Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΧΟΙΡΙΝΩΝ

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΧΟΙΡΙΝΩΝ

Συγγραφέας: ΤΟΥΣΕΤ ΠΑΜΠΛΟ
Μετάφραση: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόθηκε: 17/12/2008
ISBN: 978-960-8397-25
Σελίδες: 475

€19.08 €21.20

  Στο καλαθι βιβλια

Ο αστυνόμος Πουγιόλ, λίγο πριν βγει στη σύνταξη, ερευνά τον μυ-στηριώδη θάνατο μιας γυναίκας που βρέθηκε μέσα σε σφαγείο χοιρινών, σ’ ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό της Ισπανίας. Στο στόμα της ανακαλύπτει ένα χαρτί με τη φράση: «ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΟΙΡΟΥ». Έτσι, ο δημιουργός τού —διάσημου πια— μυθιστορήμα-τος: Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ’ ένα κρουασάν, (ξανα) παγιδεύει τον αναγνώστη του σε μια αλληλουχία καταστάσεων που εκτυλίσσονται σ’ έναν κόσμο «παράλληλο και παράδοξο» όπου τα γεγονότα μπορεί να «γίνονται» χωρίς να συμβαίνουν, μπορεί να «βιώνονται» χωρίς κάποιος να τα έχει ζήσει, μπορεί να «είναι», μπορεί και όχι...

ΟΥτε ο αστυνΟμος ΠουγιΟλ ούτε ο αστυφύλακας Βαρέλα έχουν φάει τίποτα στερεό για πρόγευμα. Περιμένουν να δουν τι θα τους τύχει εκείνο το πρωινό. Έχουν ήδη μία ώρα στο δρόμο, κι ο αστυνόμος νιώθει το κενό στο στομάχι του. Επιπλέον, το γκρενά Πεζό 205 του Τμήματος του πέφτει μικρό και κυλάει στον αυτοκινητόδρομο με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτή που ο αστυνόμος Πουγιόλ θεωρεί συνετή. Δεν μπορεί να χαλαρώσει στο κάθισμα. «Δεν πάμε να σβήσουμε πυρκαγιά, Βαρέλα.» «Ορίστε;» «Κόψε λίγο ταχύτητα, κάνε μου τη χάρη.» Ο Βαρέλα αφήνει το γκάζι, ελαφρώς ενοχλημένος από την παρατήρηση. Του ξινίζει λίγο, εν μέρει λόγω της βραχνάδας στη φωνή του επιθεωρητή. Ο αστυνόμος, από την πλευρά του, θα προτιμούσε να είχε μαζί του εκείνο το πρωί κάποιον βετεράνο, ή τουλάχιστον κάποιον που να μη φοβάται. Ψάχνει στο ράδιο ώσπου τελικά ακούγεται κάτι: «Τι ώρα είναι στη Μοζαμβίκη / Τι ώρα είναι στην Ιαπωνία...» Τον ενοχλεί επίσης που ο χώρος βρομοκοπάει πολυκαιρισμένη τσιγαρίλα. Μάλιστα, ο αστυνόμος αναγκάστηκε να σκύψει να μαζέψει μια γόπα που κάποιος είχε ποδοπατήσει πάνω στη μοκέτα — σίγουρα κάποιος καλοβολεμένος επιθεωρητής που θα ζοριζόταν να σκύψει ώς το σταχτοδοχείο. Κράτησε σημείωση στο μπλοκάκι του για το συμβάν. «Δώδεκα η ώρα στην Αβάνα, στην Κούβα...» Στο γυρισμό θα μιλήσει με κάποιον απ’ το γκαράζ. Ίσως να φταίει και η υπηρεσία καθαριότητας. όλοι κάνουν το κορόιδο σε τέτοια θέματα. «Μ’ αρέσουν τα αεροπλάνα, μ’ αρέσεις εσύ / μ’ αρέσει να ταξιδεύω, μ’ αρέσεις εσύ...» «Βαρέλα, ξέρεις τι μουσική είν’ αυτή;» Ο Βαρέλα, —μεταξύ μουσικής και αυτοκινητόδρομου—, χάνει την αυτοσυγκέντρωσή του και μειώνει κι άλλο την ταχύτητα: «Ορίστε;» «Η μουσική που ακούμε.» Ο αστυνόμος δείχνει το ράδιο. «Α... Είναι Μανού Τσάο.» «Καλά, δεν είναι ανάγκη να πηγαίνουμε σαν τα βόδια. Και τι είναι αυτό; Νέο στιλ;» «Ποιο;» «Το μανουτσάο...» «Όχι... Τραγουδιστής είναι.» «Ξέρεις πώς γράφεται; Το όνομα...» «Δεν είμαι σίγουρος... Υποθέτω όπως ακούγεται.» Ο αστυνόμος βγάζει πάλι το μπλοκάκι κάτω από το