ΛΟΥΣΙ

ΛΟΥΣΙ

Συγγραφέας: ΤΙΡΩ ΦΙΛΙΠ
Μετάφραση: ΜΙΡΚΑ ΣΚΑΡΑ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-66-5
Σελίδες: 184

€8.59 €9.54

  Στο καλαθι βιβλια

Το 1851 στην έρημο της Καλιφόρνιας, μέσα στην αγκαλιά του παιδικού του φίλου Κλάιντ Μόργκαν, ο Aλεξ Χάρισον πεθαίνει από δίψα και εξάντληση, χτυπημένος από τον πυρετό του χρυσού. Ο Κλάιντ Μόργκαν -που ταξίδεψε από τη Βοστόνη για να βρει τα χαμένα ίχνη του χρυσοθήρα φίλου του- πληροφορείται πως ο Aλεξ Χάρισον βρισκόταν στα ίχνη μιας πλούσιας φλέβας χρυσού πριν τον προλάβει ο θάνατος... Ο πυρετός του χρυσού τον κυριεύει αμέσως και αρχίζει με τη σειρά του να ζει τη σκληρή ζωή του χρυσοθήρα, περιτριγυρισμένος από καθάρματα, βρόμικες πόρνες, στημένες παρτίδες πόκερ και παράνομο ουίσκι. Στο περιβάλλον αυτό, όπου η ανθρώπινη ζωή μετράει λιγότερο από του αλόγου, ο Κλάιντ παραλαμβάνει τα ερωτικά γράμματα κάποιας μυστηριώδους Λούσι, που απευθύνονται στον -νεκρό πλέον- φίλο του. Στην αρχή από συμπόνια και στη συνέχεια γοητευμένος από τον τρυφερό λυρισμό της γραφής της, ο Κλάιντ αρχίζει να απαντά στα γράμματά της υποδυόμενος το νεκρό φίλο του. Έτσι, δι' αλληλογραφίας, την ερωτεύεται παράφορα... Ο Φιλίπ Τιρό, με δεξιοτεχνία που ξαφνιάζει, χειρίζεται δύο είδη γραφής: του σκληρού, μαύρου μυθιστορήματος και της αισθηματικής νουβέλας, προσφέροντας στον αναγνώστη ένα βιβλίο αντάξιο των καλύτερων γουέστερν.

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΒΟΥΝΑ Ο ήλιος τον ξύπνησε αργά, κατά τις εννιά, ένας ήλιος ανελέητος, σαν κριτής ζωής και θανάτου. Μεσημέρι. Δεν ξέρει πια τι του προκαλεί τον πιο ανυπόφορο πόνο, ο πρησμένος απ' το πύο καρπός του χεριού του ή ο όξινος ιδρώτας που κυλά στις ρυτίδες του μετώπου του, καίει τη μύτη, κυριεύει τα χείλη και κατατρώει τα μάτια του. Με το μόνο ικανό χέρι του ανασηκώνει τον κασμά, κι ύστερα τον πετά κατά το βουνό. Η κάθε του κίνηση είναι αργή, αδέξια, ανώφελη. Μικρά θραύσματα βράχου, που δεν τα κοιτάζει, πέφτουν στα πόδια του. Προσθέτει σκόνη στη σκόνη. Δεν ψάχνει πια για χρυσάφι. Σκάβει στο μυαλό του. Τι ώρα; Τώρα το κρύο δαγκώνει. Ένα πλήθος από δοντάκια. Παντού οδύνη. Κάθεται, ή μάλλον έχει σωριαστεί καθιστός χάμω, με τα χέρια να κρέμονται, και τις παλάμες ν' αγκαλιάζουν το χώμα. Η νύχτα απλώθηκε στην κοιλάδα. Τα κογιότ, οι αρκούδες κι οι αράχνες μιλούν ακατανόητη γλώσσα. Η οροσειρά, Βαβέλ με χίλια κεφάλια, ορθώνεται παντού γύρω του. Το δικό του βουνό είναι αυτός ο σωρός τα μπάζα που έβγαλε από τις άγονες πλαγιές του λόφου. Το χρυσάφι. Εδώ και δυο μέρες δεν υπάρχει νερό. Νιώθει σφάγιο στην κοιλιά κι η γλώσσα του πρήζεται. Έλενα. Αχ, Έλενα. Όλα αυτά τα χρόνια. Μια μέρα, που η απελπισία ήταν πιο δυνατή από την κούραση, έσκισε τον καρπό του χεριού του. Μα ο θάνατος δεν τον ήθελε, τουλάχιστον όχι εκείνη την ώρα. Ένα αξιοθρήνητο σιρίτι αίμα κύλησε κι αμέσως στέγνωσε στην παλάμη του. Τούτο δω το κορμί δεν έχει πια πολύ αίμα. Το πληγιασμένο χέρι, από μόνο του άδραξε τον κασμά. Έσκαψε. Το βράδυ, ο καρπός είχε φουσκώσει σαν σκουληκιασμένο φρούτο. Έχωσε την αιχμή του μαχαιριού του στην πληγή. Το πύο ακολούθησε τη ροή του αίματος. Ο πόνος αφόρητος. Ακούει που κουβεντιάζουν οι νεκροί σύντροφοι του. Ο άνεμος τους θάβει μέρα τη μέρα, σκεπάζοντας τα κορμιά τους με γλίτσα καμωμένη από σκόνη και δρόσο. Οι νεκροί είναι εύγλωττοι: μιλούν ακούραστα όλη τη νύχτα, κάνοντας μικρές παύσεις, κι οι γέρικες κουκουβάγιες γεμίζουν τη σιωπή με τους θρήνους τους. Όταν οι νεκροί σωπαίνουν, εκείνος ζει τις πιο κρίσιμες στιγμές της νύχτας. Δεν ακούγεται άλλος χτύπος πέρα απ' της καρδιάς του, που πάλλεται άρρυθμα μέσα στο στήθος του. Κι ύστερα, καθώς ο ήλιος υψώνεται σ' έναν ουρανό πυκνό σαν τον ωκεανό, τα βήματα των δυο μουλαριών που σκαρφαλώνουν το βουνό αντηχούν στη σιέρα. Η σύγχυση μπερδεύει τους ήχους στο μυαλό του. Έρχονται ληστές. Ή μάλλον ένα ολόκληρο σύνταγμα που έρχεται να τον σώσει, αυτόν που δεν θυμάται ούτε το όνομα του. Τι έτος είμαστε;

ΤΙΡΩ ΦΙΛΙΠ