηση όπου  καμία  λεπτομέρεια  δεν  έχει  αφεθεί  στην  τύχη.

                                                                    El Cultural

Ένα



Η μαμά είχε πει πως θ’ αγόραζε εκείνη τα λουλούδια, αλλά με τόσα τρεχάματα ξέχασε να περάσει το απόγευμα από το ανθοπωλείο κι έτσι μείναμε χωρίς. Τώρα μετράει δίπλα μου τις ρώγες του σταφυλιού. Τις κόβει απαλά από το τσαμπί ακούγοντας το ραδιόφωνο που εκπέμπει σε τρεις διαφορετικές συχνότητες μέσα στο μικρό διαμέρισμα: μία στο τρανζίστορ που βρίσκεται πάνω στον πάγκο της κουζίνας, μία σ’ εκείνο που έχει αφήσει ανοιχτό στο δωμάτιό της και, τέλος, μία σ’ αυτό που έχει εγκαταστήσει στην τουαλέτα και που σπανίως το κλείνει. Είμαστε καθισμένοι στην τραπεζαρία, εκείνη μετράει τις ρώγες κι εγώ διπλώνω τις κόκκινες χαρτοπετσέτες με τα χριστουγεννιάτικα σχέδια, ενώ μέσα στο φούρνο κρυώνουν η σούπα βελουτέ με τα σπαράγγια κι ένα ψητό που υποτίθεται πως θα ’πρεπε να είναι γαλοπούλα, αλλά μοιάζει με άλλο πράγμα.
Από την άλλη πλευρά της τζαμαρίας, το σκοτάδι είναι βαθύ. Στο πάτωμα, δίπλα στον καναπέ, ο Μαξ κοιμάται κουλουριασμένος. Το κεφάλι του ακουμπάει σε μια μικρή λιμνούλα από σάλια και κλοτσάει στον ύπνο του. Η Σίρλεϊ, η σκυλίτσα της μαμάς, κοιμάται δίπλα του μέσα στο καλάθι της, σκεπασμένη με την καρό κουβέρτα της.
Βαρκελώνη. Σήμερα είναι 31 Δεκέμβρη.
«Θα είμαστε πέντε» λέει η μαμά. «Χωρίς να υπολογίζω την Όλγα, φυσικά.» Η Όλγα είναι η σύντροφος τής Έμμας ή, όπως την αποκαλεί η Σύλβια όταν η Έμμα δεν βρίσκεται σε απόσταση βολής, «η τσόντα», γι’ αυτό και η μαμά πάντα τη μετράει χωριστά. Και δεν είναι ότι το κάνει περιφρονητικά. Απλώς, μετράει όπως μετρούν οι μητέρες: οι δικοί μου από τη μια πλευρά, οι υπόλοιποι από την άλλη. Εδώ όσοι είναι αίμα μου, εκεί όσοι δεν είναι. «Αν και ο θείος Εντουάρντο θα έρθει λίγο πιο αργά, επειδή η πτήση του έχει καθυστέρηση» διευκρινίζει, καθώς ξεχωρίζει δώδεκα ρώγες και τις βάζει μέσα στο πρώτο μπολ. Μετά συνεχίζει το μέτρημα. Καθώς βλέπει ότι δε λέω τίποτα, σταματάει και με κοιτάζει. «Συμβαίνει τίποτα;»
Της γνέφω αρνητικά με το κεφάλι. Η μαμά είναι αγχωμένη και ταυτόχρονα ενθουσιασμένη. Είναι έτσι εδώ και μερικές εβδομάδες, από τότε που βεβαιώθηκε ότι σήμερα το βράδυ θα είμαστε όλοι παρόντες. Επιτέλους, ύστερα από τόσες αποτυχημένες προσπάθειες, όσοι είμαστε αίμα της θα καθίσουμε μαζί στο τραπέζι να γιορτάσουμε το τέλος του χρόνου και θ’ ανταλλάξουμε ευχές. Είναι μεγάλη μέρα για εκείνη