πουλόβερ και σημειώνει «Μανουτσάο», όπως ακούγεται. «Μ’ αρέσει η μαριχουάνα, μ’ αρέσεις εσύ / Μ’ αρέσει η κολομβιάνα, μ’ αρέσεις εσύ...» «Μπορούν ν’ αρχίσουν τις εκστρατείες αυτοί στο Υπουργείο...» «Ορίστε;» «Τίποτα... Τι αμάξι είν’ αυτό;» Ο αστυνόμος εννοεί το όχημα που τους προσπερνάει με μεγάλη ταχύτητα στην αριστερή λωρίδα. «Αυτό; Άουντι, το Α3...» «Αν εμείς πάμε με 120 τότε αυτός πάει με 180... Έτσι σκοτώνονται.» «Κανένας δεν πάει με 120 στον αυτοκινητόδρομο...» τολ­μάει να πει ο Βαρέλα. «Πάω εγώ... κι όσο είμαι υπηρεσία θα πηγαίνεις κι εσύ.» Παύση. «Είναι πολύ ακριβά;» «Ποια;» «Για τι μιλάμε, Βαρέλα; Τα Άουντι. Ρωτάω αν είναι πολύ ακριβά αυτά τα μικρά Άουντι...» «Ξέρω κι εγώ... Θα σας γελάσω.» Αφού βλέπει ότι λίγες δυνατότητες συζήτησης προσφέρει ο Βαρέλα, ο αστυνόμος αφοσιώνεται στο τοπίο. Τέλος πάντων, καλό είναι να εξοικονομήσει την ελάχιστη φωνή που διαθέτει σήμερα το πρωί. Έχουν αφήσει πολύ πίσω την καρδιά της πόλης, τους δήμους της περιφέρειας και τη μεγάλη βιομηχανική ζώνη. Δεν κυριαρχεί πια το γκρίζο, ούτε καν στον ουρανό που κερδίζει τόνους γαλάζιου καθώς προχωράει η μέρα. Πίσω από τα πρώτα δάση, στα βορειοδυτικά, ξεχωρίζουν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, αποθήκες και μεμονωμένα σπίτια σε κτήματα. Στην αρχή είναι με πλίνθους και κεραμίδια κι ύστερα με πέτρα και σχιστόλιθο στη στέγη, καθώς ο αυτοκινητόδρομος ανεβαίνει και στριφογυρίζει με όλο και πιο κλειστές στροφές. Ο αστυνόμος κατεβάζει λίγο το παράθυρο ν’ ανασάνει τον αέρα απ’ έξω — πολύ διαφορετικό από την ατμόσφαιρα της πόλης που κουβαλούν κλεισμένη μέσα στο Πεζό. Ένα μέρος της διαδρομής που κάνουν αυτή την ανοιξιάτικη Κυριακή συμπίπτει με τη δική του διαδρομή, κάθε Σάββατο πρωί σχεδόν, μαζί με τη γυναίκα του και με το δικό του αυτοκίνητο — ένα Πεζό από τα μεγάλα, που μυρίζει λεβάντα. Η διαφορά είναι, ότι στο ύψος του αυτοκινητόδρομου όπου ο αστυνόμος στρίβει προς τη θάλασσα, εκείνη την Κυριακή το ταξίδι συνεχίζεται προς το βορρά για κάμποση ώρα. Και ο αστυνόμος ευχαριστιέται με τη θέα των βουνών και με τα βοσκοτόπια. Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του ορεσίβιο που εξορίστηκε σε μια πόλη που του έπεφτε υπερβολικά μεγάλη. Ύστερα παίρνουν ένα δρόμο που χώνεται πιο βαθιά στις δυτικές επαρχίες, ώσπου φτάνουν στη μεγάλη κοιλάδα που χωρίζει τις αυτόνομες διοικητικές περιφέρειες. Και στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής παίρνουν ένα φιδογυριστό δρόμο που σκαρφαλώνει μέσα στο πυκνό δάσος. «Σίγουρα ήταν εδώ;» ρωτάει ο αστυνόμος. «Ξέρω κι εγώ; Ακολουθήσαμε όλες τις ταμπέλες του δρόμου...» «Μη βασίζεσαι στις ταμπέλες. Αν οι επιθεωρητές των Ανθρωποκτονιών πατάνε αποτσίγαρα μέσα στα αμάξια του Τμήματος, σκέψου τι μπορεί να κάνει ένας υπάλληλος του υπουργείου συγκοινωνιών με τις πινακίδες.» Παρ’ όλα αυτά, το απελπιστικό ζιγκ-ζαγκ του δρόμου μάλλον τους οδήγησε στο μέρος που ήθελαν: ΣΑΝ ΧΟΥΑΝ ΔΕ ΟΡΛΑ, ανακοινώνει η μικρή ταμπέλα διακοσμημένη με διάφορες επιγραφές. Δίπλα, ένα Σιτροέν της τοπικής αστυνομίας περιμένει σταματημένο στη βοηθητική λωρίδα. Οι