ΤΟ ΝΑ ΧΑΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΖΗΤΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟΥ

ΤΟ ΝΑ ΧΑΝΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΖΗΤΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟΥ

Συγγραφέας: ΓΑΜΠΟΑ ΣΑΝΤΙΑΓΟ
Μετάφραση: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-68-1
Σελίδες: 288

ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟ

Το τηλεφώνημα που δέχεται από τον αστυνόμο Μόγια ο νεαρός δημοσιογράφος Βίκτορ Σιλάνπα δεν θυμίζει σε τίποτα τα προηγούμενα. Αυτή τη φορά το έγκλημα είναι ιδιαιτέρως σκληρό και αποτρόπαιο –ένας παλουκωμένος άντρας στην Μπογκοτά– και η ζωή του δημοσιογράφου θα γνωρίσει πρωτόγνωρες ανατροπές. Ο Σ. Γαμπόα συνδυάζει το «νουάρ» με το μυθιστόρημα περιπέτειας και την κοινωνική κριτική.

βιβλια

Το τηλεφώνημα που δέχεται από τον αστυνόμο Μόγια ο νεαρός δημοσιογράφος Βίκτορ Σιλάνπα δεν θυμίζει σε τίποτα τα προηγούμενα. Αυτή τη φορά το έγκλημα είναι ιδιαιτέρως σκληρό και αποτρόπαιο –ένας παλουκωμένος άντρας στην Μπογκοτά– και η ζωή του δημοσιογράφου θα γνωρίσει πρωτόγνωρες ανατροπές. Ο Σ. Γαμπόα συνδυάζει το «νουάρ» με το μυθιστόρημα περιπέτειας και την κοινωνική κριτική.

«Αν κάτι συμβαίνει, τότε αυτό κάτι σημαίνει» σκέφτηκε ο Βίκτορ Σιλάνπα και κατάλαβε πως εκείνο το πρωινό δεν έμοιαζε με τ' άλλα. Χτες βράδυ είχε τελειώσει τους δύο τόμους του Σανγκάι Οτέλ, της Βίκι Μπάουμ. Διάβαζε με ερεθισμένα μάτια ως το ξημέρωμα αλλά δεν ήξερε αν το βιβλίο του άρεσε ή όχι. Ούτε γιατί το διάβαζε δεν ήξερε. Τη νύχτα είχε αθετήσει και πάλι την απόφαση του να μην ξανακαπνίσει. Και σαν να μη ν έφτανε αυτό, έπρεπε τώρα ν' αρχίσει τη θεραπεία για τις αιμορροΐδες με την αλοιφή που παραμόνευε στην εταζέρα του μπάνιου. Έριξε ένα πικραμένο βλέμμα στο κόκκινο σωληνάριο και ξεβίδωσε το πλαστικό καπάκι. Το έφερε κοντά στο επίμαχο σημείο και ζούληξε. Το κρύο υγρό βγήκε και, μαζί του, τόνοι δυναμίτη έσκασαν στα θεμέλια της ψυχής του. Το τηλέφωνο κουδούνισε δυνατά πάνω στο τραπεζάκι του χολ. «Εμπρός;» Ο Σιλάνπα κρατούσε το ακουστικό με τον αντίχειρα και το μικρό δάχτυλο. «Το ξέρω πως είναι Κυριακή, αλλά το ζήτημα είναι σοβαρό» αναγνώρισε τη φωνή του αστυνόμου Μάγια. «Πενήντα πέντε χρόνων πάνω-κάτω, παλουκωμένος στην όχθη του Σίσγα και γυμνός σαν αρχαίος Ερμής. Ούτε ένα χαρτί, ούτε ίχνος από ρούχα. Τίποτα.» «Πότε τον βρήκαν;» «Σήμερα το πρωί, φαίνεται όμως πως έχει κάμποσες μέρες εκεί. Είναι κοντά στο φράγμα, αρκετά μακριά απ' τον δρόμο. Τον βρήκαν κάτι νεαροί που έκαναν βαρκάδα με τα κανό. Βιάσου, έδωσα εντολή να μην τον ξεκαρφώσουν ώσπου να έρθεις. Τι λες, καλή η πληροφορία;» «Καλή, αστυνόμε. Φεύγω αμέσως.» Πήδηξε μέσα σ' ένα παλιό παντελόνι και αποχαιρέτησε με μια κίνηση του χεριού την κούκλα του, που τη χτυπούσε