ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΥΠΗΤΕΡΗ, ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΛΥΠΗΤΕΡΗ

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΥΠΗΤΕΡΗ, ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΛΥΠΗΤΕΡΗ

Συγγραφέας: ΜΠΟΥΚΑΪ ΧΟΡΧΕ
Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΜΠΕΖΑΝΤΑΚΟΥ
Εκδόθηκε: 28/11/2016
ISBN: 978-960-8397-82-8
Σελίδες: 112

€9.54 €10.60

  Στο καλαθι βιβλια

Όταν η απόμακρη και αντικοινωνική γιαγιά αρρωσταίνει και έρχεται να εγκατασταθεί στο σπίτι, η μικρή Σοφία και η μαμά της υποφέρουν από την κακότροπη ηλικιωμένη και η ζωή τους δυσκολεύει. Μα τι έχει πάθει αυτή η γιαγιά και φέρεται έτσι; Τι της έχει συμβεί και μισεί τους πάντες και τα πάντα; Μετά από λίγες εβδομάδες, η Σοφία αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η απότομη συμπεριφορά της γιαγιάς της είναι στην πραγματικότητα ένα πέπλο που προσπαθεί να καλύψει μια ιστορία απώλειας και μεγάλου πόνου. Η θάλασσα, η ποίηση και τα φυτά αποδεικνύονται τρεις πολύτιμοι συμπαραστάτες στον σκληρό εσωτερικό αγώνα που δίνουν οι τρεις γυναίκες ώσπου να κερδίσουν τα βαρύτιμα έπαθλα της συμφιλίωσης, της αυτογνωσίας και της συγγνώμης που χρωστάμε στον ίδιο μας τον εαυτό.

Η μαμά και η γιαγιά μου μιλούσαν στο τηλέφωνο μόνο τα Χριστούγεννα και όποτε είχαμε γενέθλια, και εκείνες οι λίγοστές συνομιλίες ήταν πάντα σύντομες και πανομοιότυπες.
Εγώ, που πήγαινα πάντα να κρυφτώ πίσω από την πόρτα, αφουγκραζόμουν με τεταμένη προσοχή τις τυπικές ερωτήσεις και τις μονοσύλλαβες απαντήσεις. Ξέρω καλά πως στο βάθος ευχόμουν να με φωνάξει η μαμά για να μιλήσω κι εγώ στο τηλέφωνο, μα αυτό δεν συνέβαινε ποτέ. Κι αυτό μου φαινόταν αρκετά περίεργο, θυμάμαι, κι ας ήμουν πολύ μικρή. Πολλές φορές είχα σκεφτεί να ρωτήσω τη μητέρα μου περισσότερα σχετικά με τη γιαγιά, μα ήταν προφανές πως δεν είχε ποτέ πολλή όρεξη ν’ ανοίξει κουβέντα γι’ αυτήν.
Τα λίγα που μπόρεσα να εξακριβώσω ήταν πως η γιαγιά ζούσε σ’ ένα χωριουδάκι πάνω από πέντε ώρες δρόμο απ’ το σπίτι μας, και πως είχε έρθει να μας επισκεφτεί μονάχα σε δύο περιστάσεις: μια όταν γεννήθηκα, κι άλλη μια όταν οι γονείς μου πήραν διαζύγιο, πάνε τώρα έξι χρόνια. Εκείνη τη φορά είχα δει μια ηλικιωμένη γυναίκα που ούτε καν γνώριζα να μπαίνει ένα απόγευμα στο σπίτι ντυμένη στα μαύρα απ’ την κορφή ώς τα νύχια, και η μαμά μου είχε δώσει ξαφνικά την εντολή:
«Σοφία, πήγαινε να φιλήσεις τη γιαγιά σου.»
Έχω αυτή τη στιγμιαία εικόνα χαραγμένη στο νου μου: εκείνη τη σκυθρωπή κι αγέλαστη γυναίκα να ζυγώνει το σκληρό και ψυχρό μάγουλό της στο πρόσωπό μου, κι εμένα, για να μη φανώ ανυπάκουη στη μητέρα μου και με τα βλέφαρα σφιγμένα για να μην τρέξουν τα δάκρυα, να της δίνω με μισή καρδιά και χωρίς καλά καλά ν’ αγγίζω το ζαρωμένο δέρμα της, ένα γρήγορο φιλί.
Λίγο παραπάνω από μισή ώρα αργότερα η γιαγιά έφυγε, και η μαμά, υπακούοντας σε ποιος ξέρει τι είδους παρορμήσεις, σηκώθηκε για να ψάξει στο τελευταίο συρτάρι της ντουλάπας ένα παλιό άλμπουμ με φωτογραφίες, το έφερε κοντά στο παράθυρο και αρχίσαμε να το κοιτάζουμε σχεδόν σιωπηλά. Εγώ ήμουν πέντε χρονών τότε, μα ήδη γεμάτη ερωτήσεις, όπως και τώρα.
«Μαμά, γιατί η γιαγιά είναι πάντα τόσο σκυθρωπή; Φαίνεται κακιά.»
«Όχι, Σοφία, η γιαγιά σου έχει μεγάλη καρδιά», μου είπε, «αν και είναι αλήθεια ότι έχει σκληρύνει πολύ.»
Σ’ εκείνη την ηλικία εγώ δεν καταλάβαινα και πολύ καλά αυτό με την “καρδιά που είχε σκληρύνει”, αλλά θυμάμαι πως από τότε άρχισα να φαντάζομαι τη γιαγιά μου σαν μια γυναίκα που είχε μες στο στήθος μια πέτρα — μια πέτρα που τη βάραινε τόσο, που της είχε πικράνει την όψη.

* * * * * * *

Τώρα, ξαφνικά, κάτι έγινε, και όλη αυτή η απομάκρυνση και η έλλειψη επικοινωνίας άλλαξε. Φαίνεται πως η γιαγιά ήταν πολύ άρρωστη και η μαμά μού είπε πως θα ερχόταν να μείνει μαζί μας για λίγο καιρό.
«Πόσον καιρό;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω, κοριτσάκι μου… απεριόριστο», ήταν η απάντηση.
Προσπάθησα να διαβάσω το πρόσωπο της μητέρας μου —πιο αδιαπέραστο από ποτέ— μα δεν κατάφερα να διακρίνω τι ήταν αυτό που ένιωθε.
Είναι παράξενο… μαζί της πάντα μπορούσα να μιλήσω για οτιδήποτε, μα το ζήτημα της γιαγιάς είχε μέχρι στιγμής αποτελέσει εξαίρεση. Ίσως γι’ αυτόν το λόγο —επειδή εγώ από τη μια δεν έβρισκα τρόπο να ρωτήσω λεπτομέρειες, κι εκείνη από την άλλη δεν είχε όρεξη να μου δώσει εξηγήσεις—, αυτές τις μέρες της αναμονής που βλέπαμε τις ώρες να κυλούν αργά, γίναμε και οι δυο μας πιο λιγομίλητες και σκεφτικές.

ΜΠΟΥΚΑΪ ΧΟΡΧΕ