ένστολοι αστυνομικοί, ένας άντρας και μία γυναίκα, στέκονται έξω από το όχημα και κοιτάζουν προς το γκρενά Πεζό που έρχεται. Έχουν αφήσει αναμμένα τα φώτα της σειρήνας. «Τι ηλίθιος τρόπος να ξοδεύεις τη μπαταρία» λέει ο αστυνόμος. «Ορίστε;» «Οι φάροι... Μα τι νόμιζαν; Πως δε θα τους βλέπαμε;» Ο αστυνόμος απελευθερώνεται από τη ζώνη ασφαλείας και, με δυσκολία, βγάζοντας το χέρι για να πιαστεί από την οροφή του αυτοκινήτου, βγαίνει στη σκιά χωρίς να φορέσει το σακάκι του. Το γκριζογάλανο αμάνικο πουλόβερ πρέπει να είναι αρκετό για έναν ορεσίβιο — έστω κι αν ζει εξόριστος στην πόλη. Κοιτάζει τον ψηλό βράχο που ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο ορεινό όγκο — ένα τετράγωνο κεφάλι από γκρίζα πέτρα που προεξέχει πάνω από δύο χαμηλότερους ώμους. Είναι το βουνό Ορλά. Ο αστυνόμος το έχει δει σε φωτογρα­φίες. Τεντώνει λίγο τα πόδια του και αμέσως προλαβαίνει την ταλάντευση των ένστολων αστυνομικών. Περιμένουν τον ανώτερο από την πόλη, αλλά ακόμα δεν είναι σίγουροι ότι ο φινετσάτος εξηντάρης που βγαίνει από το μικροσκοπικό Πεζό είναι ο εν λόγω ανώτερος. Ο αστυνόμος δεν κάνει καμία προσπάθεια να χαμογελάσει. ξέρει ότι δεν του πάει να χαμογελάει από ευγένεια. «Καλημέρα. Πρώτος Αστυνόμος Πουγιόλ, από τα Κεντρικά» δείχνει με το δάχτυλο το λαιμό του, εννοώντας ότι η φωνή του δεν είναι έτσι συνήθως. Οι αστυνομικοί χαιρετούν κι ο αστυνόμος ανταποδίδει. «Μπορούμε να πιούμε έναν καφέ εκεί που μας περιμένουν; Θα ήθελα κάτι ζεστό για τη φωνή...» Ο τοπικός αστυφύλακας απαντά καταφατικά. Το μέρος όπου θα πάνε απέχει λιγότερο από δύο χιλιόμετρα, κι εκεί έχει μια μηχανή καφέ. Ο αστυνόμος λέει ότι θα τους ακολουθήσουν με το Πεζό, και τώρα μπορεί να χαμογελάσει — όχι από ευγένεια, αλλά από προκαταβολική ικανοποίηση για το ζεστό καφέ. Βρίσκει ευκαιρία να ρίξει ένα βλέμμα στα μάτια της γυναίκας αστυνομικού. Ο αστυνόμος ξέρει, και το έχει διαπιστώσει μπροστά στον καθρέφτη, ότι το χαμόγελο είναι ο μόνος τρόπος να καλύψει την ασχήμια του βλέμματός του. Ανεβαίνουν στα αμάξια. Η μέρα είναι ηλιόλουστη, όμως, αμέσως μόλις περνούν την πινακίδα του χωριού, λίγα απομεινάρια ομίχλης αρχίζουν να θολώνουν τον κιτρινωπό ήλιο που πέφτει στον επαρχιακό δρόμο. Αφήνουν πίσω τους ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, έναν ρημαγμένο νερόμυλο, ένα πέτρινο γεφύρι πάνω από το ποταμάκι. Σε λίγο, έχουν χωθεί για τα καλά μέσα στο βαθύ δάσος, μέσα στο φυτικό τούνελ που το τρυπούν οι ακτίνες του ήλιου. Ο αστυνόμος ξεχωρίζει το κοκκινόασπρο βιομηχανικό κτίριο που φαίνεται να φωλιάζει μέσα στο δάσος σαν ακινητοποιημένο αεροπλάνο. Ξεχωρίζει μέσα στα δέντρα τον τετράγωνο πυργίσκο που στο πάνω μέρος του έχει την επιγραφή: UNI-PORK, πάλι σε κόκκινο με άσπρο φόντο. Στο τέλος ενός κατ’ ευφημισμόν δρόμου με κάκιστη ασ­φάλτωση, στρίβουν αριστερά και βρίσκουν δύο ανοιχτές καγκελόπορτες. Τις φυλάει ένας φρουρός από το φυλάκιό του και κουμαντάρει μια μπάρα που σηκώνεται δίχως διατυπώσεις για να περάσουν τα δύο αυτοκίνητα. Ο χώρος διαθέτει άνετο πάρκινγκ — τόσο μεγάλο που δείχνει