Ο ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ

Ο ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ

Συγγραφέας: ΝΤΕΛΙΜΠΕΣ ΜΙΓΚΕΛ
Μετάφραση: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόθηκε: 25/05/2003
ISBN: 960-7073-86-Χ
Σελίδες: 408

ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟ

βιβλια

Το έτος 1517, ο Μαρτίνος Λούθηρος καρφώνει τις ενενήντα πέντε θέσεις του κατά της πώλησης συγχωροχαρτιών στην πόρτα του Καθεδρικού της Βιτεμβέργης, ένα γεγονός το οποίο θα προκαλέσει το σχίσμα της Δυτικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Τον ίδιο χρόνο, στο Βαγιαδολίδ, γεννιέται ο γιος του δον Μπερνάρντο Σαλσέδο και της δόνιας Καταλίνα δε Μπουσταμάντε, Κυπριανός. Μέσα σε μια ταραχώδη εποχή πολιτικών και θρησκευτικών ζυμώσεων, αυτή η απλή σύμπτωση των ημερομηνιών θα σταθεί καθοριστική για το πεπρωμένο του νεαρού Κυπριανού. Ορφανός από μητέρα αμέσως μετά τη γέννησή του και στερημένος από την πατρική αγάπη, διοχετεύει όλη του την τρυφερότητα στην γκουβερνάντα του, τη Μινερβίνα, δημιουργώντας μια σχέση που θα τον καταδιώκει στο υπόλοιπο της ζωής του. Αποκτώντας ισχύ και πλούτο μέσω του εμπορίου, δεν αργεί να έρθει σε επαφή με το κίνημα των Διαμαρτυρομένων που κάνει την εμφάνιση του στην Ιβηρική. Όμως, η διάδοση του εν λόγω κινήματος θα αναχαιτιστεί βίαια από την Ιερά Εξέταση —τρομακτικό όπλο στα χέρια της επίσημης Εκκλησίας. Μέσα από τις περιπέτειες της ζωής και του πνεύματος του Κυπριανού Σαλσέδο, ο Μιγκέλ Ντελίμπες συνθέτει μια ολοζώντανη νωπογραφία της εποχής του Καρόλου Ε' και της πόλης του Βαγιαδολίδ, των κατοίκων, των ηθών και των τοπίων. Πάνω απ' όλα, όμως, Ο αιρετικός, είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας κατά της ανθρώπινης καταπίεσης.

Χωμένο ανάμεσα στα ποτάμια Πισουέργα και Εογκέβα, το Βαγιαδολίδ στα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα ήταν μια πόλη με είκοσι οχτώ χιλιάδες κατοίκους και πολλές υπηρεσίες, Η Βασιλική Καγκελαρία και η αριστοκρατία που συνεχώς ερωτοτροπούσε με την Αυλή, προσέδιδαν στην πόλη ολοφάνερη κοινωνική αίγλη. Τα ποτάμια της, ο Δουέρο, ο Πισουέργα και ο Εσγκέβα, —προτού χωρίσει στα τρία μέσα στην πόλη—, αγκάλιαζαν φιλόξενα τα σπίτια της αριστοκρατίας. Ταυτόχρονα, προσέφεραν ένα φυσικό περιτείχισμα ενάντια στις περιοδικές πολιορκίες της πανούκλας. Η κυρίως πόλη περιβαλλόταν από λαχανόκηπους και οπωρώνες, με αμυγδαλιές, μηλιές και μουσμουλιές. Οι οπωρώνες με τη σειρά τους, ήταν κυκλωμένοι από αμπέλια που σκαρφάλωναν σε αράδες στους λόφους