ΜΙΑ ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΙΝΗ ΖΕΣΤΑΣΙΑ

ΜΙΑ ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΙΝΗ ΖΕΣΤΑΣΙΑ

Συγγραφέας: ΤΟΡΕΣ ΜΑΡΟΥΧΑ
Μετάφραση: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-62-2
Σελίδες: 220

€10.02 €11.13

  Στο καλαθι βιβλια

Η Βαρκελώνη της δεκαετίας του πενήντα κρύβει σκληρές συνοικίες και θερμές γειτονιές όπου οι άνθρωποι βιώνουν δύσκολα τα μεταπολεμικά χρόνια. Η Μανουέλα ζει μαζί με το θείο, τη θεία και τη μαμά της. Οι δύο γυναίκες -γνήσια πρότυπα της εποχής τους-, προσπαθούν να εμφυσήσουν στο μικρό κορίτσι τις αρχές της στέρησης, της θρησκοληψίας, της καταπνιγμένης ανάγκης, της δουλοπρέπειας που αρμόζει στην «κατώτερη κοινωνική τάξη» όπου θεωρούν ότι ανήκουν, αντλώντας τη χαρά τους μόνο μέσα από τη δυστυχία. Ευτυχώς, υπάρχει ο θείος Ισμαέλ. Και η εξαδέλφη Ιρένε με την οποία τον συνδέει κάποιος μυστηριώδης δεσμός. Η μικρή Μανουέλα μπαίνει μαζί τους στο παιχνίδι της ζωής και αρχίζει να βλέπει πως η ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί και να μην είναι κατάρα. Οι ήρωες της Maruja Torres -όπως και οι ήρωες του Ντίκενς που τόσο πολύ αγαπά η μικρή Μανουέλα-, διαθέτουν αυτό το έντονα ανθρώπινο και «κοντινά ζεστό» στοιχείο που αναγκάζει τον αναγνώστη να λάβει ενεργά μέρος στην αφήγηση αναγνωρίζοντας, όπως στον καθρέφτη, τον εαυτό του.