άδειο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο μεγάλα φορτηγά ψυγεία και κάμποσα φορτηγάκια, όλα βαμμένα στα χρώματα της εταιρείας και με το λογότυπό της. Η συγκέντρωση οχημάτων γίνεται πυκνότερη κοντά στη περιοχή της υποδοχής και των γραφείων: άλλο ένα Σιτροέν και δύο μοτοσικλέτες της τοπικής αστυνομίας, κάμποσα πούλμαν, ένα σπορ αμάξι, δύο σκούρες και αστραφτερές λιμουζίνες κι ένα ασθενοφόρο τέσσερα επί τέσσερα με τα φώτα της σειρήνας αναμμένα. Ο αστυνόμος ξεροβήχει ενώ παρκάρουν δίπλα στο Σιτροέν, και ο Βαρέλα προβλέπει ότι θα δουν ακόμα πολλά φώτα σειρήνας αναμμένα. «Βαρέλα, πόσα πτώματα έχετε δει στη ζωή σας;» «Ορίστε;» «Πτώματα, νεκρούς, μακαρίτες. Πόσους έχετε δει;» «Ξέρω κι εγώ... αρκετούς.» «Κάτι θεαματικό;» «Εεε... τα συνηθισμένα: μαχαιρώματα, τύπους με το κεφάλι σπασμένο από πέτρες...» «Εντάξει. Εάν δεν σας πω κάτι διαφορετικό, να με ακολουθείτε σαν σκιά όπου κι αν πάω. Και να είστε έτοιμος να σημειώσετε ό,τι σας ζητήσω. Καταλάβατε;» «Μάλιστα.» Αυτή τη φορά ο αστυνόμος παίρνει το σακάκι του από το πίσω κάθισμα. Το φοράει, και το θαλασσί ύφασμα δένει αρμονικά με τη γραβάτα που έχει μικροσκοπικά λευκά κυκλάκια. Δεν κάνει κρύο, όμως, σίγουρα θα συναντήσει κάποιον πολιτικό. Και την εισαγγελέα, που θα είναι ενοχλημένη επειδή δεν έφτασε τελευταία. Ελπίζει, τουλάχιστον, να έχει μείνει εκεί να τον περιμένει κάποιος ιατροδικαστής από την Περιφερειακή Διοίκηση. Προς το παρόν, σκέφτεται, ήρθε η στιγμή να αρχίσει να παρατηρεί τις λεπτομέρειες, στην τύχη, όπως έρχονται. Σταματάει μπροστά στο παρκαρισμένο σπορ αυτοκίνητο. Είναι μία Πόρσε 911 κονβέρτιμπλ. Μαύρη, με οροφή σε χρώμα κοκκαλί και επίχρυσες ζάντες. Φαίνεται παλιό μοντέλο, ίσως της δεκαετίας του εξήντα. Ο αριθμός κυκλοφορίας δεν έχει καν γράμματα. Όλοι οι ακόλουθοι του αστυνόμου, —ο Βαρέλα και οι δύο ντόπιοι αστυνομικοί—, περιμένουν κοιτάζοντας τα παπούτσια τους τον αστυνόμο που περιεργάζεται το αμάξι και κοιτάζει από το παράθυρο, λίγο σκυφτός, με τα χέρια στην πλάτη. Στο κάθισμα του συνοδηγού υπάρχει ένα βιβλίο με μαύρο εξώφυλλο. Μπορεί να διαβάσει τον τίτλο αλλά όχι το συγγραφέα. Los Cantos de Maldoror. Ο αστυνόμος το έχει ακουστά. Μετά, μπαίνουν στην αίθουσα υποδοχής περνώντας τις αυτόματες κρυστάλλινες πόρτες. Πίσω από τον πάγκο, η υπάλληλος έχει ύφος τρομάρας κι ένα εξάρτημα σφηνωμένο στο κεφάλι για να μιλάει στο τηλέφωνο. Στο ένα φρύδι της έχει καρφωμένο ένα απ’ αυτά τα καρφιά που είναι της μόδας. Το έργο του ελέγχου της εισόδου το έχουν αναλάβει δύο άλλοι ντόπιοι αστυνομικοί που χαιρετούν τον αστυνόμο καθώς περνάει. Τους ανταποδίδει το χαιρετισμό μ’ άλλη μία αόριστη χειρονομία του. Η ρεσεψιόν έχει παντού κάτι από το πολυτελές στιλ της δεκαετίας του ενενήντα — έλατο χρωματισμένο με ανιλίνες, ματ ατσάλι, λάμπες αλογόνου και μεγάλες πολυθρόνες σε βαθύ κόκκινο σαν κομμάτια πηγμένο αίμα που λεκιάζουν το παρκέ. Οι δύο υπολογιστές του πάγκου είναι Apple. Ο αστυνόμος έχει ξαναδεί το μοντέλο αυτό, επίσης κόκκινο, που μοιάζει με τεράστιο διάφανο αβγό. Δεν χρησιμοποιείται συνήθως σε ρεσεψιόν... Από μέσα του αποτολμά μια