και δεν το κρύβει, επειδή δεν ξέρει πώς να το κάνει. Από τότε που πήρε διαζύγιο από τον μπαμπά, πάντα κάτι συνέβαινε, κάτι στράβωνε στο τέλος, και το πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν χώλαινε. Τα πρώτα Χριστούγεννα η Έμμα είχε ξεμείνει περίπου ένα μήνα στην Αργεντινή, επειδή η αεροπορική εταιρεία με την οποία ταξίδευε φαλίρισε, καθηλώνοντας τους επιβάτες όλων των πτήσεών της στο έδαφος. Ο θείος Εντουάρντο ήταν ο επόμενος που έλειψε: αποφάσισε, ένα χρόνο αργότερα, να πάει να ζήσει στη Λισαβόνα, και εκείνες τις μέρες περίμενε να παραλάβει τα δύο κοντέινερ με τα έπιπλά του, που μάλλον είχαν χαθεί στη διαδρομή και, επιτέλους, είχαν εμφανιστεί στην Ταγγέρη. Και πέρυσι ήταν η σειρά του Μαξ και η δική μου. Στις 31 του μήνα το μεσημέρι, καθώς έπαιζα μαζί του στο πάρκο, η μπάλα του αναπήδησε πάνω σ’ ένα δέντρο κι εκσφενδονίστηκε στο δρόμο. Ο Μαξ έκανε κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ μέχρι τότε: άρχισε να κυνηγάει την μπάλα σαν να ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή του, και καθώς βγήκε στο δρόμο, τον παρέσυρε ένα 4x4. Περάσαμε τη νύχτα στα επείγοντα της Κτηνιατρικής Σχολής, εκείνος σώος και αβλαβής ως εκ θαύματος, αν και σε υποχρεωτική παρακολούθηση. εγώ με δύο ενδοφλέβια Xanax, ξαπλωμένος σ’ ένα ράντζο ανάμεσα στον Μαξ και σ’ ένα Σαρπέι με ύφος μουτρωμένου Βούδα, που δε σταμάτησε να γαβγίζει επειδή, καταπώς φαινόταν, είχε κι εγώ δεν ξέρω τι στα έντερά του, με αποτέλεσμα το δείπνο της μαμάς να γίνει και πάλι ένα συνονθύλευμα από λιγοστά φώτα και πολλές σκιές.
Απόψε, επιτέλους, είναι η βραδιά της μαμάς, κι εκείνη είναι στο πόδι από τις έξι το πρωί, τόσο συγκινημένη που —κάτι το άγχος, κάτι η αδεξιότητα που τη διακρίνει και το λίγο που βλέπει— έχουμε σημειώσει ρεκόρ από πρόσθετες ζημιές στοιβαγμένες δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών.
«Βγάλ’ τα έξω αυτά πριν έρθει η Σύλβια, σε παρακαλώ, Φερ» με ικετεύει με ύφος γεμάτο αγωνία, και μετά παίρνει τα σταφύλια και κάθεται στο τραπέζι. «Ξέρεις τώρα πώς κάνει η αδελφή σου όταν σπάω κάτι» προσθέτει ρίχνοντας μια λοξή ματιά στην τσάντα που περιέχει ό,τι έχει απομείνει από την πορσελάνινη λάμπα, τρία ποτήρια, δύο κορνίζες για φωτογραφίες, μια κανάτα νερού και μια τσαγιέρα υποτίθεται κινέζικη, που μέχρι τώρα ήταν η σταρ της συλλογής της από φρικαλέες μινιατούρες, προσφορά μιας εφημερίδας που αρνείται να διαβάσει, αλλά που την αγοράζει «για τα δώρα».