και γέμιζαν τον κάμπο. Κι ήταν τόσα πολλά τα κλήματα, που το καλοκαίρι, ξαναντυμένα με φύλλα και με φρέσκα βλαστάρια, έφραζαν τον ορίζοντα από το Λόφο του Αγίου Χριστόφορου ως την Ανηφοριά της Μαρκησίας. Στην αριστερή πλευρά του Δουέρο, προχωρώντας δυτικά, ξεχώριζαν οι νεαροί πευκώνες, ενώ, πέρα από τους γκρίζους λόφους στο βορρά, μια πλατιά λωρίδα σταροχώραφα συνέδεε την κοιλάδα με το Πάραμο, τη μεγάλη χέρσα έκταση με τα βοσκοτόπια και τις βελανιδιές. Εκεί κατοικούσαν οι κτηνοτρόφοι που έτρεφαν εριουργικά ζώα. Στη γεωγραφία της πόλης οφειλόταν και η τροφοδοσία της- ήταν η γη του ψωμιού και του κρασιού. Το κρασί, που ήταν ελαφρύ κόκκινο στα πιο κοντινά αμπέλια, έβγαινε εύθυμο ροζέ στην περιοχή της θιγάλες και της Φουενσαλδάνια, ενώ η Ρουέδα, η Σεράδα και η Λα Σέκα έδιναν απίθανα λευκά κρασιά. Σύμφωνα με τους κανονισμούς της Συντεχνίας των Κληρούχων του Οίνου που μονοπωλούσε το κρασί, στο Βαγιαδολίδ δεν μπορούσε να πουληθεί ξένος μούστος εφόσον δεν είχε καταναλωθεί πρώτα όλο το ντόπιο κρασί. Ένα πράσινο κλαδάκι στην πόρτα μιας ταβέρνας ήταν η αναγγελία για το άνοιγμα ενός νέου βαρελιού. Τότε, οι υπηρέτες των μεγάλων οίκων, οι παραδουλεύτρες των μεσαίων και οι πιο φτωχοί αυτοπροσώπως, σχημάτιζαν μεγάλες ουρές στην πόρτα της ταβέρνας για να αποφασίσουν για την ποιότητα του καινούργιου κρασιού. Φίλος του χυμού της αμπέλου, ο κάτοικος του Βαγιαδολίδ του δέκατου έκτου αιώνα είχε ευαίσθητο ουρανίσκο και μπορούσε να διακρίνει το καλό από το κακό κρασί, μολονότι, τελικώς, τα έπινε και τα δύο. Έπινε τόσο πολύ, που η ετήσια κατανάλωση κρασιού κατ' άτομο έφτανε τα εκατόν έξι λίτρα. Αν από το λογαριασμό αφαιρέσεις τις γυναίκες, οι οποίες γενικά δεν έπιναν, έπειτα τους ελάχιστους άντρες που δεν έπιναν καθόλου και τους φτωχούς που δεν είχαν για να πιουν, βγαίνει το συμπέρασμα πως η κατά κεφαλή ποσότητα κρασιού ήταν ιδιαιτέρως σεβαστή. Σφηνωμένη ανάμεσα στα δυο ποτάμια, η πόλη με τις μικροσκοπικές της διαστάσεις (για την οποία έλεγε ο κόσμος την εποχή εκείνη, άμα το ψωμί σπανίζει στο Βαγιαδολίδ, η Ισπανία πεινάει), ήταν ένα παραλληλόγραμμο με αρκετές εισόδους. Είχε την πύλη της Μεγάλης Γέφυρας στο Βορρά, την πύλη των Αγρών στο νότο, την πύλη της Τουδέλα στ' ανατολικά και της Λα Ρινκονάδα στα δυτικά. Το κέντρο της πόλης, με αποχετευτικά κανάλια στη μέση των δρόμων, ήταν πέτρινο και γκρίζο. Γενικώς, η πόλη ήταν σκονισμένη και ξερή το καλοκαίρι, κρύα και ερεβώδης το χειμώνα, βρόμικη και δύσοσμη όλες τις εποχές του χρόνου. Ωστόσο, εκεί που η μύτη σου υπέφερε, η όραση σου ευφραινόταν με μνημεία όπως ο Σαν Γρεγόριο, η Αντίγουα και η Σάντα Κρους, ή τα αυστηρά μοναστήρια του Σαν Πάμπλο και του Σαν Μπενΐτο. Με στενά σοκάκια, με υπόστεγα δεξιά κι αριστερά, με δίπατα και τρίπατα σπίτια χωρίς μπαλκόνια, με εμπορικά καταστήματα ή εργαστήρια στο ισόγειο, με τη ζωηρή κίνηση αλόγων, κάρων και αμαξιών, το Βαγιαδολίδ πρόσφερε την εποχή εκείνη μια εικόνα ανθούσας οικονομίας, μιας έκδηλης ευημερίας. Δεν είχε, όμως, ακόμα εγκατασταθεί εδώ ο Βασιλιάς με την Αυλή του, όταν τη νύχτα της 30ης Οκτωβρίου του 1517, η άμαξα στην οποία επέβαινε ο έμπορος δον Μπερνάρντο Σαλσέδο και η όμορφη σύζυγός του, δόνια Καταλίνα δε Μπουσταμάντε, σταμάτησε μπροστά στον αριθμό πέντε της αμαξιτής οδού που την έλεγαν Κορεδέρα του Σαν Πάμπλο. Είχαν περάσει τη βραδιά τους στο σπίτι του δον Ιγνάτιου, που ήταν ένας άντρας ξανθός δίχως μούσι, Δικαστής της Βασιλικής Καγκελαρίας και αδερφός του δον Μπερνάρντο. Η δόνια Καταλίνα, διακριτικά, είχε εμπιστευτεί στο σύζυγο της πως ένιωθε πόνους στα νεφρά. Τη στιγμή που σταμάτησαν τα άλογα απότομα μπροστά στην εξώθυρα του σπιτιού τους, έσκυψε πάλι στο αφτί του και του ψιθύρισε πως ένιωθε υγρή στα μεριά της. Ο δον Μπερνάρντο Σαλσέδο είχε ελάχιστη εμπειρία από τέτοιες υποθέσεις- ήταν ακόμα πρωτάρης στα σαράντα του. Αποφάσισε να στείλει αμέσως τον υπηρέτη του, Χουάν Δουένιας, στο σπίτι του δόκτορα Αλμενάρα, στην οδό Κάρκαβα, να του πει πως η κυρία του ήταν αδιάθετη κι ήταν ανάγκη να πάει να τη δει. Σαν αληθινό θαύμα είχε φανεί στον δον Μπερνάρντο Σαλσέδο η είδηση για τον ερχομό του παιδιού. Ήταν δέκα χρόνια παντρεμένος και η ανέλπιστη εγκυμοσύνη της γυναίκας του προκάλεσε μεγάλη έκπληξη και στους δύο. Οι Σαλσέδο, συνήθως, δεν ασχολούνταν με τέτοια ταπεινά ζητήματα. Η δόνια Καταλίνα ωστόσο, περίεργη να καταλάβει γιατί ο γάμος της έμενε άκαρπος, είχε προσφύγει στον δον Φρανθίσκο Αλμενάρα. Ο δον Φρανθίσκο ήταν ο πιο φημισμένος γιατρός γυναικών σε όλη την επαρχία. Είχε πάρει την άδεια να ασκεί την ιατρική το 1505, από το Βασιλικό Συμβούλιο Αρχιάτρων, ύστερα από λαμπρές επιδόσεις στις εξετάσεις. Αργότερα, η πρακτική του εξάσκηση πλάι στον καταξιωμένο δόκτορα Διέγο δε Λέθα επισφράγισε τις ευοίωνες προοπτικές του νέου γιατρού. Τώρα πια, η φήμη του δόκτορα Αλμενάρα είχε ξεπεράσει τα σύνορα της περιοχής. Οι πιο σπουδαίοι υφαντουργοί της Σεγκόβια, οι πιο ξακουστοί έμποροι του Μπουργκος, έρχονταν συχνά στο ιατρείο του. Μολαταύτα, η δόνια Καταλίνα πήρε κλαίγοντας την απόφαση να τον επισκεφτεί. Πώς να