εικασία: Υποθέτει ότι ο διευθυντής της εταιρείας δεν θα έχει κλείσει ακόμα τα σαράντα, σίγουρα θα είναι ο κληρονόμος του παλιού σφαγείου που έδωσε τη θέση του στη σημερινή μονάδα, θα έχει περάσει την πρώτη νεότητα σπουδάζοντας στην πρωτεύουσα και η Πόρσε που βρίσκεται στην είσοδο είναι δική του. Βάζει στόχο να το επαληθεύσει, κι αυτό τον κάνει να χαμογελάσει για δεύτερη φορά εκείνο το πρωί: πάνε δώδεκα χρόνια τώρα που έχει πάψει να παίζει με τα αινίγματα. Θέλει να εκμεταλλευτεί τη στιγμή, και ίσως δεν του τύχει άλλη ευκαιρία ώσπου να βγει στη σύνταξη. Βγαίνουν από το ασανσέρ στο δεύτερο όροφο. Ο τοπικός αστυνομικός που τους οδηγεί προηγείται, χτυπάει μια διπλή πόρτα και ανακοινώνει την επίσκεψη. Μέσα, ακούγεται θόρυβος από καρέκλες. Όταν ο αστυνόμος και ο Βαρέλα μπαίνουν στην αίθουσα, ένας άντρας γύρω στα σαράντα με πουλόβερ ζιβάγκο, λεπτές και μακριές φαβορίτες, γυαλιστερό σκουλαρίκι στο αριστερό αφτί, έχει ήδη σηκωθεί και τους δίνει το χέρι. Συστήνεται: «Μπεργάνσα, Ανθρωποκτονίες στην Περιφερειακή Διοί­κηση.» Ύστερα, δείχνει τους υπόλοιπους παριστάμενους. «Πράδες, ο ιατροδικαστής, Γκάλβες, ο βοηθός μου.» «Καλημέρα» ο Αστυνόμος κάνει μια χειρονομία γενικού χαιρετισμού. Του φαίνεται περιττό να συστηθεί, έτσι απλώς συστήνει τον Βαρέλα που λέει ένα σκέτο «γεια». «Οικογενειακή συνάθροιση βλέπω. Μήπως σας διέκοψα με τον μάρτυρα;» Ο αστυνόμος εννοεί ένα άτομο που δεν του σύστησαν και που κάθεται μπροστά στο μεγάλο τραπέζι. Τα μαλλιά του είναι βαμμένα μπλε κι έχει μια τρομερή ουλή πάνω από το βλέφαρο. «Όχι, είχαμε τελειώσει. Ο κύριος είναι ένας υπάλληλος που βρήκε το πτώμα όταν έπιασε βάρδια... Θέλετε να του κάνετε καμία ερώτηση;» Ο Αστυνόμος εκνευρίζεται λίγο που ο Μπεργάνσα, ενώ μιλάει, χαϊδεύει το λοβό του αφτιού του, εκεί που λάμπει το σκουλαρίκι. Ο Πράδες, ο ιατροδικαστής, φοράει σακάκι και πουκάμισο. Και γυαλιά με μαύρο σκελετό. «Όχι... Προς το παρόν δεν έχω ερωτήσεις.» «Έχουμε και τους δύο φύλακες της βάρδιας και τους υπόλοιπους υπαλλήλους που βρήκε το πρώτο περιπολικό όταν ήρθε. Δεν είναι πολλοί, πέντε όλοι κι όλοι. Κι επίσης κάπου εδώ είναι η εισαγγελέας, ο ιδιοκτήτης του σφαγείου και ο αντιπρόσωπος της περιφερειακής διοίκησης, που μόλις έφτασε. Πήγαν στον κάτω όροφο να πιουν καφέ. Θέλετε να στείλω να φωνάξουν κάποιον;» «Αργότερα. Πρώτα, θέλω να μιλήσουμε εμείς. Ο ιδιοκτήτης του σφαγείου είναι αυτός που έχει το σπορ αμάξι εκεί έξω;» «Αυτό και τη μισή περιφέρεια» αποκρίνεται ο Μπεργάνσα. «Ο βουλευτής της περιφέρειας είναι ξάδελφός του, όπως και οι περισσότεροι δήμαρχοι της περιοχής. Εδώ, δεν είναι πρωτεύουσα. εδώ, λειτουργούν ακόμα τα τσιφλίκια και τα σόγια...» «Είναι νεαρός;» Ο Μπεργάνσα αφήνει επιτέλους ήσυχο το σκουλαρίκι. «Γύρω στα εβδομήντα, όμως κανένας δεν θα το έλεγε. Ντύνεται σαν τριανταπεντάρης και οδηγεί σαν εικοσάρης. Όταν ήρθε με την Πόρσε, μπήκε με τις μπάντες και τα λάστιχα να στριγκλίζουν. Είναι αμάξι αντίκα, σαν παλιό κόσμημα. Παρατηρήσατε τις ζάντες; Είναι επιχρυσωμένες σε ματ...» «Αλήθεια;» λέει ο αστυνόμος. «Όπως το ακούτε. Και μιλάει με πολύ στόμφο. Απ’ ό,τι έμαθα γράφει και ποιήματα σε μια εφημερίδα της περιοχής, η οποία, ούτως ή άλλως, είναι ιδιοκτησία του... Γενικώς, θα έλεγα ότι κάνει μεγάλη προσπάθεια να μη δείχνει την πραγματική του ηλικία, όμως, όταν ανοίγει το στόμα του φαίνεται πόσα ξέρει — λόγω πείρας.» Ο Αστυνόμος ικανοποιείται με την απάντηση του επιθεωρητή και ξεχνάει προς στιγμήν το σκουλαρίκι του. Φέρνει το χέρι στο λαιμό του ενώ τραβάει μια καρέκλα για να καθίσει, συγκεκριμένα την καρέκλα του προεδρεύοντος στο τραπέζι. «Συγνώμη... ‘‘Μπεργάνσα’’ μου είπατε, έτσι;» «Ναι... Μπεργάνσα, όλη τη ζωή...» «Λοιπόν Μπεργάνσα... Αν ήταν δυνατόν θα ήθελα να πιω κάτι ζεστό προτού συνεχίσουμε. Η φωνή μου είναι χάλια σήμερα το πρωί.» Ο επιθεωρητής διώχνει το μάρτυρα με την ουλή και μετά ψάχνει κέρματα στην τσέπη του. Στέλνει το βοηθό του να φέρει καφέδες για τον αστυνόμο και τον Βαρέλα. Ο Πράδες, ο ιατροδικαστής, λέει ότι έχει ήδη πιει λίτρα. Όταν μένουν μόνοι τους, οι τρεις αστυνομικοί κι ο γιατρός απλώνονται στο τραπέζι των συσκέψεων. Ο αστυνόμος στο προεδρείο, ο Μπεργάνσα αριστερά του κι ο Πράδες στα δεξιά. Ο Βαρέλα στέκει όρθιος πίσω από τον αστυνόμο. Ο πρώτος που μι­λάει είναι πάλι ο Μπεργάνσα, που θυμάται πάλι το στολισμένο αφτί του κι αρχίζει το τρίψιμο: «Όπως καταλαβαίνετε, δεν έχω ακόμα έτοιμη αναφορά, όμως μπορώ να σας στείλω αντίγραφο αύριο το πρωί.» «Μάλλον θα πρέπει να τη στείλετε στον Ροδέρο, στο Κεντρικό Ανθρωποκτονιών. Λείπει από την πόλη και ήρθα εγώ στη θέση του. Όμως, είναι δική του υπόθεση. Πάντως, θα σας ήμουν υπόχρεος αν στέλνατε άλλο ένα αντίγραφο στο γραφείο μου. Όπως σκεφτόμουν πρωτύτερα, πάνε ακριβώς δώδεκα χρόνια που έχω να βγω από τα κεντρικά γραφεία. Από το Σεπτέμβριο του ’89. Έχω την αίσθηση ότι δεν θα μπορώ πια να γράψω αναφορά ούτε για έναν καβγά μεταξύ μεθυσμένων γειτόνων.» Ο Μπεργάνσα χαμογελάει: «Μερικά πράγματα δεν ξεχνιούνται.» «Ναι... Όπως αυτό το σημερινό, φαντάζομαι.» «Δεν έχω δει ποτέ κάτι παρόμοιο. Και, ειλικρινά, δεν βλέπω πότε να τελειώσει η μέρα και να πάω να πιω μερικές μπίρες — πάνω από τρεις, αν γίνεται.» Χαμογελάει πάλι, αλλά αυτή τη φορά δεν δείχνει χαρούμενος. «Και τι ώρα τη βρήκαν;» «Στις τέσσερις το πρωί, στην αίθουσα τεμαχισμού. Αυτοί που χειρίζονται τα μαχαίρια, για να καταλαβαινόμαστε. Αυτός εδώ με το μπλε μαλλί και την ουλή είναι ο σφαγέας. Έχει κάνει έξι μήνες φυλακή επειδή έκοψε το αφτί ενός τύπου... Τώρα αποκεφαλίζει διακόσια γουρούνια τη μέρα με το χέρι, και υποθέτω πως δεν χρειάζεται άλλες δυνατές συγκινήσεις. Είδατε τη φάτσα του, αλλά θα έπρεπε να δείτε και το βαλιτσάκι του με τα εργαλεία της δουλειάς. Σαν τον Βασιλιά Αρθούρο: μέχρι και συρμάτινο γάντι έχει στην πανοπλία του.» «Ακόμα και τώρα σκοτώνουν τα γουρούνια με το μαχαίρι στο λαιμό;» Ο Μπεργάνσα κουνάει καταφατικά το κεφάλι: «Νομίζω ότι κάποια εποχή τα σκότωναν με ηλεκτροσόκ, όμως, από το μούδιασμα σκλήραινε το κρέας. Τώρα τα αποβλακώνουν λίγο για να μη χτυπιούνται, τα κρεμάνε ανάποδα και τους κόβουν με μια μαχαιριά την καρωτίδα. Πεθαίνουν από αιμορραγία, όμως, αυτά τα ξέρει καλύτερα ο