Ο ΜΠΟΥΦΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΠΟΥ

Ο ΜΠΟΥΦΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΠΟΥ

Συγγραφέας: ΦΙΣΕΡ ΡΟΜΠΕΡΤ
Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Εκδόθηκε: 10/07/2003
ISBN: 960-7073-91-6
Σελίδες: 125

€8.11 €9.01

  Στο καλαθι βιβλια

Η κυρία Μπούφου καθάρισε το λαιμό της για να τραβήξει την προσοχή του γιου της, κι έκανε: «Μπου!» Ο Μπουφάκος την κοίταξε περίεργα και δεν είπε τίποτα. Η κυρία Μπούφου καθάρισε ξανά το λαιμό της και επανέλαβε: «Μπου!» Ο Μπουφάκος την κοίταξε με απορία. Ο κύριος Μπούφος φτερούγισε ανυπόμονα και είπε: «Γιε μου, επανάλαβε μετά τη μητέρα σου: “Μπου”». Ο Μπουφάκος άνοιξε το στόμα του, πήρε βαθιά αναπνοή και, καθώς η κυρία Μπούφου κι ο κύριος Μπούφος περίμεναν όλο λαχτάρα, είπε: «Μπα;» Ο μπούφος που δεν μπορούσε να κάνει μπου περιέχει τέσσερις ιστορίες που μας βοηθούν να συλλογιστούμε πάνω σε θέματα τα οποία απασχολούν την ανθρώπινη ψυχή. Γραμμένες σε μορφή παραμυθιού που μπορούν να διαβαστούν και από παιδιά, αυτές οι ιστορίες μας βοηθούν να κατανικήσουμε τις φοβίες, τις ανησυχίες και τις αμφιβολίες μας. Το μήνυμά τους είναι σαφές: αν γεμίσουμε την ψυχή μας με αγάπη, δεν περισσεύει χώρος για το φόβο...

