Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

Συγγραφέας: ΧΑΝ ΜΠΙΟΥΝΓΚ-ΤΣΟΥΛ
Μετάφραση: ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΡΑΟΥΖΕ
Εκδόθηκε: 21/12/2015
ISBN: 978-960-8397-78-1
Σελίδες: 104

€9.54 €10.60

  Στο καλαθι βιβλια

 ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑΥΤΟΣΗΜΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
 
«Ένα πλεόνασµα πληροφόρησης και επικοινωνίας
δεν αρκεί για να φωτίσει τον κόσµο.
Ούτε η διαφάνεια ενισχύει τη διορατικότητα.
Η µάζα των πληροφοριών δεν παράγει αλήθεια.
Όσο περισσότερη πληροφορία απελευθερώνεται,
τόσο επιτείνεται η σύγχυση στον κόσµο.
Η υπερπληροφόρηση και η υπερεπικοινωνία
δεν φωτίζουν το σκοτάδι.»
 
Καμία λέξη δεν διατρέχει περισσότερο τον σύγχρονο δημόσιο λόγο απʼ όσο η λέξη «διαφάνεια». Σύμφωνα με τον Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, όποιος περιορίζει τη χρήση της αποκλειστικά σε θέματα διαφθοράς ή ελεύθερης διακίνησης της πληροφορίας, παραγνωρίζει την αληθινή της διάσταση. Η εμβέλεια της έννοιας «διαφάνεια» αποκαλύπτεται μόνον όταν της αποστερήσουμε το πρόσχημα της «καθαρότητας» και της «δημοκρατικότητας», και αφήσουμε να φανεί η αδιαφανής όψη της, αυτή που συνδέεται με την επιτήρηση και τον έλεγχο. Στη σύγχρονη εν πολλοίς πορνογραφική κοινωνία της επίδειξης του απόκρυφου, όπου όποιος δεν εκτίθεται, απλώς «δεν υπάρχει», η διαφάνεια δεν υπηρετεί την αλήθεια. Αντιθέτως, παράγοντας υπερβολική ποσότητα πληροφορίας, διευκολύνει τον έλεγχο των ανθρώπινων ελευθεριών και την ηλεκτρονική αστυνόμευση.
           
            Ο διάσημος κορεάτης φιλόσοφος αναλύει τις διαφορετικές πτυχές της έννοιας «διαφάνεια», εξετάζοντας εννέα κοινωνίες σε ισάριθμα κεφάλαια: την κοινωνία του θετικού, της έκθεσης, του εμφανούς, του πορνό, της επιτάχυνσης, του ενδόμυχου, της πληροφορίας, της αποκάλυψης, του ελέγχου.

 Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

 
 
Κανένας άλλος όρος δεν κυριαρχεί τόσο στη δημόσια συζήτηση όσο ο όρος «διαφάνεια». Την επικαλούνται εμφατικά, κυρίως σε συσχέτιση με την ελευθερία της πληροφόρησης. Το πανταχού παρόν αίτημα για διαφάνεια, το οποίο γιγαντώνεται μέχρι σημείου νʼ αναχθεί σε απόλυτη αξία και σε φετίχ, ανάγεται σε μιαν αλλαγή προτύπου που δεν μπορεί να περιοριστεί στο χώρο της πολιτικής και της οικονομίας. Σήμερα, η κοινωνία της αρνητικότητας παραχωρεί τη θέση της σε μια κοινωνία όπου η αρνητικότητα υποχωρεί όλο και πιο πολύ υπέρ της θετικότητας. Κατά συνέπεια, η κοινωνία της διαφάνειας εμφανίζεται κατʼ αρχάς ως κοινωνία της θετικότητας.