κατακούτελα ο ήλιος. Έστεκε όμορφη πλάι στη βιβλιοθήκη. Με δυο δρασκελιές βρέθηκε στο αμάξι. Κατέβηκε τη λεωφόρο Χιλής, με κατεύθυνση προς την εθνική οδό. «Σιλάνπα, δημοσιογράφος» έδειξε την ταυτότητα του. «Προχωρήστε, εκεί είναι.» Από μακριά έμοιαζε σαν ένας παχύσαρκος εσταυρωμένος. Ένας χλομός ελέφαντας, ζωγραφισμένος από παιδί. «Κρατήστε αυτό στη μύτη σας.» Ο αστυνομικός του έτεινε ένα βαμβάκι με αμμωνία. «Βρομάει χειρότερα κι από κλανιά μεθυσμένου.» Βαστούσε το βαμβάκι πάνω από τα χείλια του. Με τα μάτια του να τρέχουν, έπιασε να πηδάει βάτα και βούρλα. Το πτώμα ήταν φιμωμένο, πρησμένο, και γεμάτο ξεραμένες λάσπες. Τα παλούκια τον διαπερνούσαν σταυρωτά. Οι μύες του Σιλάνπα συσπάστηκαν ενστικτωδώς, μια δυνατή σουβλιά τον χτύπησε στο στομάχι. Έφτιαξε ένα σκίτσο στο τετράδιο του. Έκανε ένα σχεδιάγραμμα με τη θέση του πτώματος που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά από την όχθη, ανάμεσα στους θάμνους. Έπειτα, άρχισε το απεχθές έργο της παρατήρησης του νεκρού. Είχε σημάδια στους καρπούς και το λαιμό. Τον είχαν δέσει και τον είχαν σύρει, κατά πάσα πιθανότητα. Ο αστυνομικός του έφερε μια σκάλα ελαιοχρωματιστή και, πνιγμένος στην αηδία, πλησίασε το πρόσωπο του πτώματος. Οι κόγχες των ματιών του ήταν άδειες και το στόμα μισάνοιχτο, γεμάτο χώμα και άμμο. Ύστερα, έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή τσέπης Νίκορματ και τράβηξε μερικές φωτογραφίες. «Μοιάζει μάλλον πνιγμένος παρά παλουκωμένος. Τι λες κι εσύ, αστυφύλαξ;» «Σωστά. Κοιτάξτε τον κι από πίσω. Φύκια δεν είναι αυτά που βγαίνουν από την ουρά του;» «Ναι, έτσι φαίνεται...» Ο Σιλάνπα κατέβηκε από τη σκάλα. «Λοιπόν, τώρα είναι η σειρά σας. Πείτε του Πιεδραΐτα πως θα έρθω αύριο, νωρίς νωρίς.» Ανέβηκε πάλι στο δρόμο και κοίταξε πίσω τη λίμνη, από το γεφύρι. Από το σημείο εκείνο είχαν πηδήξει κάμποσοι απελπισμένοι, άνθρωποι που ονειρεύονταν ένα κάλεσμα, μια χειρονομία από κάποιον, ή κάτι που δεν ήρθε ποτέ. Κρύωσε. Το υγρό αεράκι ρυτίδωνε με παράλληλες ραβδώσεις το νερό. Από τον ασύρματο του περιπολικού κάλεσε τον αστυνόμο Μάγια. «Αριστοφάνης Μόγια» άκουσε στην άλλη άκρη, «αστυνόμος του Τεσσαρακοστού Τμήματος. Με ποιον έχω την τιμή, παρακαλώ;» Ο Σιλάνπα έδωσε τα στοιχεία του. Το τσιγάρο έτρεμε στα δάχτυλα του. «Είναι πνιγμένος» του είπε. «Τον έβγαλαν από τη λίμνη για να τον καρφώσουν. Το πράγμα παραείναι παράξενο, έτσι;» «Βρήκατε κάποια ένδειξη;» «Οι αστυφύλακες χτένισαν μια ακτίνα διακοσίων μέτρων και δεν βρήκαν τίποτα. Ούτε ένα κλαδάκι σπασμένο.» Ο αστυνόμος ξερόβηξε για να καθαρίσει τη φωνή του. «Καλά, θα το δω το αρθράκι σου. Έχεις πρόσφατες φωτογραφίες μου;» «Και βέβαια, αστυνόμε.» Έκλεισε και κάλεσε τη σύνταξη του "΄Ελ Ομπσερβαδόρ". «Εσκιβέλ; Εδώ Σιλάνπα, είναι επείγον. Πρέπει να μου κρατήσεις μια στήλη στην