Πράδες...» Ο αστυνόμος στρέφει το βλέμμα δεξιά, προς τον ιατροδικαστή. Είναι με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο τραπέζι και σκαλίζει τα νύχια του. «Θέλετε να σας πω όσα ξέρω με βεβαιότητα;» ρωτάει όταν νιώθει το ερωτηματικό βλέμμα επάνω του. Το ύφος του φαίνεται στον αστυνόμο λιγάκι σκωπτικό. «Θα σας ήμουν ευγνώμων.» «Ωραία λοιπόν.» Ο Πράδες σταυρώνει τα χέρια πάνω στο τραπέζι και κάνει μια παύση για να πάρει ανάσα και να φτιάξει τη φράση του στο μυαλό του: «Βρήκαμε σχεδόν ολόκληρο το πτώμα μιας γυναίκας γύρω στα εξήντα πέντε, λευκή, βραχύσωμη, παχύσαρκη.» Σταματάει και κοιτάζει τον αστυνόμο. «Αυτό είναι όλο;» «Όσα ξέρουμε με βεβαιότητα.» «Κι αυτά που ακόμα δεν ξέρουμε με βεβαιότητα...;» «Δύσκολη ερώτηση για έναν ιατροδικαστή. Και είμαι σίγουρος ότι θα έχετε μιλήσει με πολλούς στη ζωή σας.» «Οι καλύτεροι έχουν την πολυτέλεια να ρισκάρουν λίγο» λέει ο αστυνόμος. Ο Πράδες χαμογελάει στραβά. «Δεν μπορούμε να πούμε πολλά πράγματα απ’ όσα βρήκαμε. Στο ένα δάχτυλο του χεριού υπάρχει ένα κόψιμο από πολλές μέρες, ελαφρώς μολυσμένο. Το άτομο είχε πρόβλημα στο κλείσιμο των πληγών, θα έλεγα ότι ήταν διαβητική, είναι συχνό φαινόμενο σε μια υπέρβαρη γυναίκα σε ηλικία εμμηνόπαυσης. Δεν υπάρχουν αρθριτικές παραμορφώσεις ούτε άλλη ένδειξη εργατικής παθολογίας — τουλάχιστον, δεν αναγνωρίζεται τίποτα με το μάτι. Το μυϊκό της σύστημα είναι ισχυρό, όμως, παρουσιάζει έντονες υπερτροφίες. Βρέθηκαν κιρσοί που εγώ θα απέδιδα σε μια εγγενή προδιάθεση στην παχυσαρκία και τα ανάλογα κυκλοφορικά προβλήματα. Από την άλλη, στη μύτη και πίσω από το αφτί εντοπίσαμε ενδείξεις ότι φορούσε γυαλιά, όμως όχι συνεχώς, ίσως μόνο για να βλέπει τηλεόραση ή να ράβει, καθώς υπάρχουν μικρά τσιμπήματα στα δάχτυλα... Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι φορούσε κοσμήματα, εκτός από ένα δαχτυλίδι στο αριστερό μεσαίο, που μάλλον το πρωτοφόρεσε όταν ζύγιζε σαράντα κιλά λιγότερα. Δεν απομένει κανενός είδους τριχωτό πουθενά στο σώμα της, οπότε κανένα συμπέρασμα... Η επιδερμίδα είναι πλήρως αλλοιωμένη, όμως νομίζω ότι εντόπισα κάποια σημεία μαυρίσματος από ήλιο, αν και θα έπαιρνα όρκο ότι δεν πήγαινε ποτέ στην παραλία αλλά περνούσε πολλές ώρες στην ύπαιθρο, και οι καθαρές γραμμές δείχνουν ότι η γκαρνταρόμπα της δεν είχε μεγάλη ποικιλία, ούτε φορέματα με μεγάλο ντεκολτέ. Επίσης, φαίνεται ένα σύνολο κολπικών εκδορών που πρέπει να τις μπάλωσε κάποιος τσαγκάρης που έκανε το γυναικολόγο... Κενά στους μαστούς, κοιλιακές ραβδώσεις... Όλα αυτά και διάφορα άλλα λιγότερο εμφανή δείχνουν ότι πρόκειται για μια νοικοκυρά σε χωριό, μητέρα δυο ή τριών παιδιών, που τώρα θα είναι μεταξύ τριάντα και σαράντα ετών.» «Δηλαδή, δεν μοιάζει καθόλου με πρεζόνι. Έτσι δεν είναι;» σχολιάζει ο Μπεργάνσα κοιτώντας τον αστυνόμο. «Ούτε με Ρώσο κατάσκοπο...» λέει ο αστυνόμος. «Ούτε με Αρειανό εισβολέα» κλείνει τον κύκλο ο ιατροδικαστής. «Λοιπόν, έχετε κάτι άλλο που μπορείτε να μου πείτε...» ρωτάει ο επιθεωρητής τον ιατροδικαστή. «Δεν ρισκάρισα ήδη αρκετά;» λέει ο Πράδες. Ο επιθεωρητής υποκρίνεται τον απογοητευμένο