ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΓΩΝΙΑ

ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΓΩΝΙΑ

Συγγραφέας: ΜΠΟΥΚΑΪ ΝΤΕΜΙΑΝ
Μετάφραση: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόθηκε: 25/09/2015
ISBN: 978-960-8397-73-6
Σελίδες: 256

€14.31 €15.90

  Στο καλαθι βιβλια

Πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας από εμάς τις καθημερινές συγκρούσεις που αποτελούν χαρακτηριστικό της σύγχρονης ζωής; Πώς μπορεί ο σημερινός άνθρωπος να αναμετρηθεί με μεγέθη που θεωρεί ότι τον ξεπερνούν; Πώς είναι δυνατόν να προσπαθήσει για δεύτερη φορά να υπερβεί ένα (φαινομενικά ανυπέρβλητο) εμπόδιο που του έφραξε το δρόμο;
Συχνά, η επίλυση του προβλήματος εξαρτάται από τη γωνία στην οποία έχουμε επιλέξει να σταθούμε. Αλλάζοντας θέση είναι πιθανό —έως βέβαιο— ότι θα βρεθούμε να κοιτάζουμε έκπληκτοι μια διέξοδο η οποία, το μόνο που περίμενε από εμάς, ήταν να την αντιληφθούμε. Αρκούσε να αλλάξουμε θέση και να δούμε τα ίδια πράγματα από άλλη γωνία.

Αυτή είναι η πρόσκληση που απευθύνει στον αναγνώστη του ο Ντεμιάν Μπουκάι: να δει εκ νέου την πραγματικότητα και να αποδεχτεί ότι, παρά το τρωτό της φύσης του, ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει τα χτυπήματα και να αντιμετωπίσει και τις πιο αντίξοες προκλήσεις.

«Τα κείµενα που συνθέτουν αυτό το βιβλίο είναι αποτέλεσµα ερωτηµάτων τα οποία µε απασχόλησαν σε διάφορες περιστάσεις τα τελευταία χρόνια. Τα περισσότερα από τα ερωτήµατα αυτά τέθηκαν σ' εµένα από ασθενείς ή απλούς γνωστούς στο οικείο περιβάλλον του ιατρείου ή στη βουή των καθηµερινών συναντήσεων, ενώ άλλα τα έθεσα εγώ ο ίδιος µε διάφορες ευκαιρίες στους δασκάλους µου, στους ψυχοθεραπευτές µου ή σε άλλους συνοµιλητές στους οποίους διέκρινα —σωστά ή όχι— µια δόση σοφίας. Τέλος, µερικά από τα κείµενα αυτά προέκυψαν από ερωτήµατα που ποτέ δεν µετουσιώθηκαν σε λέξεις: βουβές απορίες που οι πρωταγωνιστές τους δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν να διατυπώσουν.»

«Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου κι εγώ µάθαµε να ζούµε µαζί ξέροντας ότι,
καλώς ή κακώς, εγώ ήµουν εγώ κι αυτός ήταν αυτός,
ότι εγώ (έστω κι αν µε πονάει που το λέω) δεν ήρθα σ' αυτόν εδώ τον κόσµο
για να ικανοποιώ όλες του τις προσδοκίες, αλλά ούτε εκείνος
(και οµολογώ ότι αυτό ήταν ακόµα πιο δύσκολο για µένα)
ήρθε για να ικανοποιεί τις δικές µου.»

(Ο Χόρχε Μπουκάι για τον γιο του, Ντεμιάν)

 

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ

 

Άλλαξε δουλειά για ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό που ήθελε πάντα. Όμως, κάτι μέσα του επαναστατεί. Δεν αισθάνεται καθόλου καλά. Του λείπουν οι παλιοί του συνάδελφοι, όπως και η ευκολία με την οποία έκανε κάποτε τη δουλειά του. Αναρωτιέται μήπως αυτή ήταν μια λάθος κίνηση.