Τα πράγματα γίνονται διαφανή όταν αποτινάζουν κάθε αρνητικότητα, όταν λειαίνονται και εξομαλύνονται, όταν εναρμονίζονται με την ομαλή ροή του κεφαλαίου, της επικοινωνίας και της πληροφορίας. Οι δράσεις μετατρέπονται σε διαφανείς όταν υποτάσσονται σε μια μετρήσιμη, κατευθύνσιμη και ελέγξιμη διαδικασία. Ο χρόνος γίνεται διαφανής όταν ισοσταθμεί με μιαν ακολουθία διαθέσιμου παρόντος. Αλλά και το μέλλον θετικοποιείται ως βελτιστοποιημένο παρόν. Ο διαφανής χρόνος είναι χρόνος χωρίς πεπρωμένο και συμβάν. Οι εικόνες γίνονται διαφανείς όταν, απελευθερωμένες από κάθε δραματουργία, χορογραφία και σκηνογραφία, από κάθε ερμηνευτικό βάθος, αν όχι και από κάθε νόημα, αποκτούν πορνογραφική διάσταση. Πορνογραφία είναι η άμεση επαφή εικόνας και ματιού. Τα πράγματα γίνονται διαφανή όταν απεκδύονται τη μοναδικότητά τους και εκφράζονται αποκλειστικά σε τιμές. Το χρήμα, που καθιστά τα πάντα συγκρίσιμα με τα πάντα, καταλύει κάθε χαρακτηριστικό του μη μετρήσιμου, κάθε μοναδικότητα των πραγμάτων. Η κοινωνία της διαφάνειας είναι μια κόλαση του Όμοιου.
Όποιος συσχετίζει τη διαφάνεια μόνο με τη διαφθορά και την ελευθερία της πληροφορίας, παραγνωρίζει το εύρος της. Η διαφάνεια είναι ένας συστημικός εξαναγκασμός που καταλαμβάνει όλο το κοινωνικό γίγνεσθαι και του επιφέρει μια βαθιά αλλαγή. Σήμερα, το κοινωνικό σύστημα υποβάλλει όλες τις διεργασίες του σε μια εξαναγκαστική διαφάνεια για να τις κάνει λειτουργικές και να τις επιταχύνει. Η πίεση για επιτάχυνση πηγαίνει χέρι χέρι με την αποδόμηση της αρνητικότητας. Η επικοινωνία φτάνει στη μέγιστη ταχύτητά της όταν το Όμοιο ανταποκρίνεται στο Όμοιο, πυροδοτώντας μιαν αλυσιδωτή αντίδραση του Όμοιου. Η αρνητικότητα του Άλλου και του Ξένου ή η αντίσταση του Άλλου παρακωλύει και καθυστερεί την ομαλή επικοινωνία του Όμοιου. Η διαφάνεια σταθεροποιεί και επιταχύνει το σύστημα εξουδετερώνοντας το Άλλο ή το Ξένο. Αυτός ο συστημικός εξαναγκασμός μετατρέπει την κοινωνία της διαφάνειας σε κοινωνία της συμμόρφωσης. Και εδώ έγκειται ο ολοκληρωτικός της χαρακτήρας: «Νέα λέξη για τη συμμόρφωση: διαφάνεια».
H διαφανής γλώσσα είναι μια γλώσσα επίσημη, καθαρά μηχανική, λειτουργική, που στερείται κάθε αμφισημία. Ήδη ο Humboldt έχει επισημάνει τη θεμελιώδη αδιαφάνεια που ενυπάρχει στην ανθρώπινη γλώσσα: «Όταν δύο άτομα ακούν την ίδια λέξη, δεν σκέφτονται ακριβώς το ίδιο πράγμα, κι αυτή η διαφορά, όσο μικρή κι αν είναι, απλώνεται σαν κύμα και καλύπτει όλη τη γλώσσα. […] Γιʼ αυτό και κάθε κατανόηση είναι ταυτόχρονα και ακατανοησία. κάθε ταύτιση ιδεών και αισθημάτων, ταυτόχρονα και διάσταση». Ένας κόσμος ο οποίος θα αποτελούνταν μόνο από πληροφορίες που η απρόσκοπτη κυκλοφορία τους θα αποκαλούνταν επικοινωνία, θα έμοιαζε με μηχανή. Η κοινωνία της θετικότητας κυριαρχείται από «τη διαφάνεια και τη χυδαιότητα της πληροφορίας σʼ έναν κόσμο στεγνό από ιδιοσυμβάντα». Ο εξαναγκασμός της διαφάνειας ισοπεδώνει τον άνθρωπο ώσπου να τον καταστήσει λειτουργικό στοιχείο ενός συστήματος. Σʼ αυτό έγκειται η βία της διαφάνειας.