Χθες πήρα δύο τηλεφωνήματα. Το ένα από τη Βαρκελώνη. Το άλλο από την Aix-en-Provence. Είναι φορές που η ζωή σε αρπάζει άξαφνα από τα μαλλιά. Έτσι, χωρίς καμία προειδοποίηση τις προηγούμενες ώρες. Μήτε καν κάποιο προαίσθημα. Εκτός κι αν, τώρα που το ξέρω, θεωρήσω σαν προμήνυμα εκείνη την έντονη νοσταλγία που ένιωσα για το υγρό στοιχείο, για τη θάλασσα, για τα γκρίζα κι ατάραχα δέντρα, φορτωμένα με βροχή. Η νοσταλγία μου έκοβε την ανάσα εκείνο το απομεσήμερο. Έφευγα από τον εκδοτικό οίκο. Μέσα στο κεφάλι μου χόρευαν ακόμη οι αντίλαλοι της σύσκεψης, όπου είχαμε αποφασίσει την ημερομηνία που θα δημοσιευόταν το επόμενο βιβλίο μου. Το ξερό φθινόπωρο της Καστίλης έκανε αισθητή την παρουσία του εντελώς απροσδόκητα, όπως κάθε χρόνο, με την αιφνίδια φανφάρα των γνωστών χρωμάτων. Το φθινόπωρο είναι μια εποχή που περνά από τη Μαδρίτη δίχως διόλου να σταθεί, μια σύντομη τυμπανοκρουσία, εκκωφαντική και αλαζονική. Νοστάλγησα λοιπόν, όπως κάθε χρόνο, τα απαλά φθινόπωρα της πόλης μου, το στρωτό κατέβασμα προς το χειμώνα που ετοιμάζεται στη βόρεια Μεσόγειο, τις μέρες που φέρνουν άφθονα νερά, η μια μετά την άλλη. Πεθύμησα τις μεταλλικές, υγρές μέρες που η Βαρκελώνη μυρίζει ξινό κι αλάτι και ο αέρας, σαν μπαμπακερό στρώμα, πυκνώνει ακόμη περισσότερο για να αντισταθεί στην εισβολή του τσουχτερού κρύου. Μολαταύτα, δεν ένιωσα κανένα προαίσθημα. Ήταν απλώς κάτι που το παθαίνω συχνά, με πιάνει το μαράζι για νερά, σαν νιώθω το κοφτερό σαν μαχαίρι κλίμα του οροπεδίου της Μαδρίτης. Το πρώτο τηλεφώνημα, μολονότι με συγκλόνισε, με βρήκε προετοιμασμένη. Εδώ και αρκετό καιρό λογάριαζα και μελετούσα το αναπόφευκτο αυτό ενδεχόμενο. Βέβαια, σκεφτόμουν πάντοτε την πρακτική σκοπιά και ποτέ τη συναισθηματική, έχω ειδικότητα να εξουδετερώνω τα θολά συναισθήματα προτού να μου καθίσουν στο στομάχι. Υπολόγιζα εδώ και πολύ καιρό πως, αργά ή γρήγορα, θα βρισκόμουν στην ανάγκη να πάω στην κηδεία της μητέρας μου. Το δεύτερο τηλεφώνημα ήταν από τον Χάιμε Σόλερ, που είναι συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, όπως κι εγώ, και μαζί του δεν έχω ουσιαστικά καμία σχέση. Όμως, αρκετά συχνά, έχουμε σύντομες κι επιφανειακές συναντήσεις. Συναντιόμαστε σε συμπόσια, σε λογοτεχνικές βραδιές ή όταν υπογράφουμε τα βιβλία μας σε κάποια έκθεση. Ωστόσο, μεταξύ μας έχει συμβεί και κάτι ακόμα. Κάποια φορά βρεθήκαμε στο ασανσέρ ενός ξενοδοχείου πηγαίνοντας για τα δωμάτια μας, έπειτα από αρκετά ποτά που είχαμε πιει στην εκδήλωση και μας κατέλαβε άξαφνα ένας απροσδόκητος ερωτικός πόθος. Προσπαθήσαμε να τον παρατείνουμε μάταια, με την ξεροκεφαλιά των θρησκόληπτων. Από καθαρή παρεξήγηση, καταλήξαμε στο κρεβάτι. Ποτέ δεν ασχολήθηκα ξανά με το γεγονός αυτό. Το επεισόδιο επέστρεψε ακέραιο στη μνήμη μου χθες, όταν μου είπε ποιος είναι και μου ζήτησε συγνώμη που μου τηλεφωνούσε στις δύο τα ξημερώματα. Η ένρινη φωνή του πρόδιδε το αδέξιο θράσος ενός ξενύχτη μεθυσμένου. Όταν τον άκουσα, θυμήθηκα αμέσως την γλώσσα του, καυτή από το τζιν, να εισβάλλει στο στόμα