Η κυρία Μπούφου ήταν καθισμένη στο κλαδί ενός δέντρου μες στο δάσος. Δίπλα της καθόταν ο Μπουφάκος. Ήταν το πρώτο της παιδί· δεν είχαν κλείσει ούτε τέσσερις βδομάδες από τότε που ’χε βγει απ’ τ’ αβγό, κι εκείνη τον κοίταζε όλο καμάρι. Ο κύριος Μπούφος στεκόταν σ’ ένα κλαδί πιο κει και κοίταζε κι εκείνος το παιδί του με το ίδιο καμάρι. Αυτή ήταν μια μεγάλη στιγμή και για τους τρεις τους, γιατί η κυρία Μπούφου κι ο κύριος Μπούφος θα μάθαιναν στο παιδί τους να μιλάει. Η κυρία Μπούφου καθάρισε το λαιμό της για να τραβήξει την προσοχή του γιου της, κι έκανε: «Μπου!» Ο Μπουφάκος την κοίταξε περίεργα και δεν είπε τίποτα. Η κυρία Μπούφου καθάρισε ξανά το λαιμό της και επανέλαβε: «Μπου!» Ο Μπουφάκος την κοίταξε με απορία. Ο κύριος Μπούφος φτερούγισε ανυπόμονα και είπε: «Γιε μου, επανάλαβε μετά τη μητέρα σου: “Μπου”». Ο Μπουφάκος άνοιξε το στόμα του, πήρε βαθιά αναπνοή και, καθώς η κυρία Μπούφου κι ο κύριος Μπούφος περίμεναν όλο λαχτάρα, είπε: «Μπα;» Η κυρία Μπούφου και ο κύριος Μπούφος κοίταξαν τον Μπουφάκο ανήσυχοι κι επανέλαβαν, με αλλαγμένη την απόχρωση: «Μπα; Τι μπα;» Ο Μπουφάκος ένευσε καταφατικά: «Ναι: μπα;» «Μα αυτό λέει ένας μπούφος, γιε μου» είπε η κυρία Μπούφου, «λέει μπου.» «Μπα;» έκανε ο Μπουφάκος. «Δδδεν έχει... μπα» τραύλισε ο κύριος Μπούφος, «αυτό λένε οι μπούφοι χιλιάδες χρόνια τώρα.» «Μπα;» έκανε ξανά ο Μπουφάκος. Ο κύριος Μπούφος γύρισε στην κυρία Μπούφου: «Τι σου ’φταιξα και μου ’κανες αυτό το παιδί;» Η κυρία Μπούφου δεν άφησε την κουβέντα να πέσει χάμω: «Α, ώστε έχεις και παράπονα; Τρεις βδομάδες κλώσσαγα τ’ αβγό!» Ύστερα ξαναγύρισε στον Μπουφάκο: «Έλα τώρα! Πες μπου». Ο Μπουφάκος, αφού κοίταξε πρώτα την κυρία Μπούφου κι ύστερα έναν κατσουφιασμένο κύριο Μπούφο, αποφάσισε να κάνει μια προσπάθεια. Πήρε βαθιά αναπνοή, σούφρωσε το ράμφος από δω, το σούφρωσε από κει, κι ο μόνος ήχος που μπόρεσε να βγάλει, ήταν: «Μπα;» Ο κύριος Μπούφος είχε αρχίσει να συγχύζεται όλο και πιο πολύ. «Κοίταξε να δεις, παιδί μου: σε λίγο καιρό θα βγεις μόνος σου στο δάσος, και δεν είναι δυνατόν να λες μπα». «Μπα;» έκανε ο Μπουφάκος. «Άκου να σου πω» έκανε τότε ο κύριος Μπούφος, πυρ και μανία, «ο πατέρας σου λέει μπου, κι επειδή το λέει ο πατέρας σου, θα το πεις κι εσύ... Τώρα!» Ο Μπουφάκος κοίταξε τον πατέρα του (έναν απειλητικό όγκο από φτερά), πήρε μια βαθιάα αναπνοή και πάσχισε άλλη μια φορά να βγάλει τον ήχο, αλλά το μόνο που βγήκε πάλι, ήταν: «Μπα;» Οι γονείς του κοιτάχτηκαν τρομοκρατημένοι. Εκείνη τη νύχτα, όπως γινόταν μια φορά κάθε εβδομάδα, είχαν μαζευτεί στο δάσος όλοι οι μπούφοι για να πουν σοφίες. Ο πρεσβύτερος μπούφος τίναξε τα φτερά του, πήρε μια βαθιά αναπνοή και είπε την πρώτη σοφία της βραδιάς: «Αφού το πάνω είναι ψηλά και χαμηλά το κάτω, το μέσο είναι ανάμεσα». Ακούστηκαν ψίθυροι, μουρμουρητά, ακόμα και επιφωνήματα θαυμασμού μπροστά στο βάθος αυτής της σοφίας. Μετά, όλοι φτεροκρότησαν. Ο γερο-Μπούφος έκλινε το κεφάλι με ταπεινοφροσύνη. Κατόπιν, όλοι οι μπούφοι με τη σειρά είπαν από κάτι σοφό: «Ένας μπούφος δε φέρνει την άνοιξη», «Να λέτε τη σκάφη σκάφη και τον μπούφο μπούφο», «Μπούφος καλός, όλα καλά» – και ούτω καθεξής. Μετά τη συγκέντρωση, κάποιες κυρίες που φορούσαν