Το δίχως άλλο, η ανθρώπινη ψυχή έχει ανάγκη, κάποιες φορές, να είναι με τον εαυτό της, χωρίς το βλέμμα του Άλλου. Της είναι έμφυτη μια αδιαπερατότητα. Ένας άπλετος φωτισμός θα την ζεμάτιζε και θα της προκαλούσε μια ιδιαίτερη μορφή του Συνδρόμου Burn-out. Μόνο η μηχανή είναι διαφανής. Ο αυθορμητισμός, η επεισοδιακότητα και η ελευθερία, που συνιστούν γενικά τη ζωή, δεν επιτρέπουν καμία διαφάνεια. Γράφει ο Wilhelm von Humboldt σχετικά με τη γλώσσα: «…κάτι μπορεί νʼ αναδυθεί μέσα στον άνθρωπο που η αιτία του δεν μπορεί νʼ ανιχνευτεί σε προγενέστερες καταστάσεις. […] κι αν επιχειρούσαμε νʼ αποκλείσουμε τη γλώσσα από τη δυνατότητα πρόκλησης τέτοιων ανεξήγητων φαινομένων, θα παρερμηνεύαμε τη φύση της και θα παραχαράσσαμε την ιστορική αλήθεια της γένεσης και της πρωτεϊκότητάς της».
Ομοίως αφελής είναι και η ιδεολογία της Post-Privacy, η οποία, εν ονόματι της διαφάνειας, απαιτεί πλήρη εγκατάλειψη της ιδιωτικής σφαίρας, προκειμένου, υποτίθεται, να οδηγήσει σε διαφανή επικοινωνία. Αυτή η ιδεολογία περιπίπτει σε πολλά σφάλματα ταυτόχρονα. Ο άνθρωπος δεν είναι διαφανής ούτε καν στον εαυτό του. Σύμφωνα με τον Freud, το Εγώ αρνείται αυτό ακριβώς που το υποσυνείδητο όχι μόνο το δέχεται, αλλά και το ορέγεται διαρκώς. Το μεγαλύτερο μέρος του «Αυτό» παραμένει κρυφό για το Εγώ. Συνεπώς, ένα ρήγμα εντοπίζεται στην ανθρώπινη ψυχή, κι αυτό το ρήγμα, μη επιτρέποντας στο Εγώ να είναι σε συμφωνία με τον εαυτό του, καθιστά αδύνατη την αυτοδιαφάνεια. Το ίδιο ρήγμα ανοίγεται κι ανάμεσα στα άτομα, καθιστώντας εξίσου αδύνατη τη διαπροσωπική ­διαφάνεια. Ούτε αυτή είναι επιθυμητή. Η έλλειψη διαφάνειας του άλλου είναι αυτή που ζωογονεί τη σχέση. Γράφει ο Georg Simmel: «Και μόνο το γεγονός της απόλυτης γνώσης, της ψυχολογικής εξάντλησης, μας συνεφέρνει, ακόμα κι αν δεν έχει προηγηθεί μέθη, και παραλύει τη ζωτικότητα των σχέσεων. […] Το γόνιμο βάθος των σχέσεων, το οποίο πίσω από κάθε έσχατο που έχει αποκαλυφθεί υποψιάζεται και τιμά κάτι ακόμα πιο έσχατο […] είναι απλώς η ανταμοιβή για την τρυφερότητα και την αυτοπειθαρχία, οι οποίες, ακόμα και στην πιο στενή σχέση, που περιλαμβάνει ολόκληρο τον άνθρωπο, εξακολουθούν να τρέφουν σεβασμό για την ιδιωτικότητα του άλλου και να περιορίζουν το δικαίωμα της ερώτησης χάριν του δικαιώματος να διαφυλάσσει κάποιος τα μυστικά του». Η εξαναγκαστική διαφάνεια στερείται αυτήν ακριβώς την «τρυφερότητα», η οποία δεν είναι παρά ο σεβασμός απέναντι σε μια ετερότητα που δεν μπορεί να εξαφανιστεί εντελώς. Εν όψει αυτού του πάθους για διαφάνεια που έχει καταλάβει τη σημερινή κοινωνία, είναι χρήσιμη η άσκηση στο πάθος της απόστασης. Η απόσταση και η εντροπή δεν μπορούν να ενταχθούν στην ολοένα επιταχυνόμενη κυκλοφορία του κεφα­λαίου, της πληροφορίας και της επικοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι, εν ονόματι της διαφάνειας, καταλύονται όλα τα εσωτερικά καταφύγια. Φωταγωγούνται και δηώνονται, καθιστώντας τον κόσμο πιο αδιάντροπο και γυμνό.