μου που ήταν ναρκωμένο από το ουίσκι — δύο γεύσεις που δεν σμίγουν καλά, αταίριαστα μεθύσια. Ένιωσα πάλι το χέρι του να τραβολογάει το σλιπάκι μου μέσα στο παμπάλαιο ασανσέρ που βρομούσε μούχλα. Όταν τον άκουσα πάλι εχτές, τον πόθησα με μια αγριότητα που δεν είχε να κάνει με τον ίδιο, ούτε μ' εμένα. Ο θάνατος πάντοτε μου ανοίγει την όρεξη για έρωτα. Μάλλον γι' αυτό γράφω αστυνομικά μυθιστορήματα μ' ένα φόνο σε κάθε δεύτερο κεφάλαιο. Είναι και που δεν ξέρω να γράφω γι' αληθινά πρόσωπα που διαπράττουν καθημερινά εγκλήματα ή πέφτουν θύματα εγκλημάτων. ʼναψα ένα τσιγάρο Δουκάδος και αποκρίθηκα με μονοσύλλαβα στις εξηγήσεις που ψέλλιζε ο Σόλερ, περιμένοντας να υποχωρήσει ο πόθος μου. Κάθισα στο κρεβάτι, κοντά στο μισογεμάτο ταξιδιωτικό σάκο, και τον άφησα να μιλάει. Πρώτα με κατσάδιασε γιατί δεν πήγα στην Εβδομάδα Αστυνομικού Μυθιστορήματος της Aix-en-Provence, μετά εγκωμίασε τις ομορφιές της πόλης και τις γαστρονομικές αρετές της. Ύστερα χάθηκε σε διεξοδικότατα κουτσομπολιά για τους συναδέλφους μας. Έπιασε να σχολιάζει την απονομή του βραβείου και το έκανε μάλλον με λαμπρό κριτικό πνεύμα παρά με χολή και φαρμάκι. Η πρακτική πλευρά του εαυτού μου άρχισε να στριφογυρίζει από ανυπομονησία. Ο σάκος μου βρισκόταν εκεί δίπλα, να μου υπενθυμίζει πεισματάρικα το ταξίδι που θα ξεκινούσα και την ναρκωτική μονοτονία που γεμίζει τον κόσμο μου. Την είχα ξαναβρεί χάρη στα λόγια του Σόλερ. Προς στιγμή ένιωθα ασφαλής. Η πολυλογία του έσβησε από μέσα μου την ερωτική επιθυμία, όπως αυτή πρωτύτερα είχε καλύψει τον πόνο, ή καλύτερα τον πόνο να μην νιώθεις κανένα πόνο. Ένα συναίσθημα που τυραννάει τον εγκέφαλο ενώ αφήνει ανέπαφη την καρδιά. «Κάτι μου συνέβη» είπε τέλος. «Και σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να σου το πω. Εχτές με πλησίασε μια γυναίκα που ήταν βέβαιη πως σε γνωρίζει και θέλει να επικοινωνήσεις μαζί της. Μια εξαιρετική κυρία, πενήντα και κάτι, ίσως και περισσότερο, μα δεν της φαίνεται. Κυρία περιωπής, κάτι ανάμεσα σε Όντρει Χέπμπορν στο Ρόμπιν και Μάριαν και Αν Μπάνκροφτ στο Αποφασιστικό Βήμα. Λίγο από θέλμα Ρίτερ. Γυναίκα κλάσεως με κάποια αναίδεια. Έχει έναν τρόπο να βάζει τα χέρια στη μέση της...» Ο Σόλερ, όπως κι εγώ, ανήκει σε μια γενιά συγγραφέων που τη σημάδεψε ο κινηματογράφος. «Λοιπόν;» τον έκοψα για να μην τον αφήσω να πλατειάσει. Ταυτόχρονα ήθελα ν' αφήσω την πολυλογία του να γεμίσει το χρόνο που μου απόμενε ως την ώρα της πτήσης μου. «Στην αρχή νόμισα πως ήταν καμιά ψυχοπαθής, από δαύτες που σε σκοτώνουν άμα δουν ότι δεν ανταποκρίνεσαι.» «Play "Misty"for me, με τον Κλίντ Ίστγουντ.» «Ακριβώς. Μανουέλα, πρέπει να πάμε σινεμά καμιά μέρα.» Με τη σκέψη ότι η μητέρα μου δε θα ξανάβλεπε ποτέ ταινία, ένα κενό άνοιξε κάπου στο στήθος μου. Όμως δεν ήταν πόνος, ένα σύγκρυο μόνο και μια εικόνα: οι δυο μας, πλάι πλάι, βλέπουμε το Γυναίκες στο παλιό σινε-Παρί, τη νύχτα που μας εγκατέλειψε ο πατέρας μου. ʼιντε, είπα στον εαυτό μου, που θέλεις να σε λυπηθούμε επειδή έμεινες ορφανή στα 45 σου. Ανάσανα