πρώτη σελίδα, χώρο για έγχρωμη φωτογραφία και μια ολόκληρη σελίδα στα αστυνομικά.» «Μήπως θέλεις να σου τραγουδήσω και "Τα βουρκωμένα μάτια σου";» «Είναι χοντρό κελεπούρι, Εσκιβέλ. Πίστεψε με. Ένας παλουκωμένος στην όχθη του Σίσγα. Θα έρθω από εκεί σε λίγο να σου δείξω.» Επέστρεψε στην Μπογκοτά καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ήταν υπνωτισμένος από την εικόνα του πτώματος. Στο μυαλό του είχαν καρφωθεί οι άδειες κόγχες των ματιών, η έκφραση του προσώπου του. Ένιωσε φρίκη όταν σκέφτηκε πως αυτό το πράγμα κάποτε ήταν ένας άνθρωπος, σαν όλους. Κάποιοι τον είχαν ακούσει να μιλάει, του έσφιγγαν το χέρι και ίσως μερικοί να τον αγαπούσαν. Η τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου άφησε στο στόμα του μια πικρή γεύση. Κατέβασε το παράθυρο κι έφτυσε. Να συναναστρέφεσαι πεθαμένους βλάπτει σοβαρά την υγεία. Φτάνοντας στην τρίτη γέφυρα, κοίταξε το ρολόι του. Ήταν κιόλας πέντε. «Η Μόνικα θα έχει γίνει έξω φρενών» σκέφτηκε. Πάτησε γκάζι προς τη λεωφόρο 127. Από εκεί έκοψε κατά τη Νίσα, κατσαδιάζοντας τον εαυτό του για τα χάλια του. Ήταν ένας άνθρωπος χαμένος στο χρόνο, εντελώς ανίκανος να φανεί συνεπής σ' ένα ραντεβού, λες και οι δείκτες του ρολογιού μιλούσαν μια γλώσσα ξένη. Της είχε υποσχεθεί να πάνε μαζί για τρέξιμο στο γήπεδο, μα ήταν πολύ αργά πια. Η Μόνικα του άνοιξε την πόρτα με κατεβασμένα μούτρα και πήγε στην κουζίνα να βάλει καφέ. Φορούσε αθλητική φόρμα. «Πού στο διάολο εξαφανίστηκες; Σου τηλεφώνησα στο σπίτι. Στην εφημερίδα μου είπαν πως δεν σε είχαν δει καθόλου.» «Έπρεπε να πάω στο Σίσγα. Βρήκαν ένα πτώμα παλουκωμένο στην όχθη της λίμνης. Μια ιστορία φρίκης.» «Παλουκωμένος;» τον κοίταξε παραξενεμένη ενώ φυσούσε τον αχνό στο φλιτζάνι. «Και τι υπόθεση είναι; Παρακρατικοί, έμποροι ναρκωτικών, αντάρτικο;» «Ξέρεις καλά πως εγώ δεν ανακατεύομαι με τέτοια πράγματα.» Έβαλε να πιει ένα ποτήρι γάλα. «Προς το παρόν έχουμε μια απλή ανθρωποκτονία. Πήγες για τρέξιμο;» «Ναι. Με τον Όσκαρ. Περίμενε λίγο, πάω να κάνω ένα ντους.» Την ακολούθησε με το βλέμμα του ως την κάμαρη της. Σκέφτηκε τον Όσκαρ. Ήταν ο προηγούμενος εραστής της Μόνικα που ποτέ δεν είχε συμβιβαστεί με την ιδέα πως την έχασε. Την κυνηγούσε, της έκανε εξυπηρετήσεις, χάρες... Ήταν πάντοτε έτοιμος να ικανοποιήσει το παραμικρό της καπρίτσιο με την κρυφή ελπίδα να την αποκτήσει ξανά. Από τη μισάνοιχτη πόρτα την είδε να κατεβάζει το παντελόνι και να μένει μ' αυτό το μικροσκοπικό βρακάκι που η θέα του είχε ακαριαία αποτελέσματα πάνω του. Με μια δρασκελιά βρέθηκε κοντά της και την κοίταξε στα μάτια. Τα μάτια της, όμως, έλαμπαν δίχως διόλου τρυφερότητα. Είχαν μάλλον μια δόση λύσσας. «Συγχώρεσέ με. Τι λες για την επόμενη Κυριακή;» «Ορκίσου.» «Ορκίζομαι.» Την αγκάλιασε σφιχτά. Τα χέρια του διέτρεξαν όλο της το κορμί, αλλά εκείνη τραβήχτηκε απότομα. «Σταμάτα, σταμάτα, ηρέμησε!» του είπε γελώντας. «Περίμενε, θα το βγάλω εγώ.» Την ημέρα που την γνώρισε, πριν από τρία χρόνια, ο Σιλάνπα επέστρεφε από τη Γουαχίρα. Είχε πάει να κάνει ένα ρεπορτάζ σχετικά μ' ένα παράξενο ατύχημα. Ένα εμπορικό αεροπλάνο γεμάτο λουλούδια είχε πέσει καταμεσής στους αμμόλοφους. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος από νεκρούς ή επιζήσαντες. Πήδηξαν οι πιλότοι με αλεξίπτωτα; Το έσκασαν προτού φτάσουν τα συνεργεία διάσωσης; Μυστήριο... Δεν υπήρχε καταγραμμένη η απογείωση σε κανένα αεροδρόμιο της χώρας. Το μόνο που βρέθηκε ήταν ο απανθρακωμένος σκελετός του αεροπλάνου μέσα σ' ένα βουνό από τσουρουφλισμένα γαρίφαλα και τριαντάφυλλα, σκεπασμένα από στάχτη και καπνιά. Καθώς επέστρεφε από εκεί μ' ένα αεροπλανάκι Τσέσνα νοικιασμένο από την εφημερίδα, ο Σιλάνπα είχε τη φαεινή ιδέα να κάτσει στο αεροδρόμιο και να γράψει το άρθρο του. Πίστευε ότι το βουητό των αεροπλάνων θα του έφερνε έμπνευση. Καθόταν πάνω από δύο ώρες σ' ένα τραπεζάκι του καφέ Πρέστο, όταν πλησίασε μια γυναίκα και τον ρώτησε τι έκανε εκεί. Του έπιασε την κουβέντα. Περίμενε ένα φίλο της από τον Παναμά και είχε αργήσει. Ο Σιλάνπα υπαγόρευσε το κείμενο του από το τηλέφωνο, και καθώς το αεροπλάνο από τον Παναμά είχε κάνει αναγκαστική προσγείωση στο Μεντεγίν εξαιτίας τεχνικών προβλημάτων, αποφάσισαν να συνεχίσουν την κουβεντούλα τους. Αυτός, που μάλλον ήταν κομματάκι ντροπαλός, ένιωθε να βγαίνουν από το στόμα του οι λέξεις με παράξενη ευγλωττία. Εκείνη, που ύστερα από τόση ώρα ήταν πλέον η Μόνικα, τον άκουγε να περιγράφει τα συντρίμμια του αεροπλάνου, τα σιωπηλά πρόσωπα των κατοίκων της περιοχής που άκουσαν την έκρηξη και σήμαναν συναγερμό, την πιθανή αναπαράσταση της διαδρομής, κ.λπ. Τον κοίταζε με μια λάμψη στα μάτια. Ύστερα από αρκετή ώρα και κάμποσες μπίρες άρχισαν να μιλάνε για τους εαυτούς τους, για τις επιθυμίες τους, τις ανάγκες τους, τα πάθη και τις μικρές μανίες τους. Έμοιαζαν να συμφωνούν σε όλα και να ζητούν από τη ζωή τους ακριβώς τα ίδια πράγματα, όταν ξαφνικά η Μόνικα έφερε το ένα της δάχτυλο στο στόμα και τον κάλεσε στο σπίτι της με μια φράση που ο Σιλάνπα δεν είχε ξανακούσει ποτέ. Ήταν η πρώτη φράση που έγραψε σ' ένα χαρτί και τη φύλαξε σε μια τσέπη της κούκλας του: «Θέλω να με δεις γυμνή». Το αεροπλάνο από τον Παναμά, με τον Όσκαρ μέσα, δεν έφτασε ποτέ στην Μπογκοτά. Όταν παρουσιάστηκε ο λεγάμενος, με τη βαλίτσα του γεμάτη σοκολάτες Μίλκι Γουέι και μπουκαλάκια άρωμα Ντιορ, η Μόνικα τον κάθισε μπροστά σ' ένα φλιτζάνι καφέ και του είπε με ύφος τελεσίδικο: «Πρέπει να μιλήσουμε. Συνέβησαν ορισμένα πράγματα». Η Μόνικα σηκώθηκε από το κρεβάτι για να πάει στο μπάνιο. Καλμαρισμένος, άρχισε να συλλογίζεται. Σε ποιον ανήκε αυτό το ανώνυμο πτώμα; Πώς