Όμως και η αυτονομία του ενός προϋποθέτει την ελευθερία μη κατανόησης του Άλλου. Ο Sennett παρατηρεί: «Αυτονομία σημαίνει όχι τόσο ισότητα κατανόησης, διαφανή ισότητα, όσο αποδοχή στον άλλο αυτού που δεν κατα­νοείς — μια ισότητα αδιάφανη». Εκτός αυτού, μια διαφανής σχέση είναι νεκρή σχέση, κενή κάθε ελκυστικότητας και ζωτικότητας. Μόνο το νεκρό είναι τελείως διαφανές. Θα συνιστούσε νέο Διαφωτισμό η παραδοχή ότι υπάρχουν θετικές, παραγωγικές σφαίρες της ανθρώπινης ύπαρξης και συν-ύπαρξης, σφαίρες που η εξαναγκαστική διαφάνεια καταστρέφει ολοσχερώς. Γράφει ο Nietzsche: «Ο νέος Διαφωτισμός. […] Δεν είναι αρκετό να καταλαβαίνεις σε τι άγνοια ζουν ο άνθρωπος και το ζώο. πρέπει να έχεις επίσης τη θέληση για άγνοια και να αποκτήσεις επίγνωση. Πρέπει να καταλάβεις ότι δίχως αυτό το είδος άγνοιας η ίδια η ζωή θα ήταν αδύνατη, ότι είναι μια συνθήκη κάτω απʼ την οποία κάθε ζωντανό πλάσμα μπορεί μονάχα να διατηρήσει τον εαυτό του και να ευδοκιμήσει».
Είναι πια αποδεδειγμένο ότι περισσότερη πληροφόρηση δεν οδηγεί κατʼ ανάγκην σε καλύτερες αποφάσεις. Η διαίσθηση, π.χ., υπερβαίνει τις διαθέσιμες πληροφορίες και ακολουθεί τη δική της λογική. Σήμερα, μάλιστα, η υψηλότερη κριτική μας δυνατότητα ατροφεί εξαιτίας αυτού ακριβώς του καταιγισμού πληροφοριών. Συχνά, λιγότερη γνώση και πληροφόρηση παράγει ένα πλεόνασμα, ενώ και η αρνητικότητα της παραμέλησης και της λησμοσύνης είναι συχνά παραγωγική. Η κοινωνία της διαφάνειας δεν ανέχεται κενά ούτε στην πληροφόρησή μας ούτε στην οπτική μας. Παρʼ όλα αυτά, τόσο η σκέψη όσο και η έμπνευσή μας χρειάζονται ένα κενό. Η [γερμανική] λέξη “Glück” (ευτυχία) προέρχεται από την “Lücke” (κενό), ενώ στα μέσα άνω γερμανικά η ευτυχία λεγόταν ακόμα “Gelücke”. Έτσι, μια κοινωνία που δεν θα δεχόταν πια καμία αρνητικότητα του κενού θα ήταν μια κοινωνία χωρίς ευτυχία. Ο έρωτας χωρίς κενά οπτικής είναι πορνογραφία. Και χωρίς γνωστικές ελλείψεις, η σκέψη εκφυλίζεται σε υπολογισμό.