βαθιά. «Τελικώς, είναι παλαβή ή όχι;» «Έχει μια φωτογραφία σου με αφιέρωση.» «Θα είναι από αυτές που στέλνει ο εκδοτικός οίκος, τις υπογράφει μια γραμματέας που μιμείται τα γράμματα μου. Δεν γνωρίζω κανέναν στην Aix-en-Provence, δεν έχω πάει ποτέ μου. Και δεν μπορώ να θυμηθώ καμία Γαλλίδα που να ταιριάζει με την περιγραφή σου.» «Δεν είναι Γαλλίδα, Ισπανίδα είναι. Και είστε μαζί στη φωτογραφία, μολονότι αυτή έχει αλλάξει λιγότερο. Εσύ δεν είσαι παραπάνω από δέκα ή έντεκα χρόνων. Έχει ημερομηνία πίσω, 1954. Σ' έχω στο χέρι, Μανουέλα, μην προσπαθείς να κρύψεις τα χρόνια σου.» Σημείωσα το τηλέφωνο και το όνομα χωρίς να τρέμει το χέρι μου. Όταν κατέβασα το ακουστικό, έκοψα το φύλλο από το μπλοκ, το δίπλωσα στα τέσσερα και το έβαλα στην τσέπη της καμπαρτίνας που θα έπαιρνα μαζί μου. Δεν είχα ακούσει κανένα δελτίο καιρού, ήμουν όμως σίγουρη ότι στη Βαρκελώνη έβρεχε. Γέμισα το σάκο μου, έκλεισα το φερμουάρ, έβαλα από πάνω την καμπαρτίνα και πλάγιασα να περιμένω, δίχως να σκέφτομαι. Συνήθως έτσι το χειρίζομαι. Κρύβω το σημαντικό στα στεγανά, βάζω από πάνω μία και μοναδική ιδέα —ευχάριστη—, και γαντζώνομαι επάνω της. Θα γυρίσω στην πόλη μου για να συναντήσω τη βροχή. Έπειτα θα θάψω τη μάνα μου και τέλος, θα πάρω μια απόφαση σχετικά με το σημείωμα που έγραψα στο χαρτάκι. Αναπόλησα εικόνες βροχερές, έπαιξα μαζί τους, τις ανακάτεψα. ʼγονη προσπάθεια. Τα δύο τηλεφωνήματα έσμιγαν, είχαν την ίδια σημασία και κανένας —μήτε καν εγώ που είμαι μυθιστοριογράφος—, δεν μπορούσε να αποφύγει τις δραματικές πιθανότητες που ξεδιπλώνονταν με τη χρονική αυτή σύμπτωση. Είπα ήδη ότι μερικές φορές, η ζωή μας αρπάζει από τα μαλλιά. Καταλάβαινα πως έπρεπε να την ακολουθήσω στο δρόμο όπου ποτέ, θες από φόβο θες από προφύλαξη, δε θέλησα να βαδίσω. Το ταξίδι μου δεν θα ήταν μόνο μια πτήση από το ένα αεροδρόμιο στο άλλο. Όταν έφτασε η ώρα κάλεσα ένα ταξί. Ο οδηγός, σ' όλη τη διαδρομή με κοιτούσε από τον καθρέφτη που έκλαιγα, μα δεν έκανε κανένα σχόλιο. Μονάχα όταν μου έδινε τα ρέστα, βρήκε το θάρρος να μου πει: «Εύχομαι να μην είναι τίποτε το σοβαρό». Δεν αποκρίθηκα. Δεν μπορούσα. Το κλάμα είναι ένας τρόπος έκφρασης που δεν τον έχω συνηθίσει. Εδώ και πολλά χρόνια έχω χάσει αυτή τη συνήθεια. Κι όμως, ακόμα δεν μπορώ να ελέγξω την ξαφνική του εμφάνιση μέσα σε τόσα άλλα. Μ' έπιασαν πάλι τα κλάματα. Έρχονταν κατά κύματα, βίαια, άταχτα, δεν τηρούσαν την προβλεπόμενη σειρά που ακολουθούν οι άνθρωποι που έχουν το χάρισμα να διαλύουν τις συμφορές τους με το κλάμα. Το κλάμα μου δεν είχε την αρμονία με την οποία συνήθως περνάς από το ένα στάδιο στο άλλο, από τα πρώτα δάκρυα στα βογκητά, έπειτα στους απολυτρωτικούς λυγμούς που αναπόφευκτα καταλήγουν σε αναστεναγμούς και τέλος, σ' ένα είδος πρηξίματος που σου φέρνει κάποια παρηγοριά. Ξέρω πώς γίνεται κι ας μην ξέρω να κλαίω, έχω αφιερώσει πολλές ώρες στην παρατήρηση ανθρώπων που κλαίνε. Στα μυθιστορήματα μου, οι συγγενείς των θυμάτων κλαίνε άψογα, ακόμη κι όταν είναι οι δολοφόνοι.

ΤΟΡΕΣ ΜΑΡΟΥΧΑ