ΧΟΑΚΙΝ

Ο Ηράκλειτος το περιέγραψε με απαράμιλλο τρόπο πριν από εκατοντάδες χρόνια, με μια εικόνα: «Κανείς δεν μπαίνει δύο φορές στο ίδιο ποτάμι». Γιατί το νερό και ο χρόνος κυλάνε αμείλικτα και, ακόμα κι αν ξαναβουτήξει κάποιος στο ποτάμι, ούτε τα νερά θα είναι τα ίδια, ούτε κι εκείνος αυτός που ήταν κάποτε. Ο κόσμος αλλάζει συνεχώς, όπως ο καθένας μας, κι αυτό είναι ένα αναπόφευκτο και αναντίρρητο γεγονός: αρκεί να κοιτάξει κανείς γύρω του (ή και τον ίδιο του τον εαυτό) για να το διαπιστώσει.
Προσφάτως συνειδητοποίησα πως υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους παρουσιάζεται η αλλαγή στη ζωή και στο περιβάλλον μας: τον πρώτο θα τον ονόμαζα «σταδιακή αλλαγή» και τον δεύτερο «ριζική αλλαγή».
Η «σταδιακή αλλαγή» συνίσταται στις μικρές εκείνες μεταβολές που συμβαίνουν μέρα μέρα στη ζωή μας και περνούν ως επί το πλείστον απαρατήρητες: η φθορά των πραγμάτων, το μεγάλωμα των παιδιών και τα γηρατειά είναι μερικά τυπικά παραδείγματα «σταδιακών αλλαγών», μαζί με κάποια άλλα πιο «λεπτά» φαινόμενα, όπως η μετάβαση από τον έρωτα στην αγάπη π.χ., που ακολουθούν τον ίδιο κανόνα. Αυτές οι αλλαγές είναι αργές και διαρκείς, γι’ αυτό τις αντιλαμβανόμαστε μόνο όταν κάτι —μια φωτογραφία, ένα αναμνηστικό, μια μακρά απουσία— μας φέρει κοντά ένα μακρινό παρελθόν.
Η «ριζική αλλαγή» από την άλλη, χαρακτηρίζεται από προφανέστερες μεταβολές για τις οποίες έχουμε πλήρη συνείδηση. Κάποιες φορές είναι προγραμματισμένες και προβλέψιμες, ενώ άλλοτε μας ξαφνιάζουν ή και μας καταβάλλουν: μια μετακόμιση, μια αλλαγή δουλειάς, μια γέννηση ή ένας θάνατος, είναι γεγονότα χαρακτηριστικά μιας «ριζικής αλλαγής». Μέσα στην ερωτική σχέση μια αλλαγή αυτού του τύπου θα μπορούσε να είναι και ο γάμος, ως συνθήκη που περιλαμβάνει κι άλλες ρητές συμφωνίες («δε θα βγαίνουμε με άλλους», «θα περνάμε περισσότερο χρόνο μαζί»). Η ριζική αλλαγή γίνεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μ’ ένα εύκολα διακριτό πριν και μετά.
Αυτοί οι δύο τύποι αλλαγών χτίζουν πολύ διαφορετικά βιώματα από άνθρωπο σε άνθρωπο, και οι τρόποι αντιμετώπισής τους ποικίλλουν επίσης. Εντούτοις, τα βασικά στοιχεία μιας διαδικασίας αλλαγής είναι κοινά, όπως κοινές είναι και κάποιες από τις δυσκολίες που εκπο­ρεύονται.