Τώρα με κοιτάζει από την απέναντι πλευρά του τραπεζιού και ξαφνικά βλέπω στα μάτια της έναν τόσο συγκρατημένο ενθουσιασμό, τόση διάθεση να είναι η βραδιά πετυχημένη και να μας έχει όλους μαζί εδώ, που παρ’ όλα όσα τράβηξα μαζί της όλη μέρα, είμαι έτοιμος να την αγκαλιάσω και να της πω να μην ανησυχεί, πως όλα θα πάνε καλά, αλλά συγκρατούμαι.
«Νομίζεις ότι θα τους αρέσει;» με ρωτάει για νιοστή φορά, καθώς γυρίζει και κοιτάζει το φούρνο. «Επειδή, να… σκεφτόμουν ότι ίσως το φαγητό είναι λίγο. Παρόλο που, βέβαια, είναι και οι δύο σαλάτες, και ο θείος Εντουάρντο σίγουρα θα φέρει κάτι από το Duty Free. Κι επιπλέον έχουν μείνει τα τουρόν που έφερε η Σύλβια τα Χριστούγεννα, και…»
«Ηρέμησε, μαμά» τη διακόπτω απαλά. «Το φαγητό θα φτάσει και θα περισσέψει.»
Πρέπει να έχουμε κάνει αυτή τη συζήτηση τουλάχιστον καμιά δεκαριά φορές τις τελευταίες τρεις ώρες. Θα φτάσει το φαγητό; Θα είναι αρκετό; Θα τους αρέσει; Κάνει πολλή ζέστη; Δε θα ήταν καλύτερα να χαμηλώσουμε λίγο τη θέρμανση; Ν’ ανάψουμε ήδη τα κεριά ή να περιμένουμε να έρθουν; Και για απεριτίφ; Α, χωρίς απεριτίφ; Έτσι νομίζεις; Ερωτήσεις. Η μαμά πετάει ερωτήσεις στον αέρα σαν να προσπαθεί να θυμηθεί τα συστατικά μιας συνταγής που δεν επιδέχεται πλέον και πολλές βελτιώσεις, επειδή τέτοιες ώρες τέτοια λόγια, άσε που πια όλοι μάλλον θα βρίσκονται καθ’ οδόν. Οι ερωτήσεις της υποκρύπτουν άλλες, πιο σημαντικές, και επικαλύπτουν εκείνες που στην πραγματικότητα την έχουν οδηγήσει σ’ αυτό το σημείο, να υποφέρει εκ προοιμίου, να αισθάνεται κάτι μεταξύ άγχους και σχεδόν παιδιάστικης συγκίνησης που δεν έχει μάθει να ελέγχει παρά την ηλικία της: είναι εκείνα τα ερωτήματα που τη βασανίζουν και για τα οποία ούτε η ίδια ούτε κανένας από εμάς δεν μπορεί να βρει λύση εκ των προτέρων, επειδή μερικές οικογένειες έτσι είναι —έτσι είμαστε—, τόσο ζωηρές, τόσο απρόβλεπτες κι αλλοπαρμένες. Πρόκειται για ερωτήματα τα οποία, αν η μαμά τολμούσε να τους δώσει φωνή, θ’ ακούγονταν κάπως έτσι: «Εσύ πιστεύεις ότι η Σύλβια θα συμπεριφερθεί καλά και δε θα τσακωθεί με την Όλγα; Κι ότι δε θ’ αρχίσει να μιλάει για πολιτική και να τα βάζει με τις τράπεζες ή με τον πατέρα σου, κι ότι θα έχουμε ηρεμία, χρονιάρα μέρα; Κι ο θείος Εντουάρντο, δε θα μας πει καμιά ιστορία μ’ εκείνες τις σιχαμένες που βρίσκει στα ταξίδια του, που κάνουν την Όλγα τόσο… τόσο…; Και πες μου ότι δε θα παρουσιαστεί κανένας γείτονας από την πολυκατοικία, όπως πριν από δύο χρόνια, που εμφανίστηκε ο κύριος Σαμουέλ του πρώτου ορόφου, μ’ εκείνη την κακομοίρα τη μισόγυμνη μιγάδα, την Κουβανέζα, και ρωτούσε αν είχαμε κανένα μπουκάλι ρούμι, και η Κουβανέζα που ύστερα ξαναγύρισε επειδή ήθελε να μείνει μαζί μας και… αχ, αγόρι μου, πες μου ότι δε θα ξανασυμβεί κάτι τέτοιο».