τα καλύτερα φτερά τους, πετάχτηκαν ώς την κυρία Μπούφου. Μια κυρία τής είπε: «Τα συχαρίκια μας για το μωρό σας». Μια άλλη τη ρώτησε: «Πώς είναι;» Η κυρία Μπούφου δίστασε. «Τι να σας πω... διαφορετικός». Τότε ζύγωσε μια τρίτη κυρία και της είπε: «Ελπίζαμε πως θα τον φέρνατε στη συγκέντρωση». Η κυρία Μπούφου τραύλισε: «Όχι... ε... δηλαδή... δεν είναι έτοιμος ακόμα». «Μπα;» είπε μια από τις κυρίες. Η κυρία Μπούφου, σαν να ξεπουπουλιάστηκε. «Σας παρακαλώ, μη λέτε αυτή τη λέξη!» είπε και πέταξε μακριά, αφήνοντας τις κυρίες σαστισμένες. Οι επόμενες δύο εβδομάδες ήταν πολύ δύσκολες για τον κύριο Μπούφο και την κυρία Μπούφου. Περνούσαν κάθε νύχτα τους μαθαίνοντας τον Μπουφάκο να κάνει μπου. Όμως, όσο κι αν το καημένο προσπαθούσε, όλα τα «μπου» του ακούγονταν σαν «μπα;» Όταν πέρασαν αυτές οι δύο εβδομάδες, η κυρία Μπούφου κι ο κύριος Μπούφος είχαν βραχνιάσει τόσο πολύ, που ούτε οι ίδιοι δεν μπορούσαν πια να πουν μπου. Η κυρία Μπούφου κοίταξε το μωρό της αποκαμωμένη. «Η μηνιαία τελετή καλωσορίσματος των νεογέννητων θα γίνει απόψε, κι εσύ ακόμα δεν έχεις μάθει να λες μπου». Ο κύριος Μπούφος συγκατένευσε: «Πρέπει να μάθεις να λες μπου όπως όλοι μας». «Μπα;» έκανε ο Μπουφάκος. Εκείνο το βράδυ, με μεγάλη ταραχή η κυρία Μπούφου κι ο κύριος Μπούφος πήραν τον Μπουφάκο στην κοινωνική συνάθροιση. Κάθισαν σ’ ένα κλαδί μ’ όλα τα άλλα πουλιά κι άκουσαν τα λόγια του αρχηγού τους, του σοφού γερο-Μπούφου. «Και τώρα ήρθε η στιγμή να καλωσορίσουμε στην κοινωνία μας όλους εσάς, τα μικρούλια. Όλα είστε αρκετά μεγάλα και πρέπει να ξέρετε να μιλάτε, οπότε σας ακούμε.» Όλα τα μπουφάκια πήραν βαθιές ανάσες, τίναξαν τα φτερά τους και, κάτω απ’ τα καμαρωτά βλέμματα των γονιών τους, είπαν όλα μαζί: «Μπου» – όλα, εκτός απ’ τον Μπουφάκο, που είπε: «Μπα;» Ο γερο-Μπούφος νόμισε ότι είχε ακούσει λάθος. Η κυρία Μπούφου κι ο κύριος Μπούφος έσκυψαν ντροπιασμένοι τα κεφάλια τους. Ο γερο-Μπούφος κοίταξε ένα ένα όλα τα μικρά. «Όλοι ξέρουμε ότι οι μπούφοι πρέπει να λένε μπου. Ποιο από σας λέει μπα;» Ο Μπουφάκος σήκωσε το φτερό του. Ο γερο-Μπούφος πήγε μ’ ένα πέταγμα κοντά του, κι ύστερα στράφηκε προς τον κύριο Μπούφο και την κυρία Μπούφου: «Γιατί λέει μπα;» «Σας παρακαλώ, συγχωρέστε το, σοφέ μας!» είπε η κυρία Μπούφου με τρεμάμενη φωνή. «Είναι μικρός ακόμα και ζορίζεται να πει το μπου». «Λυπάμαι που σας το λέω» είπε ο γερο-Μπούφος, «αλλά δεν μπορούμε να έχουμε στην ομάδα έναν μπούφο που λέει μπα, ενώ όλοι εμείς οι άλλοι λέμε μπου». Ο κύριος Μπούφος και η κυρία Μπούφου κοιτάχτηκαν με απόγνωση. Ήξεραν τι ήταν το επόμενο που θα ’λεγε ο σοφός: «Φοβάμαι πως δεν μπορεί να μείνει άλλο στο δάσος». «Δε γίνεται να του δώσετε μια μικρή παράταση;» ρώτησε η κυρία Μπούφου μες στην απελπισία της. Κι ο κύριος Μπούφος συμπλήρωσε: «Ένα μήνα, ας πούμε...;» Ο γερο-Μπούφος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Όχι – λυπάμαι. Δεν μπορώ να λέω κάτι σοφό, και μετά ν’ ακούω κάποιον να λέει μπα...» Μετά, πέταξε μακριά, αφήνοντας πίσω του έναν μπαμπά, μια μαμά κι ένα μωρό σε οικτρή κατάσταση. Τότε η κυρία Μπούφου είπε: «Κάνε μια προσπάθεια, γιε μου, σε παρακαλώ! Ξέρω πως θα σ’ άφηνε αν σ’ άκουγε να λες μπου».

ΦΙΣΕΡ ΡΟΜΠΕΡΤ