ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΑΠΟ ΕΔΩ

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΑΠΟ ΕΔΩ

Συγγραφέας: ΤΟΣΚΑΝΑ ΝΤΑΒΙΝΤ
Μετάφραση: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΗΜΟΥ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-50-9
Σελίδες: 288

€10.49 €11.66

  Στο καλαθι βιβλια

Μην είσαι απαισιόδοξος, δικηγόρε. Λάβε υπόψη σου ότι για τις καθυστερήσεις εκείνες έφταιγαν τόσο οι πόλεμοι που έγιναν όσο και οι παλιοκαιρίτικες τεχνικές που εφάρμοζαν στην αρχή. Εγώ σε διαβεβαιώνω: Σε λιγότερο από τρία χρόνια θα έχουμε τον δικό μας σιδηρόδρομο. Κάμποσοι μισομεθυσμένοι άντρες χτύπησαν παλαμάκια και σήκωσαν τα ποτήρια τους, για να βροντοφωνάξουν: Γεια μας, μπράβο, γείτσες, ζήτω η πρόοδος... Μια βιογραφία, μερικές μαγνητοταινίες κι ένας συγγραφέας με τη γυναίκα του, την Πατρίσια. Η επαρχιακή πόλη «Τούλα» στο Βόρειο Μεξικό. Ένας κυκλώνας που σαρώνει τις βόρειες πολιτείες. Μία κοπέλα, η Κάρμεν, ενσάρκωση της Γυναίκας, ηρωίδα όλων των βιβλίων όλων των εποχών σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, η απρόσιτη δεσποινίδα όλων των ποιητών. Τα σημαντικότερα γεγονότα του 19ου αιώνα. Ένας σιδηρόδρομος που δεν πέρασε ποτέ. Η ακμή και η πτώση ενός μικρού κόσμου. Η απόγνωση και η φυγή, ο θάνατος και ο έρωτας. Το τρένο δεν θα περάσει από εδώ έχει ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά και αραβικά.

