ΠΟΥ ΠΑΕΙ Η ΦΛΟΓΑ ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΕΙ;

ΠΟΥ ΠΑΕΙ Η ΦΛΟΓΑ ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΕΙ;

Συγγραφέας: ΣΜΙΤ ΕΡΙΚ-ΕΜΑΝΟΥΕΛ
Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Εκδόθηκε: 10/07/2003
ISBN: 960-7073-90-8
Σελίδες: 72

€6.68 €7.42

  Στο καλαθι βιβλια

Ο 38χρονος Σιμόν βλέπει κάθε βράδυ το ίδιο αινιγματικό όνειρο, ώσπου, μια μέρα, μια εξίσου αινιγματική γυναίκα του το ερμηνεύει. Ο Σιμόν είναι η μετενσάρκωση ενός ανθρώπου που έζησε στο Θιβέτ του 11ου αιώνα, ποτισμένος από ένα άσβεστο μίσος ενάντια στον ανιψιό του, τον μεγάλο θιβετιανό ερημίτη Μιλαρέπα. «Αιώνες τώρα περιπλανιέσαι στα βουνά των ονείρων, θέλοντας να λυτρώσεις την ψυχή σου. Κι ο μόνος τρόπος για να το πετύχεις, είναι ν’ αφηγηθείς την ιστορία του αντιπάλου σου, την ιστορία του Μιλαρέπα, του πιο μεγάλου ερημίτη.» Για να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο των μετενσαρκώσεων, ο Σιμόν αφηγείται την ιστορία των δύο ανδρών —θείου και ανιψιού— ταυτιζόμενος μέχρι συγχύσεως μαζί τους. Ο Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ, μέσα από αυτό το βουδιστικό παραμύθι σε μορφή μονολόγου, ακολουθεί το νήμα των φιλοσοφικών του αναζητήσεων, έτσι όπως τις πρωτογνωρίσαμε στον Κύριο Ιμπραήμ και τα άνθη του Κορανίου, και στο Αγαπητέ Θεέ.