Η κοινωνία της θετικότητας αποχωρίζεται τόσο τη διαλεκτική όσο και την ερμηνευτική. Η διαλεκτική βασίζεται στην αρνητικότητα. Υπʼ αυτήν την έννοια, το «πνεύμα» του Hegel δεν απομακρύνεται από την αρνητικότητα, αλλά την ανέχεται και παραμένει εντός της. Η αρνητικότητα τρέφει τη «ζωή του πνεύματος». Αυτό που είναι άλλο μέσα στο ίδιο προκαλεί μιαν αρνητική ένταση και κρατάει το πνεύμα ζωντανό. «Tο πνεύμα απεναντίας» λέει ο Hegel, «είναι η δύναμη αυτή μόνο όταν κοιτάζει το αρνητικό κατάματα και ενδιατρίβει σʼ αυτό». Αυτή η ενδιατριβή είναι η «μαγική δύναμη που μετατρέπει το αρνητικό σε είναι». Αντίθετα, αυτός που απλώς κάνει ζάπινγκ μέσα στο θετικό, στερείται πνεύματος. Το πνεύμα είναι αργό επειδή ενδιατριβεί στο αρνητικό και το επεξεργάζεται για τον εαυτό του. Το σύστημα της διαφάνειας αποβάλλει κάθε αρνητικότητα, προκειμένου να επιταχυνθεί. Η ενδιατριβή μέσα στο αρνητικό δίνει τη θέση της στην τρελή κούρσα μέσα στο θετικό.
Η κοινωνία της θετικότητας δεν επιτρέπει αρνητικά συναισθήματα. Έτσι, ξεμαθαίνεις νʼ αντιμετωπίζεις τις δοκιμασίες και τον πόνο, και να τους δίνεις μορφή. Κατά τον Nietzsche, σʼ αυτήν ακριβώς τη διαβίωση μέσα στο αρνητικό οφείλει η ανθρώπινη ψυχή το βάθος, τη μεγαλοσύνη και τη δύναμή της, ενώ και το ανθρώπινο πνεύμα είναι ένας επώδυνος τοκετός: «Εκείνη η ένταση της ψυχής στην ατυχία, που καλλιεργεί τη δύναμή της, […] η επινοητικότητά της και η ανδρεία της στο να υφίσταται, να αντέχει, να ερμηνεύει, να εκμεταλλεύεται την ατυχία και ό,τι άλλο είχε ποτέ από βάθος, μυστήριο, μάσκα, πνεύμα, πανουργία και μεγαλείο — δεν της δόθηκαν μέσω του πόνου, μέσω της πειθαρχίας του μεγάλου πόνου;». Η κοινωνία της θετικότητας είναι εν τω μέσω ριζικής αναδιοργάνωσης της ανθρώπινης ψυχής. Κατά τη διαδικασία της θετικοποίησής της, o Έρωτας μετατρέπεται σε μια σύνθεση ευχάριστων συναισθημάτων και συγκινήσεων χωρίς επιπλοκές ή συνέπειες. Ο Alain Badiou, στο Εγκώμιο για τον έρωτα, παραπέμπει στις κοινοτοπίες των διαδικτυακών τόπων για ερωτικές γνωριμίες: «Μπορούμε να είμαστε ερωτευμένοι χωρίς να ερωτευτούμε (sans tomber amoureux)!» ή: «Μπορείς κάλλιστα να ερωτεύεσαι χωρίς να βασανίζεσαι!». Ο έρωτας εξημερώνεται, θετικοποιείται και γίνεται μια βολική φόρμουλα κατανάλωσης. Ο σκοπός είναι νʼ αποφευχθεί οποιοδήποτε τραύμα. Ο πόνος και το πάθος είναι μορφές της αρνητικότητας: από τη μια, υποτάσσονται στην απόλαυση χωρίς αρνητικότητα. από την άλλη, αντικαθιστώνται από ψυχικές διαταραχές όπως η εξάντληση, η κόπωση και η κατάθλιψη, που μπορεί να οφείλονται στο πλεόνασμα θετικότητας.