Ο Χουάν Καπιστράν είχε ζητήσει από πολύ νωρίς να τον κάνουν μπάνιο και να τον παρφουμάρουν με κάποια λοσιόν για να επικαλύψει τη δυσοσμία της σάρκας του. Όμως, δεν του άφησαν και πολλά περιθώρια επιλογής αρώματος και τελικά βολεύτηκε μ' ένα φιαλίδιο μεταλλικού νερού, με το οποίο βάλθηκε να ραντίζει το στήθος του με σπασμωδικές κινήσεις τη στιγμή που η αδερφή Γουαδαλούπη τον ρωτούσε: «Θα θέλατε να σας χτενίσω;» «Μπορώ και μόνος μου.» Καθώς άνοιξε το παράθυρο, το απαλό γουργουρητό του δρόμου μετατράπηκε σε μια ανυπόφορη αντάρα αυτοκινήτων και φορτηγών, σε βιαστικά βήματα περαστικών, σε φωνές πωλητών εφημερίδων και τηγανητών λιχουδιών κάθε είδους. Μαζί με τη φασαρία εισέβαλε κι ένας καυτός αέρας που σιγά σιγά άρχισε να επιβαρύνει την υγρασία του δωματίου μ' εκείνη την ασφυκτική αίσθηση που έχει κανείς όταν βρίσκεται δίπλα σε δημόσια ουρητήρια. «Θα μου πάρετε το νούμερο στο τηλέφωνο;» «Μάλιστα, κύριε Καπιστράν, μια στιγμούλα.» Η γυναίκα έσπρωξε την αναπηρική καρέκλα ως τον καθρέφτη, κείνος άρπαξε τη χτένα μ' αυτό το σφρίγος που πάντα ζήλευαν οι άλλοι γέροι, χάραξε γρήγορα μια αριστερή χωρίστρα, και τέλος όργωσε κάμποσες φορές τα μαλλιά του, σαν να ήθελε γδάρει το κρανίο του. Μέσα απ' τον καθρέφτη είδε το είδωλο του Μονόφθαλμου να τον πλησιάζει με τα κοφτά του βηματάκια να σέρνονται στο πάτωμα. «Τι έγινε, Χουάν; Σου τον φώναξαν εκείνον τον συγγενή σου;» «Τον εγγονό μου, θέλεις να πεις;» «Ναι, αυτόν.» «Όχι ακόμα. Αυτή εδώ η γυναίκα θέλει παρακάλια.» Εκείνη κοίταξε με περιφρόνηση τους δύο άντρες και βγήκε απ' το δωμάτιο. «Μόνο να του πεις ποιος είμαι, ότι έχω ανάγκη να τον δω σήμερα κιόλας, ότι είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου.» Αλλά η αδερφή Γουαδαλούπη ούτε καν κοντοστάθηκε για ν' ακούσει άλλη μια φορά τα ίδια και τα ίδια που της έλεγε συνεχώς από το προηγούμενο βράδυ. Μ' ένα νεύμα του χεριού ζήτησε από τον Μονόφθαλμο να τον αφήσει μόνο του. «Θα με ειδοποιήσεις;» Ο γερο-Καπιστράν συγκατένευσε κι έσπρωξε την καρέκλα του ως το παράθυρο. Κοίταζε τα πρόσωπα όλων των γυναικών που περπατούσαν στο δρόμο χωρίς να υποπτεύονται ότι τις κατασκοπεύει. Τις παρακολουθούσε μέχρι τη στιγμή που έστριβαν στη γωνία των οδών Μαδέρο και Ρεφόρμα, σημείο όπου η απέναντι μάντρα και τα κάγκελα του παραθύρου του έκοβαν τη θέα. Με κάθε γυναίκα που έβλεπε να χάνεται στην άκρη του δρόμου χανόταν και η ελπίδα του να ξαναβρεί την Κάρμεν. Μέτρησε καμιόνια, αμάξια και ανθρώπους. Η αδερφή Γουαδαλούπη επέστρεψε και πέρασε διστακτικά το κατώφλι. Ο Χουάν Καπιστράν στράφηκε προς το μέρος της και παρέμεινε για λίγο σιωπηλός μέχρι να βρει το θάρρος να ρωτήσει: «Μιλήσατε μαζί του;» «Ναι.» «Και τι σας είπε;» Εκείνη στάθηκε πίσω απ' την πλάτη του. Ακούμπησε τα χέρια στους ώμους του κι άρχισε να τους τρίβει απαλά, με στοργή. Ύστερα από λίγο, καθώς ένιωσε στα δάχτυλα της κάτι που έμοιαζε με επιθυμία, κάτι που είχε βγει από τα βάθη της μνήμης κι όχι μέσα από τις αισθήσεις της, σταμάτησε. «Είπε ότι δεν ξέρει κανέναν Χουάν Καπιστράν.» Η Φερνάντα έκλεισε αργά την ποιητική συλλογή. Ο θείος της είχε αρχίσει να βαριανασαίνει από ώρα. Σίγουρα θα τον είχε πάρει ο ύπνος. Απάγγειλε τους τελευταίους στίχους που είχαν ξεμείνει μέσα στη μνήμη της, αφήνοντας τη φωνή της να φθίνει μέσα σ' εκείνη τη γρανιτένια σιωπή. Σταμάτησε το πηγαινέλα της κουνιστής πολυθρόνας για να διώξει τις μύγες που βούιζαν πάνω από το πυώδες πόδι του θείου της. Το σκέπασε μ' ένα μαντήλι. «Τι έγινε, Φερνάντα;» άνοιξε τα μάτια. «Τίποτα θείε, να, έφευγα.» «Τόσο νωρίς;» «Νωρίς; Για