Όλα άρχισαν μ’ ένα όνειρο. Ψηλά βουνά... στα γκρεμνά, μια καλύβα σε χρώμα κόκκινο – ένα κόκκινο πνιχτό, ένα κόκκινο ηλιοβασιλέματος· πιο χαμηλά, κουφάρια σκύλων που σάπιζαν μέσα σ’ ένα σύννεφο μύγες... Ο αέρας μ’ έκανε να πηγαίνω διπλωμένος στα δυο. Στ’ όνειρό μου, στεκόμουν στα δυο μου πόδια, αλλά είχα την εντύπωση ότι ήμουν πολύ ψηλά, πιο ψηλά κι από μένα τον ίδιο, πάνω από ένα σώμα ξερό και λεπτεπίλεπτο σαν φτερό πεταλούδας. Ήταν το σώμα μου και δεν ήταν το σώμα μου. Μέσα στο αίμα μου κυκλοφορούσε ένα άσβεστο μίσος, κι αυτό το μίσος μ’ έσπρωχνε ν’ αναζητώ στα μονοπάτια έναν άνθρωπο που ήθελα να τον σκοτώσω με τη μαγκούρα μου· το μίσος ήταν τόσο μεγάλο, σαν μαύρο γάλα που φούσκωνε, ώστε στο τέλος ξεχείλισε και με ξύπνησε. Ξαναβρέθηκα ολομόναχος, μες στα σεντόνια μου, στην κάμαρά μου στη Μονμάρτρη, κάτω από έναν παριζιάνικο ουρανό. Το όνειρο με διασκέδασε. Μα το όνειρο ξανάρθε. Από πού έρχονται τα όνειρα; Και γιατί αυτό το όνειρο χυνόταν πάνω μου; Κάθε νύχτα ξαναβρισκόμουν στους ατέλειωτους, πετρώδεις δρόμους, μ’ εκείνη τη λαχτάρα της εκδίκησης στα σωθικά μου. Και πάντα εκείνα τα κουφάρια σκύλων, κι εκείνη η μαγκούρα στο χέρι μου που έψαχνε να ’βρει να σκοτώσει έναν άνθρωπο. Άρχισα να φοβάμαι. Τα κανονικά όνειρα, κάποια στιγμή σβήνουν. Τούτο δω, όμως, δεν έλεγε να φύγει! Είχα αρχίσει πια να συχνάζω σε δύο κόσμους – το ίδιο στέρεους, το ίδιο θεμιτούς: εδώ, στο Παρίσι, ήταν ο κόσμος της ημέρας, όπου σκόνταφτα πάνω στα ίδια έπιπλα, στους ίδιους ανθρώπους, στην ίδια πόλη· κι εκεί (μα πού ήταν αυτό το «εκεί»;), ο κόσμος με τα ψηλά, βραχώδη βουνά όπου ήθελα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Αν τα όνειρα επανεμφανίζονται μες στη μέση της ζωής που ζούμε στον ξύπνιο μας, γιατί να μη πιστέψουμε πως συνιστούν μια δεύτερη ζωή μας; Ποια πόρτα μού είχε ανοίξει ο ύπνος μου; Η απάντηση ήρθε μετά από δύο χρόνια κι είχε το πρόσωπο μιας γυναίκας. Ήταν μια γυναίκα θολή όπως ο καπνός του τσιγάρου της· ήταν στο βάθος του café όπου έτρωγα το πρωινό μου, καθισμένη σ’ ένα τραπέζι, μόνη, με το βλέμμα της χαμένο στη θολούρα από την κάπνα που την τύλιγε. Μασούσα το κρουασάν μου κοιτάζοντάς την, χωρίς να ’χω στο μυαλό του τίποτα συγκεκριμένο, αλλά έτσι, γιατί ήταν ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους που τους παρατηρείς χωρίς να μπορείς να πεις τι είναι αυτό που σε τραβάει επάνω τους. Η γυναίκα σηκώθηκε κι ήρθε και κάθισε απέναντί μου. Μου πήρε το κρουασάν από τα χέρια και το αποτελείωσε. Το έκανε τόσο φυσικά, που δεν αντέδρασα καθόλου. Ύστερα με κοίταξε στα μάτια. «Είσαι ο Σβαστίκα» μου είπε. «Είσαι ο θείος. Από σένα άρχισαν όλα. Είσαι το χαλίκι στην αρχή του δρόμου όπου σκοντάφτουμε.» «Κάποιο λάθος κάνετε» είπα απλά. «Εγώ είμαι ο Σιμόν.» «Όχι» μου είπε. «Μα ναι, σας λέω! Είμαι Σιμόν εδώ και τριάντα οκτώ χρόνια.» «Δεν ξέρεις τίποτα» μ’ έκοψε, μ’ ένα ύφος που δε σήκωνε αντίρρηση. «Λέγεσαι Σβαστίκα. Αιώνες τώρα περιπλανιέσαι στα βουνά των ονείρων, θέλοντας να λυτρώσεις την ψυχή σου. Κι ο μόνος τρόπος για να το πετύχεις, είναι ν’ αφηγηθείς την ιστορία του αντιπάλου σου, την ιστορία του Μιλαρέπα, του πιο μεγάλου ερημίτη. Όταν θα την έχεις αφηγηθεί εκατό χιλιάδες φορές, τότε και μόνο τότε θα γλιτώσεις απ’ τη σαμσαρά, την κυκλική και αέναη μετοικεσία σου.» Και ξαναγύρισε στη θέση της, πίσω από ένα άμορφο τείχος γαλαζωπής κάπνας, επαναλαμβάνοντας: «Εκατό χιλιάδες φορές. Μ’ ακούς; Εκατό χιλιάδες φορές...» Το πρώτο που σκέφτηκα, φυσικά, ήταν πως η γυναίκα δεν έστεκε στα καλά της· ωστόσο, είχα συγκρατήσει τα δύο ονόματα, Σβαστίκα και Μιλαρέπα, τα ονόματα του θείου και του ανιψιού, και ξεκίνησα σχετικές έρευνες. Σε μια βιβλιοθήκη ανακάλυψα τα άσματα του Μιλαρέπα, του σεβάσμιου και κραταιού γιόγκι. Κι έκανα ένα ταξίδι ώς το Θιβέτ, γιατί ήθελα να πάω εκεί ψηλά, στη στέγη του κόσμου. Και διάβασα τα ποιήματα που ο Μιλαρέπα είχε κληροδοτήσει στους μαθητές του. Κι έμαθα, στα τριάντα οκτώ μου, ότι πραγματικά μ’ έλεγαν Σβαστίκα κι ότι έτσι μ’ έλεγαν εδώ και εννέα αιώνες. Μου το ’παν τα όνειρά μου: υπήρξα σκύλος, μυρμήγκι, τρωκτικό, κάμπια, χαμαιλέων και σκατόμυγα. Μέχρι σήμερα, δεν έζησα πολλές ανθρώπινες ζωές ώστε να μπορέσω να λυτρωθώ αφηγούμενος. Δεν περιπλανήθηκα και πάρα πολύ. Πολύ συχνά ήμουν αρουραίος ή ποντικός· πολύ συχνά κατέληξα σε μια ποντικοπαγίδα ή στο στόμα μιας γάτας. Τώρα που είμαι μέσα σ’ αυτό εδώ το σώμα, πρέπει να επωφεληθώ. Απόψε, κατά τους υπολογισμούς μου και τους υπολογισμούς των ονείρων μου, νομίζω πως πλησιάζω την εκατοντακισχιλιοστή αφήγηση... Να ’ναι η ενενηκονταεννεακισχιλιοστή εννεακοσιοστή ενενηκοστή ένατη; Να ’ναι η εκατοντακισχιλιοστή; Σε τέτοια αριθμητικά υψόμετρα, πώς να κρατήσεις σωστό λογαριασμό...

ΣΜΙΤ ΕΡΙΚ-ΕΜΑΝΟΥΕΛ