Και η θεωρία με την εμφατική έννοια είναι εκδήλωση αρνητικότητας. είναι μια απόφαση ως προς το τι υπάγεται σʼ αυτήν και τι όχι. Ως άκρως επιλεκτική αφήγηση, υψώνει ένα χάσμα διάκρισης. Εξαιτίας αυτής της αρνητικότητας, η θεωρία είναι βίαιη. «Προορισμός της είναι να εμποδίζει τα πράγματα να έρχονται σε επαφή» και «να διαχωρίζει ξανά αυτά που μπλέχτηκαν μεταξύ τους». Χωρίς την αρνητικότητα του διαχωρισμού, τα πράγματα αναπόφευκτα πολλαπλασιάζονται και συμφύρονται. Υπʼ αυτήν την έννοια, η θεωρία γειτνιάζει με την ιεροτελεστία, που διαχωρίζει τους μυημένους από τους αμύητους. Είναι λάθος να υποθέτουμε ότι η θετική μάζα δεδομένων και πληροφοριών, που σήμερα έχει πάρει τερατώδεις διαστάσεις, καθιστά τη θεωρία περιττή κι ότι ο συγχρονισμός των δεδομένων αντικαθιστά τα πρότυπα. Η θεωρία, ως αρνητικότητα, προηγείται των θετικών δεδομένων και πληροφοριών, αλλά και των προτύπων. Η θετική επιστήμη, που βασίζεται στα δεδομένα, δεν είναι το αίτιο, αλλά μάλλον το αιτιατό του τέλους της θεωρίας με την ουσιαστική της έννοια, που επίκειται. Η θεωρία δεν μπορεί νʼ αντικατασταθεί από τη θετική επιστήμη. Η τελευταία στερείται την αρνητικότητα της κρίσης που καθορίζει ευθύς εξαρχής τι είναι ή πρέπει να είναι. Η θεωρία ως αρνητικότητα επιτρέπει στην πραγματικότητα να εμφανίζεται κάθε φορά και με άλλο τρόπο, κάτω από άλλο φως.
Η πολιτική είναι στρατηγική δράση. Εξ αυτού και μόνο του λόγου, εμπεριέχει μια σφαίρα μυστικότητας. Μια πλήρης διαφάνεια την παραλύει. Κατά τον Carl Schmitt, «το αίτημα της δημοσιότητας συναντά έναν ιδιαίτερο αντίπαλο στην ιδέα ότι κάθε πολιτική έχει arcana, αυτά τα πολιτικο-τεχνικά μυστικά που είναι τόσο αναγκαία για τον ολοκληρωτισμό όσο και τα επιχειρηματικά και οικονομικά μυστικά για μια οικονομική ζωή που βασίζεται στην ιδιωτική περιουσία και τον ανταγωνισμό». Μόνον ως θεατροκρατία μπορεί η πολιτική να αντεπεξέλθει δίχως μυστικά, όταν δηλαδή η πολιτική δράση δίνει τη θέση της στην απλή σκηνοθεσία. Κατά τον Schmitt, η «γαλαρία των Παπαγκένο» οδηγούν το arcanum στην εξαφάνιση: «Ο 18ος αιώνας στήριξε πολλά στην αυτοπεποίθηση και στην αριστοκρατική έννοια της μυστικότητας. Σε μια κοινωνία που δεν διαθέτει πια αυτό το θάρρος, δεν θα υπάρχουν πια arcana, δεν θα υπάρχει ιεραρχία, ούτε μυστική διπλωματία και, άρα, καμία πολιτική εν γένει, αφού σε κάθε μεγάλη πολιτική ανήκει το arcanum. Όλα θα διαδραματίζονται στο προσκήνιο (μπροστά στους θεατές των Παπαγκένο)». Όθεν, το τέλος της μυστικότητας θα σήμαινε το τέλος της πολιτικής. Γιʼ αυτό και ο Schmitt ζητάει από την πολιτική περισσότερο «θάρρος για μυστικότητα».