δες... άρχισε κιόλας να σκοτεινιάζει.» Άπλωσε το χέρι της για να δείξει τον ορίζοντα που φλεγόταν μέσα σ' ένα χλομό βραδινό φως. «Τότε μείνε εδώ να κοιμηθείς.» «Όχι, στο σπίτι θα με περιμένουν.» «Τουλάχιστον μη φύγεις χωρίς να μου φτιάξεις ένα καφεδάκι.» Κακοδιάθετη, η Φερνάντα χώθηκε στην κουζίνα. Την ώρα που έβγαινε απ' το δωμάτιο, ο θείος σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει τις γάμπες της. Γύρισε σε λίγο μ' ένα αχνιστό φλιτζάνι στο ένα χέρι και μια μικρή κούπα με γάλα στο άλλο. Τα τοποθέτησε με προσοχή στο τραπέζι δίπλα στο κρεβάτι και τον αποχαιρέτησε. «Μην παραχαϊδεύεσαι μ' αυτές τις επισκέψεις. Είναι μόνο μέχρι να γιατρευτεί το πόδι σου.» Έξω, τα δέντρα είχαν γεμίσει από ακίνητα πουλιά κι ο αέρας είχε μεστώσει απ' το ζουζούνισμα των τζιτζικιών. Η Φερνάντα τάχυνε το βήμα της, όχι τόσο εξαιτίας των πιθανών κινδύνων της νύχτας, αλλά επειδή ήθελε να αποφύγει το σίγουρο κατσάδιασμα της μάνας της. Τον κύριο λόγο στο ξύπνημα, στο φαγητό και στον ύπνο τον είχε το ρολόι της σάλας υποδοχής ή η φωνή του τελάλη. Για να επιστρέψει στο σπίτι, ο νόμος ήταν ο ήλιος. Γι' αυτό μισούσε εκείνες τις μικρές ημέρες του χειμώνα που την έκλειναν μέσα από τις πέντε το βράδυ. Από μακριά ατένισε τα φώτα της Τούλα και νόμισε ότι ξεχώριζε ανάμεσα τους ακόμα και το φως του δωματίου της. «Ποιος να το 'χει ανάψει άραγε;» Στη διασταύρωση με το δρόμο που οδηγούσε στη Χασιέντα του Τσαπουλίν άκουσε κάποιον να την πλησιάζει. Αμέσως θυμήθηκε την προειδοποίηση της μητέρας της για τους κινδύνους που διέτρεχε σεργιανώντας μοναχή σ' εκείνες τις ερημιές. Δε θέλησε να γυρίσει και να κοιτάξει πίσω. Έσφιξε μόνο το βιβλίο της ενώ μέσα της ξυπνούσε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τα υπόλοιπα συνέβησαν τόσο γρήγορα ώστε αργότερα, στους εφιάλτες της, της φαίνονταν σαν ένα απότομο στραβοπάτημα. Αισθάνθηκε ένα χέρι να την τραβάει απ' τα μαλλιά για να σταματήσει. Μια βαριά μυρωδιά από ρακί ανακατεύτηκε με τον κρύο ιδρώτα που έσταζε απ' τους κροτάφους της. «Δεν τρέχει τίποτα» είπε μέσα της, αλλά μια φωνή στα εγγλέζικα την ανάγκασε να δει κατάματα την πραγματικότητα. «Τι θέλετε;» ρώτησε εκείνη. Εκείνος χαμογέλασε μ' ένα στόμα που όλο και πλησίαζε. Ξεβούλωσε μια φιάλη και την άδειασε ολόκληρη επάνω στο πρόσωπο του κοριτσιού που ήταν έτοιμο να ξεσπάσει σε λυγμούς. Συνέχισε να της ρίχνει στην πλάτη, στο στήθος. Εκείνη έκλεισε τα μάτια της και το βιβλίο έπεσε στο χώμα. Μόλις έφτασε επιτέλους στο σπίτι, μπόρεσε να δει κάτω από το φως του φαναριού της εισόδου σε ποια κατάσταση βρισκόταν το φόρεμά της. Μπήκε μέσα χωρίς να χαιρετήσει κανέναν κι ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια. «Μπορείς να μου πεις τι ώρα είναι αυτή που γυρίζεις;» «Ήρθε να σε βρει τρεις φορές η Μαρισέλα. Είπε ότι μένει να της δείξεις δεν ξέρω και 'γω ποια βελονιά στο κέντημα.» «Μα, τι ανάγωγη! Ούτε καν χαιρετά!» «Πώς πάει ο θείος σου;» «Μη νομίζεις ότι δεν το κατάλαβα ότι έβαλες το φόρεμα μου!» Η Φερνάντα σωριάστηκε πάνω στο κρεβάτι της. Είχε ανάγκη από μια αιτία για να κλάψει, επειδή δεν ήθελε να χαραμίσει ούτ' ένα δάκρυ για κείνον τον άντρα του δρόμου, θυμήθηκε το βιβλίο με τα ποιήματα κι έκλαψε απαρηγόρητη καθώς σκέφτηκε ότι το είχε χάσει μέσα σ' έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκε πλέον: Τον κόσμο των όμορφων στίχων, των γονιών της στο τραπέζι, της αδερφής της με τις μακριές κοτσίδες, της Μαρισέλας που είχε πάει να τη δει, τις δυο δεξιές και μια ανάποδη. «Κορούλα μου, κατέβα γρήγορα γιατί κρυώνει το φαγητό σου.»

ΤΟΣΚΑΝΑ ΝΤΑΒΙΝΤ