Και μολονότι από τότε που έφυγε ο μπαμπάς λύθηκαν πολλοί κόμποι κι απελευθερώθηκε πολλή ένταση —ευτυχώς που δεν έχουμε πια να παλεύουμε και μ’ αυτά— και το δείπνο της παραμονής της Πρωτοχρονιάς είναι πολύ πιο ήρεμο, το τέλος του χρόνου είναι μια ημερομηνία που σ’ αυτήν εδώ την οικογένεια μάς κάθεται στο λαιμό. Γι’ αυτό ξεκινάμε αυτή τη βραδιά σφιγμένοι, αποφασισμένοι —ο καθένας από τη γωνία της δικής του ζωής— να διορθώσουμε, στο μέτρο του δυνατού, την ένταση της προηγούμενης χρονιάς και να περάσουμε μια χαλαρή βραδιά κουβεντιάζοντας ήρεμα γι’ ασήμαντα πράγματα, απολαμβάνοντας μεταξύ μας ένα είδος χιούμορ στο οποίο όλοι αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας. Κάπως έτσι αισθανόμαστε περισσότερο κανονική οικογένεια και μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι αποτελούμε όλοι μαζί.
Μέχρι σήμερα, όλες οι απόπειρες στέφθηκαν με απόλυτη αποτυχία.
Και, συν τοις άλλοις, εδώ και μερικές εβδομάδες η μαμά φαίνεται πως για κάποιο λόγο βρίσκεται σε κατάσταση ­συναγερμού. Είναι νευρική και ανήσυχη. Δίχως να το ξέρει, ψυχανεμίζεται πράγματα που ακόμη της είναι άγνωστα, αλήθειες που μέχρι στιγμής δεν έχουν ακόμη διαφανεί. Φώτα και σκιές. Είναι αδέξια. Κάνει περισσότερο θόρυβο.
Δε φαντάζεται ότι ίσως έχει λόγους για να ’ναι έτσι. Λόγους τους οποίους αγνοεί.
Για την ώρα.
«Όχι, δε μου συμβαίνει τίποτα» απαντώ, προσπαθώντας να ξεχάσω το τελευταίο δείπνο στο οποίο παρευρεθήκαμε όλοι, όταν ο θείος Εντουάρντο θέλησε να μας κάνει έκπληξη μ’ ένα «σούπερ δώρο». Έτσι το ανήγγειλε ο ίδιος χτυπώντας μ’ ένα κουταλάκι το ποτήρι της σαμπάνιας, και είχε τέτοια γκαντεμιά, που το ποτήρι έγινε θρύψαλα στο τρίτο χτύπημα σκορπίζοντας γυαλιά σ’ όλο το τραπεζομάντιλο. Το περί ου ο λόγος δώρο ήταν κάτι χρωματιστά ντοσιέ με λάστιχο με λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το πώς να γίνουμε μέλη της Dignitas, εκείνης της ελβετικής εταιρείας που βοηθά τον κόσμο ν’ αυτοκτονήσει. Σε κάθε ντοσιέ είχε επισυνάψει κι ένα αντίγραφο του εντύπου για τη σύνταξη διαθήκης. Η ­Όλγα, καθολική από τις πλέον πικρόχολες που έχουν ξεμείνει, έγινε έξαλλη. και η Έμμα έβαλε τα κλάματα, έτσι όπως κλαίει εκείνη, αθόρυβα, επειδή της είχε μόλις πεθάνει το ­σκυλί, η Λούα, και ξαφνικά ένιωσε ένοχη ούτε που θυμάμαι για τι. Έπειτα οι μεγάλοι είχαν πιει λίγο παραπάνω και ο ­θείος Εντουάρντο είχε πέσει από τις σκάλες (η μαμά μένει στον πρώτο όροφο) και χρειάστηκε να καλέσουμε ασθενοφόρο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς το νοσοκομείο δεν έπαψε να κραδαίνει στον αέρα το αντίγραφο της διαθήκης του, ενώ φώναζε στο νοσοκόμο, σέρνοντας τις λέξεις σαν μπεκρούλιακας: «Είσαστε όλοι σας δολοφόνοι κι αδερφές, αλλά μ’ εμένα δε θα τα βγάλετε πέρα! Διαόλοι όλοι, χειρότεροι κι απ’ το διάολο!».