δείξει τα απόκρυφα μέρη της σ’ έναν άγνωστο; Όσο κι αν ήταν μεγαλοφυία, δεν έπαυε να είναι ένας ξένος άντρας. Πώς να μιλήσει με κάποιον για ένα τόσο προσωπικό της πρόβλημα, όπως οι σεξουαλικές της σχέσεις με τον άντρα της που δεν έδιναν καρπό; Όμως, η περιέργεια της ήταν ισχυρότερη από την ντροπή της. Μολονότι δεν χολόσκαγε τόσο για τους απογόνους της, έβλεπε τα πράγματα μ' έναν συνεπή ορθολογισμό. Ήθελε να μάθει γιατί οι ενέργειες της, που ήταν ίδιες με τόσων άλλων γυναικών, δεν έφερναν τα ίδια αποτελέσματα. Λίγες ημέρες αργότερα, ήρθε ο γιατρός Αλμενάρα. Με το αρχοντικό του παρουσιαστικό, τυλιγμένος σαν σαλάμι μέσα στο μανδύα του, κουμπωμένος στο λαιμό μ' ένα ρουμπίνι, με το μακρύ οξύληκτο γένι του και το ακανόνιστο σμαράγδι που στόλιζε τον δεξί του αντίχειρα, έδιωξε τους δισταγμούς και τις τύψεις της δόνιας Καταλίνας. Στην απόφασή της συνέβαλλαν και οι καλοί τρόποι του γιατροί Την ηρέμησαν τα γλυκά λόγια που πρόφερε χαμηλόφωνα, η λεπτότητα με την οποία της ζητούσε την άδεια για την πρόσβαση στα απόκρυφα του κορμιού της και για τις επαφές — που αν και ελάχιστες ήταν τόσο συγκλονιστικές για την κυρία όσο και απαραίτητες για την αποστολή του ιατρού. Ασχολήθηκε μαζί της αρκετό καιρό. Στο τέλος κατάφερε να διώξει κάθε φόβο από την ψυχή της δόνιας Kαταλίνας, ενώ η καρδιά του Μπερνάρντο άνοιξε για μια ειλικρινή φιλία. Πρώτα, όμως, το ζευγάρι αναγκάστηκε να υποστεί τρομερές δοκιμασίες, όπως αυτή με το σκόρδο. Έπρεπε να καταλάβουν ποιος από τους δύο ήταν υπεύθυνος για την στειρότητα του ζευγαριού. Για το σκοπό αυτό, ο δον Φρανθίσκο Αλμενάρα έβαλε στον κόλπο της δόνιας Kαταλίνας μία σκελίδα σκόρδο, επιμελώς ξεφλουδισμένη. Έπειτα, την πρόσταξε να μείνει στο κρεβάτι. «Αύριο, να μη σηκωθείτε ώσπου να έρθω. Πρέπει να είμαι ο πρώτος που θα μυρίσω» της τόνισε. Ο δον Μπερνάρντο ξύπνησε από το χάραμα. Διαισθανόταν αόριστα πως κάτι πολύ σοβαρό κρινόταν σχετικά με τον ανδρισμό του. Περιπλανήθηκε μέσα στο σπίτι για πολλές ώρες και, όταν γύρω στις εννιά το πρωί άκουσε στην πόρτα τα πέταλα του μουλαριού του γιατρού, τράβηξε τις κουρτίνες του παραθύρου με έκδηλη ανησυχία. Ο υπηρέτης του δόκτορα, που βαστούσε το μουλάρι από το καπίστρι βοήθησε το αφεντικό του να ξεπεζέψει κι έδεσε το ζώο στο χαλκά της κολόνας. Τα όσα ακολούθησαν έκαναν τον δον Μπερνάρντο να τα χάσει και να νιώσει μεγάλη αμηχανία. Ο δον Φρανθίσκο είπε στη δόνια Καταλίνα να σηκωθεί. Την πήρε όπως ήταν από το χέρι και την πήγε ως το λαβομάνο. Εκεί, της ζήτησε ευγενικά να μυρίσει την αναπνοή