Είτε γλιστράει απαλά σε μια ήπια πλαγιά είτε πηδάει από­τομα απ’ το ένα σκαλοπάτι στο άλλο, η ζωή μας —ακόμη περισσότερο αν είναι μια υγιής ζωή— ποτέ δε μένει στάσιμη: κινείται διαρκώς. Όπως ήδη ανέφερα —κι εσείς ασφαλώς ήδη γνωρίζετε— η αλλαγή είναι κάτι αναπόφευκτο. Εντούτοις, είναι πολλές οι φορές που οι άνθρωποι κάνουμε τα αδύνατα-δυνατά προκειμένου να την αποφύγουμε και να μείνουν τα πάντα ως έχουν. Προσπαθούμε να καθυστερήσουμε την αλλαγή, να την αναβάλουμε ή να τη μειώσουμε, να την αγνοήσουμε ή να την αναιρέσουμε. Αν τίποτα απ’ όλα αυτά δε φέρει αποτέλεσμα, τότε καταφεύγουμε σε άλλη τεχνική: την αρνούμαστε μ’ ένα: «δεν έγινε τίποτα». Το τελευταίο εξεζητημένο μέσο που μας απομένει είναι να φαλκιδεύσουμε τα πράγματα και τις καταστάσεις ώστε να μείνει η πλάστιγγα σταθερή στο ίδιο σημείο. Το εντυπωσιακό σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ότι τέτοιες συμπεριφορές μπορεί να προκύψουν ακόμη και μπροστά σε αλλαγές που το ίδιο το άτομο επιθυμούσε ή πάσχιζε να πετύχει.
Είναι άξιο απορίας, λοιπόν, το γιατί αντιστεκόμαστε τόσο σθεναρά στην αλλαγή. Τι είναι αυτό που μας τρα­βάει προς τα πίσω; Έχω την εντύπωση πως η απάντηση είναι απλή: δυσκολευόμαστε να δεχτούμε την αλλαγή, γιατί κάθε αλλαγή προϋποθέτει μια απώλεια. Όταν κάτι αλλάζει, παύει να είναι με έναν συγκεκριμένο τρόπο και αρχίζει να είναι αλλιώς. Αυτό που ήταν, δεν είναι πια. δεν υπάρχει. Ας πάρουμε το παράδειγμα του λευκού βάζου που μας αρέσει πολύ, αλλά αποφασίζουμε να το βάψουμε γαλάζιο. Όταν συμβεί αυτό, το λευκό βάζο θα χαθεί. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως: «Στην πραγματικότητα όμως, το γαλάζιο βάζο είναι το λευκό βάζο». Εμείς, αν θέλαμε να τον βοηθήσουμε, θα απαντούσαμε: «Όχι. Το γαλάζιο βάζο είναι το γαλάζιο βάζο. Το λευκό βάζο δεν υπάρχει πια», προσθέτοντας ένα: «Λυπάμαι ειλικρινά» καθώς —ως γνωστόν— οι απώλειες πονάνε. Μπορούμε λοιπόν να αντιληφθούμε πως η αντίστασή μας στις αλλαγές είναι κατ’ ουσίαν μια άρνηση ν’ αντιμετωπίσουμε τον πόνο της απώλειας αυτού που κάποτε κατείχαμε.
Τότε, όμως, θα πει κάποιος: «Μα δεν υπάρχουν και θετικές αλλαγές; Αλλαγές που έχουν ως αποτέλεσμα ένα όφελος;» Ασφαλώς και υπάρχουν, αλλά ακόμη κι αυτές που αποδεικνύονται ωφέλιμες προϋποθέτουν μια απώλεια. Είναι πιθανό το όφελος να είναι μεγαλύτερο από την απώλεια, αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν θα νιώσει κανείς στενοχωρημένος. Ο πόνος δεν μετριέται με βάση το κόστος ή το όφελος, αλλά έχει να κάνει με το γεγονός ότι χάθηκε κάτι που θεωρούσαμε κομμάτι της ζωής μας. Με πειράζει που το έχασα, ακόμη κι αν δεν το ήθελα πια, ακόμη κι αν αυτό που το αντικατέστησε μου αρέσει περισσότερο. Ας γυρίσουμε πάλι στο παράδειγμα του λευκού βάζου κι ας υποθέσουμε ότι το βαρεθήκαμε και τώρα μας αρέσει το βιολετί —που είναι και της μόδας— και αποφασίζουμε να ξαναβάψουμε το βάζο βιολετί. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ όμορφο. όπως το φανταζόμαστε. Ακόμη κι έτσι όμως, είναι πιθανό να μας λείψει το λευκό βάζο που είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε, γιατί είχε γίνει (όπως κάθε τι που έχει ζήσει μαζί μας πολύ καιρό), κομμάτι της ζωής μας.
Αυτό που μας συμβαίνει με τα πράγματα είναι βέβαιο ότι μας συμβαίνει και με τις ασχολίες, το σπίτι, τις σχέσεις και —εννοείται— με τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι αναπόφευκτο κάθε αλλαγή να συνοδεύεται από τον πόνο όσων αφήνουμε πίσω, και θα πρέπει να προσθέσω: όσων αφήνουμε πίσω για πάντα. «Ε, καλά… και δεν μπορεί κανείς να ξαναβάψει το βάζο λευκό;» Είναι σίγουρο ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η απάντηση είναι όχι. δεν μπορεί. Συνήθως, δεν είναι δυνατόν να γυρίσει κανείς πίσω. Ακόμη κι αν, για παράδειγμα, το βάζο γινόταν πάλι λευκό, δεν θα ήταν πια εκείνο το πρώτο λευκό βάζο, αλλά ένα άλλο λευκό βάζο… γιατί ο τόνος του λευκού δεν θα ήταν ακριβώς ο ίδιος, ή θα ξεχώριζε λίγο το βιολετί από κάτω. Εκείνο το λευκό βάζο δεν θα ξαναγίνει ποτέ. Αυτός είναι ο λόγος που μας κάνει, μετά από κάθε αλλαγή, να βιώνουμε μια περίοδο «πένθους» και να χρειαζόμαστε ένα διάστημα για να επεξεργαστούμε την απώλεια. Και σ’ αυτό το διάστημα είναι φυσικό να νιώθουμε θλίψη.
Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι, λίγο καιρό μετά την απόφασή τους να χωρίσουν με τον/την σύντροφό τους, σκέφτονται να επιστρέψουν (σε ποιον δεν έχει συμβεί;) λέγοντας μέσα τους: «Πονάω τόσο πολύ… Αυτό σημαίνει μάλλον ότι ακόμα τον/την αγαπάω». Εδώ, ο πόνος της απώλειας συγχέεται με την επιθυμία να συνεχιστεί η σχέση — επιθυμία που μπορεί όντως να ενδημεί, σε καμία περίπτωση όμως δεν μετριέται με τη μεζούρα του πόνου. Όπως είπαμε, το καινούργιο μπορεί να είναι καλύτερο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα νιώσουμε θλίψη για το παλιό που αφήσαμε ή που μας άφησε.