και στρίβει το μουστάκι του: «Έχω γνωρίσει και πιο τολμηρούς ιατροδικαστές...» Ο Πράδες χαμογελάει, πάντοτε στραβά. «Όχι όμως και περισσότερο εύστοχους... Τέλος πάντων, θα σας δώσω τέσσερις λεπτομέρειες που μου φάνηκαν ενδια­φέρουσες. Πρώτον: με τις δεδομένες συνθήκες μπόρεσα να δω το στομάχι δίχως να κάνω αυτοψία, και διαπίστωσα ότι το θύμα δεν είχε φάει στερεά τροφή, τουλάχιστον τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες πριν από το θάνατό της. Δεύτερον: απομένουν μερικά νύχια που δεν έχουν ξεκολλήσει στα χοντρά δάχτυλα των ποδιών, κι έχουν ίχνη από ένα μείγμα λάσπης, άχυρου και κοπράνων χοίρου. Τρίτον: φαίνονται μελανιές και σημάδια ανομοιόμορφα στους γλουτούς και τους μηρούς που σε κάνουν να σκεφτείς ότι την έδειραν και τη μαστίγωσαν ante mortem. Και τέταρτον: υπάρχουν βαθιά σημάδια που δείχνουν ότι κρεμόταν ανάποδα από τους αστραγάλους, πριν και μετά το θάνατο.» «Μπορεί να εντοπιστεί η ακριβής αιτία;» «Του θανάτου; Προς το παρόν, όχι. Όμως, το πιθανότερο είναι να προήλθε από γρήγορη αιμορραγία — ίσως από μαχαιριά στο λαιμό. Πάρτε το σαν μια καλή υπόθεση εργασίας.» «Τι ώρα;» «Δεν εκτέθηκα ήδη πολύ;» Άλλο ένα στραβό χαμόγελο. «Είναι αδύνατον να προσδιοριστεί η ακριβής ώρα. Η θερμοκρασία του πτώματος ανέβηκε και κατέβηκε πολλές φορές με βίαιο τρόπο, και φυσικά απουσιάζει η συνηθισμένη νεκρική ακαμψία. Ίσως γύρω στα μεσάνυχτα, όμως το λέω με βάση τα δεδομένα της περίστασης, και γι’ αυτά πρέπει να μιλήσει ο Μπεργάνσα.» Ο επιθεωρητής στρέφει πάλι προς τ’ αριστερά το βλέμμα. «Έχουμε τα ρούχα ή άλλα προσωπικά αντικείμενα; Εκείνο το δαχτυλίδι που της έπεφτε στενό...;» «Τίποτα. Εγώ θα έλεγα ότι την έφεραν εδώ γυμνή, σ’ ένα φορτηγό για ζώα.» Ο Μπεργάνσα συνεχίζει να σκαλίζει το σκουλαρίκι του. «Άλλα ίχνη, αποτυπώματα...; Υποθέτω ότι θα έχουν έρθει κι από τη Σήμανση...» «Ναι. Δεν μπορούν να πασαλείψουν με σκόνες όλο το σφαγείο, όμως, τουλάχιστον στα σημεία που λογικά θα περίμενε κανείς, δεν βρέθηκαν αποτυπώματα. Δεν είναι παράξενο. Οι εγκαταστάσεις καθαρίζονται και απολυμαίνονται στο τέλος κάθε εργάσιμης μέρας. Δεν υπάρχουν ούτε πατήματα, ούτε τρίχες, ούτε αποτσίγαρα, ούτε χνούδια. Τίποτα, εντελώς.» «Το θύμα μπορεί να είναι από τα περίχωρα;» «Αυτό πιστεύουμε. Η νηστεία επί είκοσι τέσσερις ώρες μας κάνει να υποθέσουμε ότι την απήγαγαν πριν από μία ή δύο μέρες. Αν είναι από το χωριό θα πρέπει ήδη να την αναζητούν, έστω κι αν έμενε μονάχη... Θα δούμε τι συμβαίνει σήμερα.» «Εντάξει. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι εύκολη η αναγνώριση, τουλάχιστον.» Ο αστυνόμος αναστενάζει. «Κάτι άλλο. Πού ήταν το μήνυμα που βρέθηκε;» «Το είχε στα χείλη της» απαντάει ο Μπεργάνσα, «γραμμένο σ’ ένα χαρτί. Είναι ακόμα εδώ. το κρατήσαμε μέχρι να έρθετε.» «Εντάξει. Πάμε να της ρίξουμε μια ματιά αν θέλετε. Μπορούμε να συνεχίσουμε την κουβέντα μας στο δρόμο» λέει ο αστυνόμος. «Δεν θέλετε να περιμένετε τον καφέ; Η φωνή σας κλείνει κατά διαστήματα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, μπήκε ο βοηθός του Μπεργάνσα με τρία πλαστικά ποτηράκια.

ΤΟΥΣΕΤ ΠΑΜΠΛΟ