Το [γερμανικό] Πειρατικό Κόμμα, ως κόμμα της διαφάνειας, συνεχίζει την εξέλιξη προς τη μεταπολιτική, που ισοδυναμεί με αποπολιτικοποίηση. Είναι ένα αντικόμμα και μάλιστα, το πρώτο κόμμα χωρίς χρώμα. Η διαφάνεια δεν έχει κανένα χρώμα. Εδώ, τα χρώματα δεν επιτρέπονται ως ιδεολογίες, παρά μόνον ως αποϊδεολογικοποιημένες απόψεις. Οι απόψεις δεν επιφέρουν συνέπειες. Δεν είναι τόσο δραστικές και διαποτιστικές όσο οι ιδεολογίες. Τους λείπει η πειστική αρνητικότητα. Γιʼ αυτό και η σημερινή κοινωνία της άποψης δεν θίγει το ήδη υπάρχον. Η ευελιξία της Liquid Democracy συνίσταται στο ότι αλλάζει χρώμα ανάλογα με την κατάσταση. Το Πειρατικό Κόμμα είναι ένα άχρωμο κόμμα άποψης. Η πολιτική δίνει τη θέση της σε μια διαχείριση κοινωνικών αναγκών που προσαρμόζεται στις υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και δεν τις αλλάζει. Το Πειρατικό Κόμμα, ως αντικόμμα, δεν είναι σε θέση νʼ αρθρώσει μια πολιτική βούληση και να εγκαθιδρύσει νέες κοινωνικές συντεταγμένες.
Η εξαναγκαστική διαφάνεια σταθεροποιεί το ισχύον σύστημα πολύ αποτελεσματικά. Η δια­φάνεια είναι αφʼ εαυτής θετική. Δεν ενυπάρχει μέσα της εκείνη η αρνητικότητα που θα μπορούσε νʼ αμφισβητήσει ριζικά το ισχύον πολιτικο­οικονομικό σύστημα. Είναι τυφλή μπροστά σε ό,τι είναι εκτός συστήματος. Επιβεβαιώνει και βελτιστοποιεί μόνον ό,τι ήδη υπάρχει. Γιʼ αυτό και η κοινωνία της διαφάνειας πάει χέρι χέρι με τη μεταπολιτική. Τελείως διαφανής είναι μόνον ο αποπολιτικοποιημένος χώρος. Ελλείψει αναφορών, η πολιτική εκφυλίζεται σε δημοψήφισμα.
Το γενικό πρόσταγμα της κοινωνίας τής θετικότητας είναι το “Like”. Δεν είναι τυχαίο ότι το Facebook αρνείται επιμόνως να εισαγάγει την εντολή “Dislike”. Η κοινωνία της θετικότητας αποφεύγει οποιαδήποτε παραλλαγή της αρνητικότητας, γιατί η αρνητικότητα παρακωλύει την επικοινωνία και η αξία της μετράται αποκλειστικά με βάση τον όγκο των πληροφοριών και την ταχύτητα ανταλλαγής τους, ενώ η ποσότητα των πληροφοριών ανεβάζει και την οικονομική της αξία. Αρνητικά προστάγματα παρεμποδίζουν την επικοινωνία. Το “Like” προκαλεί ταχύτερα την επικοινωνιακή συνδεσιμότητα απʼ ό,τι το “Dislike”. Πάνω απʼ όλα, η αρνητικότητα της απόρριψης δεν μπορεί νʼ αξιοποιηθεί οικονομικά.
Διαφάνεια και αλήθεια δεν είναι ταυτόσημες. Η αλήθεια είναι αρνητικότητα, στο μέτρο που αυτοπροβάλλει και αυτοεπιβάλλει τον εαυτό της ανακηρύσσοντας ψευδές οτιδήποτε άλλο. Περισσότερες πληροφορίες ή και η συσσώρευση πληροφοριών από μόνες τους δεν παράγουν αλήθεια. Της λείπει η κατεύθυνση, δηλαδή το νόημα. Και σʼ αυτήν ακριβώς την έλλειψη αρνητικότητας της αλήθειας οφείλεται ο πολλαπλασιασμός και η μαζοποίηση της θετικότητας. Η υπερπληροφόρηση και η υπερεπικοινωνία μαρτυρούν έλλειψη αλήθειας, ακόμα και έλλειψη Είναι. Περισσότερη πληροφόρηση και περισσότερη επικοινωνία όχι μόνο δεν αναιρούν τη θεμελιώδη ασάφεια του όλου, αλλά και την επιδεινώνουν.
 

ΧΑΝ ΜΠΙΟΥΝΓΚ-ΤΣΟΥΛ