της. «Τι;» Η δόνια Καταλίνα τα είχε ολοφάνερα χαμένα. «Την αναπνοή σας, κυρία μου. Ας μου ρίξει η Ευγένεια σας ένα χνώτο» επέμεινε ο γιατρός γέρνοντας το μπούστο του πάνω από το πρόσωπο της πελάτισσάς του. Τελικά, εκείνη υπάκουσε. «Αλλη μια φορά, αν έχετε την καλοσύνη.» Η σύζυγος του δον Μπερνάρντο Σαλσέδο φύσηξε το χνώτο της στη μύτη του δον Φρανθίσκο, κι αυτός έσμιξε σκεφτικός τα φρύδια του: Αμέσως μετά, με ύφος που έδειχνε κατάσταση ιδιαιτέρως σοβαρή ο δόκτωρ Αλμενάρα κλείστηκε με τον δον Μπερνάρντο στο γραφείο του τελευταίου. Κάθισε πίσω από το τραπέζι και κοίταξε τον Σαλσέδο με ασυνήθιστη ψυχρότητα, «Λυπάμαι που σας το λέω, αλλά μόλις διαπίστωσα πως οι οδοί της συζύγου σας είναι ανοιχτές» είπε απλά. «Τι πάει να πει αυτό, γιατρέ;» «Η σύζυγος της Εξοχότητάς σας είναι απολύτως ικανή να τεκνοποιήσει.» Το αίμα του δον Μπερνάρντο κατέβηκε μονομιάς στις φτέρνες του: «Τι υπονοείτε; Δηλαδή...» προσπάθησε να πει, μα ήταν ανίκανος να συνεχίσει τη φράση του. «Δεν υπονοώ τίποτα, κύριε Σαλσέδο. Διαβεβαιώνω κατηγορηματικά πως η ανάσα της κυρίας σας μυρίζει σκόρδο. Τι σημαίνει αυτό; Είναι απλούστατο. Οι αγωγοί σύλληψης του σώματος της είναι ανοιχτοί, δεν είναι φραγμένοι. Η σύλληψη θα μπορούσε να γίνει φυσιολογικά έπειτα από την κατάλληλη γονιμοποίηση.» Ο δον Μπερνάρντο είχε αρχίσει να ιδρώνει κι έκανε αδέξιες χειρονομίες προσπαθώντας να συμβιβαστεί με την ιδέα: «Πάει να πει πως εγώ είμαι ο αίτιος της αποτυχίας του γάμου μου.» Ο Αλμενάρα τον κοίταξε από επάνω ως κάτω με μια δόση καταφρόνιας. «Στην ιατρική, δύο και δύο δεν κάνουν πάντα τέσσερα, κύριε Σαλσέδο. Θέλω να πω ότι αυτές οι αποδείξεις δεν είναι μαθηματικά. Υπάρχει πιθανότητα να είστε και οι δύο σε θέση να τεκνοποιήσετε, και για κάποιο λόγο τα δύο μέρη να μην μπορούν να επικοινωνήσουν.» «Δηλαδή, η οτιζυγός μου κι εγώ δεν ταιριάζουμε.» «Πείτε το όπως θέλετε.» Ο κύριος Σαλσέδο κράτησε μια επιφυλακτική σιωπή. Ήταν βέβαιος για τις γνώσεις του δόκτορα Αλμενάρα, γνώριζε τις θεαματικές του επιτυχίες στις πιο εκλεκτές οικογένειες της πόλης και παραδεχόταν τη διάνοια του. Αλλωστε, ήταν πασίγνωστο πως στη βιβλιοθήκη του συνωστίζονταν τριακόσιοι δώδεκα τόμοι. Ήταν βέβαια λιγότεροι από αυτούς του αδερφού του, του Ιγνάτιου, αλλά αρκετοί για να δώσουν μια ιδέα της μόρφωσης του γιατρού. Δεν ήταν ανάγκη να θυμώσει με μια τόσο ασήμαντη αφορμή. Ωστόσο, ο κύριος Σαλσέδο ρώτησε: «Και η επιστήμη δεν διαθέτει, γιατρέ, άλλη δοκιμασία, ας πούμε λιγότερο ταπεινωτική και κάπως πιο λεπτεπίλεπτη;»

ΝΤΕΛΙΜΠΕΣ ΜΙΓΚΕΛ