Οφείλω να ζητήσω συγγνώμη από τον αναγνώστη μου, καθώς όλα τα παραδείγματα που έχω δώσει μέχρι τώρα αφορούν «ριζικές» αλλαγές, κάτι που μπορεί να εγείρει το ερώτημα: «Τι γίνεται με τις ‘‘σταδιακές’’ αλλαγές; Σε αυτές δεν υπάρχει απώλεια; Κι αν υπάρχει, τι είναι αυτό που χάνεται;»
Για ν’ απαντήσω επιτρέψτε μου να αφηγηθώ μια μικρή ιστορία, ή μάλλον ένα μικρό μέρος μια πολύ μεγαλύτερης. Στο μυθιστόρημα Χόμπιτ, του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, ο Μπίλμπο Μπάγκινς —ένα από εκείνα τα αξιοθαύμαστα πλασματάκια με τα μαλλιαρά πόδια— εξαναγκάζεται από το πλάσμα που ακούει στο όνομα Γκόλουμ, να λύσει μερικά αινίγματα, αν δε θέλει να καταλήξει στο πιάτο του αντιπάλου του. Το τελευταίο αίνιγμα που σκαρφίζεται το δόλιο Γκόλουμ είναι το εξής:
 

«Τα πράγματα όλα καταπίνει,
πουλιά και λουλούδια, δέντρα και κτήνη.
μασάει το σίδερο, το ατσάλι σκίζει,
αλέθει πέτρες και τις λιανίζει.
Πόλεις ρημάζει, ρηγάδες σκοτώνει
και τα ψηλά βουνά ξεθεμελιώνει.
Ποιος είναι;»

Ο καημένος ο Μπίλμπο αρχίζει να σκέφτεται γίγαντες, δράκους και κάθε λογής τέρατα, αλλά δεν βρίσκει ποιος θα μπορούσε να τα κάνει όλ’ αυτά. Καθώς δεν μπορεί να βρει την απάντηση και το Γκόλουμ αρχίζει να ξερογλείφεται πηγαίνοντας προς το μέρος του, ο Μπίλμπο αναζητά ακόμη λίγο χρόνο για να σκεφτεί, και το μόνο που καταφέρνει να ψελλίσει είναι: «Χρόνος! Χρόνος!». Και είναι τυχερός γιατί, φυσικά, αυτή είναι η σωστή απάντηση.
Ο χρόνος, με την απαλή και σχεδόν αδιόρατη ροή του είναι ένας μοχλός διαρκούς αλλαγής. Κάθε στιγμή χάνουμε κι από κάτι, κι αυτό το κάτι μετατρέπεται σε παρελθόν αδύνατον να ανακτηθεί. Ο χρόνος, όπως στο αίνιγμα, αγγίζει τα πάντα: τόπους, ανθρώπους και σχέσεις, και πριν ακόμη οδηγήσει κάτι στον οριστικό χαμό, το έχει προηγουμένως μεταβάλει αδιάκοπα. Αυτές οι μεταβολές λαμβάνουν χώρα τόσο σταδιακά και αργά, που σχεδόν δεν τις παίρνουμε είδηση (σχεδόν). Ωστόσο, αν κοιτάξουμε μια φωτογραφία βγαλμένη λίγα χρόνια πριν, μπορεί να νιώσουμε κάποια νοσταλγία. Πέρα από το πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν τότε ή πόσο ευτυχισμένοι είμαστε τώρα, πόσο πιο νέοι ή πιο αστείοι, καλύτεροι ή χειρότεροι —ανεξαρτήτως αξιολογήσεων που, στην πραγματικότητα, δεν έχουν καμία σημασία—, θα αισθανθούμε νοσταλγία, γιατί το άτομο της φωτογραφίας δεν υπάρχει πια. σήμερα είμαστε άλλοι. Χάνουμε κάθε στιγμή αυτό που υπήρξαμε, κι αυτό που σίγουρα μας πληγώνει —η απώλεια του αγαπητού προσώπου— μπορεί και να μας απελευθερώνει καθώς τίποτα δεν μας δένει στ’ αλήθεια με το παρελθόν μας. Είμαστε ένας νέος άνθρωπος κάθε μέρα, και γι’ αυτό μπορούμε να επιλέγουμε, κάθε μέρα, τι θέλουμε να κάνουμε στη ζωή μας.
Αυτό είναι το θαύμα της αλλαγής, που ανοίγει μπροστά μας έναν κόσμο δυνατοτήτων. Μόνο που, για να αντιμετωπίσουμε τις αλλαγές που θα έρθουν και να αποδεχτούμε όσες μας έχουν ήδη συμβεί, θα πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε κάτι. Σε ανταπόδοση, θα κερδίσουμε άπειρες νέες επιλογές και πιθανούς δρόμους.