είχε φτάσει ως εκείνο το σημείο; Φαντάστηκε τα χέρια που τον κάρφωσαν και τον άφησαν εκεί, εκτεθειμένο στον άνεμο και τη βροχή. Χέρια σκληρά, συνηθισμένα στο θάνατο. Ντύθηκε, ενόσω η Μόνικα πλενόταν. «Πάω στην εφημερίδα να γράψω το άρθρο. Πάμε μετά σινεμά, στη νυχτερινή;» «Ωραία ιδέα, ναι. Τι θέλεις να δούμε;» «Δεν ξέρω. Το ίδιο μου κάνει. Αποφάσισε εσύ.» «Λένε πως ο Σωματοφύλακας είναι καλό. Το παίζουν στο Άστορ Πλάζα.» «Οκέι. θα σου τηλεφωνήσω αργότερα.» Έφτασε στην εφημερίδα όταν σκοτείνιαζε. Πήγε κατευθείαν το φιλμ στο εργαστήριο. «Κοίτα» ο Σιλάνπα τέντωσε το δείκτη, αγγίζοντας το αρνητικό. Ο Εσκιβέλ στήριξε τα γυαλιά του στην άκρη της μύτης του. «Αυτό είναι δυναμίτης.» Πήγαν τις φωτογραφίες στη σύνταξη και ο Σιλάνπα κάθισε μπροστά στο παλιό κομπιούτερ, στο γραφείο του. Άναψε ένα τσιγάρο κι άρχισε να τσιμπολογάει τα πλήκτρα με τα δάχτυλα. Ο ΑΝΑΣΚΟΛΟΠΕΜΕΝΟΣ TOY ΣΕΓΑ Φράγμα του Σίσγα, Κουντ, (16 Οκτώβρη). Το πτώμα ενός άντρα, αγνώστων λοιπών στοιχείων, βρέθηκε χτες στη νότια ακτή της λίμνης του φράγματος του Σίσγα. Έπεσε θύμα ενός πανάρχαιου βασανιστηρίου, από τα πιο ειδεχθή που έχει επινοήσει η ανθρώπινη βαρβαρότητα, τον σταυροειδή ανασκολοπισμό. Το Τεσσαρακοστό Τμήμα της Αστυνομίας της Μπογκοτά, με επικεφαλής τον Ιούλιο Καίσαρα της δημόσιας τάξης, τον Αστυνόμο Αριστοφάνη Μάγια (Βλέπε φωτό 1, πάνω) άρχισε την έρευνα αμέσως μετά την ανακάλυψη του πτώματος. «Οι πολίτες μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι» δήλωσε ο Αστυνόμος Μάγια στον υπογράφοντα, «διότι ο εγκληματίας, ή η συμμορία που διέπραξε την απεχθέστατη αυτή πράξη, οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί του αποτρόπαιου εγκλήματος, θα τιμωρηθούν παραδειγματικώς.» Οι έρευνες, φυσικά, μόλις αρχίζουν και παρόλο που υπάρχουν ενδείξεις και στοιχεία, προτιμούμε να μη τα δημοσιεύσουμε για να διαφυλάξουμε τη μυστικότητα της αστυνομικής έρευνας. Ποια είναι η ταυτότητα του μυστηριώδους νεκρού; Ποιο το κίνητρο ενός τόσο φρικτού εγκλήματος; Θα πρέπει να περιμένουμε ώσπου ο Αστυνόμος Αριστοφάνης Μάγια και η ομάδα του να μας δώσουν τις απαντήσεις. Όμως, ας κρατήσουμε ένα στοιχείο που είναι ενδεικτικό. Τι ακριβώς είναι ο ανασκολοπισμός; Η σκοτεινή αυτή μέθοδος κατάγεται από τα Βαλκάνια, από τις περιοχές όπου άλλοτε κυριαρχούσε ο κόμης δράκουλας, ο επονομαζόμενος Άρχων της Τρανσυλβανίας. Οι ιδιαιτέρως ευαίσθητοι ας αποφύγουν να διαβάσουν την παρακάτω περιγραφή: Η μακάβρια πρακτική, συνίσταται στην εισαγωγή ενός πασσάλου από τον πρωκτό, ο οποίος διασχίζει το σώμα μέχρι να βγει από το ένα πλευρό, κοντά στην ωμοπλάτη. Ο δεύτερος πάσσαλος, δεν μπαίνει από την πρωκτική χώρα αλλά ψηλότερα, στο ύψος του νεφρού, φτιάχνοντας ένα φρικαλέο Χ που συγκρατεί το βάρος του εκτελεσμένου (Βλ. φωτο 1 και 2).

ΓΑΜΠΟΑ ΣΑΝΤΙΑΓΟ