Ναι, αν αφήσουμε την Όλγα στην άκρη, εξακολουθούμε να είμαστε πέντε. Δύο γενιές αδελφών: η μία είναι της μαμάς —ο θείος Εντουάρντο κι εκείνη— και η άλλη η δική μου —η Σύλβια, η Έμμα κι εγώ—, σαν δύο παράλληλες σιδηροτροχιές που διασχίζουν το χρόνο και που χωρίζονται απόψε από το τραπέζι, τα πιάτα, τα ποτήρια και τις πολλαπλές ερμη­νείες της κοινής μας ιστορίας.
Χωρίς τον μπαμπά. Χωρίς τους παππούδες.
Εκείνοι πεθαμένοι. Εκείνος φευγάτος. Άπαντες απόντες.
Κι εγώ εδώ, να μετράω τις ρώγες του σταφυλιού μαζί με τη μαμά σαν να μην τρέχει τίποτα, τρέμοντας —όπως κι εκείνη— για ό,τι μπορεί να επιφυλάσσει η νύχτα σε αυτό το τραπέζι που είναι στρωμένο για επτά. «Ας μη στραβώσει τίποτα, σε παρακαλώ, Θεέ μου, ας μη στραβώσει τίποτα», τη φαντάζομαι να ικετεύει σιωπηλά, καθώς φέρνω ξαφνικά στο μυαλό μου αυτό που μου εξομολογήθηκε η Σύλβια μόλις πριν από σαράντα οκτώ ώρες και μου βαραίνει τους ώμους σαν δεύτερο δέρμα.
Και είναι  αλήθεια πως στο προσωπικό μου ραντάρ αναβοσβήνει εδώ και μερικές ώρες ένα κόκκινο φλασάκι που το γνωρίζω καλά. Είναι ένα φως που λαμπυρίζει, ολοένα και πιο καθαρά, στην ορθογώνια οθόνη του μυαλού μου, κόκκινο πάνω σε λευκό φόντο, σαν τις χαρτοπετσέτες που διπλώνω αυτή τη στιγμή.
Στη μια πλευρά του τραπεζιού, η μαμά παίρνει βαθιά ανάσα και βγάζει αργά τον αέρα απ’ τη μύτη. Στην αποδώ πλευρά, εγώ την κοιτάζω και την αισθάνομαι κοντά. Η μαμά είναι κομμάτι του εαυτού μου και όσων μου αρέσει και δε μου αρέσει να κουβαλάω πάνω μου. «Είναι πολλά πράγματα, υπερβολικά πολλά μερικές φορές» σκέφτομαι ενώ εξακολουθούμε να ετοιμάζουμε το τραπέζι και στο ραδιόφωνο κάποιος γελάει. Μιλούν για σταφύλια, για τις προηγούμενες χρονιές και για πράγματα εντελώς αδιάφορα. Κοινοτοπίες. κενό. χριστουγεννιάτικος σαματάς.
Δεν απομένει πολλή ώρα.
Όπου να ’ναι πρέπει να φτάνουν.
 

ΠΑΛΟΜΑΣ ΑΛΕΧΑΝΤΡΟ