Σημειώσεις και πηγές

Ο Ηράκλειτος ανήκει στους έλληνες προσωκρατικούς φιλοσόφους. Γεννήθηκε στην Έφεσο (που σήμερα ανήκει στην Τουρκία) περίπου τον 6ο π.Χ. αιώνα. Το έργο του είναι γνωστό κυρίως από αναφορές μεταγενέστερων συγγραφέων, καθώς σώζονται μόνο ασύνδετα αποσπάσματα. Ο Ηράκλειτος δίδασκε με αποφθέγματα και επιγραμματικές φράσεις, από τις οποίες αυτή που αναφέρω είναι σίγουρα η πιο διάσημη. Συνεπής προς το περιεχόμενό της, η φράση άλλαζε με την πάροδο του χρόνου και είναι δύσκολο να πει κανείς ποια είναι η πρωτότυπη. Η εκδοχή που αναφέρω εδώ βασίζεται στην ανάγνωσή της από τον Πλάτωνα. Ο Χέρμαν Ντιλς, Γερμανός φιλόσοφος των αρχών του 20ού αιώνα, προτείνει μια μετάφραση που θεωρεί πιο πιστή: «Στο ίδιο ποτάμι μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, γιατί είμαστε και δεν είμαστε». Η αδιάκοπη αλλαγή ήταν ο ένας από τους δύο βασικούς πυλώνες της διδασκαλίας του Ηράκλειτου. Ο άλλος ήταν η λειτουργία του σύμπαντος με βάση τα ζεύγη των συμπληρωματικών αντιθέτων (φως και σκοτάδι, αρμονία και χάος, γυναίκα και άνδρας).

Το Χόμπιτ, του Τζον Ρόναλντ Ρούελ Τόλκιν, είναι κατά κάποιον τρόπο ο πρόδρομος του μεγαλύτερου και πιο γνωστού έργου του που είναι Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Αφηγείται την ιστορία του Μπίλμπο Μπάγκινς, ενός φιλήσυχου χόμπιτ που ο μάγος Γκάνταλφ ωθεί σε μια μεγάλη περιπέτεια: να ταξιδέψει ώς το λημέρι του δράκου Νοσφιστή. Το επεισόδιο που διηγούμαι εδώ είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο σημαντικό (και το πιο ενδιαφέρον) του βιβλίου, γιατί είναι η πρώτη εμφάνιση του πλάσματος Γκόλουμ, βασικού ήρωα της τριλογίας. Αφηγείται πώς έφτασε ο Μπίλμπο Μπάγκινς να πάρει το «Ένα Δαχτυλίδι», που μετά θα περάσει στον Φρόντο (τον εγγονό του) και θα προκαλέσει όλα τα γεγονότα που εξελίσσονται στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Πράγματι, αφού έλυσε κατά τύχη το αίνιγμα του Γκόλουμ, ο Μπίλμπο, αδυνατώντας να σκεφτεί άλλους γρίφους, κάνει στον αντίπαλό του την ερώτηση: «Τι έχω στην τσέπη μου;». Η απάντηση την οποία το Γκόλουμ θα βρει μετά τη δραπέτευση του Μπίλμπο, είναι ότι στην τσέπη του, το χόμπιτ είχε το δαχτυλίδι που είχε χάσει το Γκόλουμ — δαχτυλίδι που συγκέντρωνε όλη τη δύναμη του Σάουρον, του Μαύρου Άρχοντα.

 

ΜΠΟΥΚΑΪ ΝΤΕΜΙΑΝ