PATAGONIA EXPRESS

PATAGONIA EXPRESS

Συγγραφέας: ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ ΛΟΥΙΣ
Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Εκδόθηκε: 19/02/2009
ISBN: 960-7073-30-4
Σελίδες: 192

€11.45 €12.72

  Στο καλαθι βιβλια

Μια λογοτεχνική αυτοβιογραφία του μεγάλου Χιλιανού συγγραφέα. Τα παιδικά χρόνια, ο παππούς που μισούσε τους παπάδες, οι πρώτοι έρωτες, τα πρώτα γραπτά. Η φυλακή, τα βασανιστήρια, η απελευθέρωση, τα επικίνδυνα ταξίδια με αβέβαια αεροπλάνα, οι απρόσμενες γνωριμίες με εξαιρετικούς και ασυμβίβαστους ανθρώπους. Η συνάντηση με τον γέρο θείο που δεν τον θυμάται...

Το πέρασμα στο πουθενά ήταν δώρο του παππού μου. Ο παππούς μου: τρομερός και απρόβλεπτος. Το πέρασμα θα πρέπει να μου το χάρισε όταν είχα μόλις κλείσει τα έντεκα. Περπατούσαμε στο Σαντιάγο, ένα πρωί του καλοκαιριού. Ο γέρος μ' είχε κεράσει πέντ'-έξι αναψυκτικά κι άλλα τόσα παγωτά, που 'χαν γεμίσει την κοιλιά μου υγρά, κι εγώ ήξερα ότι περίμενε να του πω πως ήθελα να κατουρήσω, θα πρέπει ν' ανησυχούσε πραγματικά για τα νεφρά μου, γιατί κάθε τόσο με ρωτούσε: «Τι;! Δε θες τσίσα σου; Σε καλό σου, παιδί μου! Μ' όλα αυτά που 'χεις πιει...» Η φυσιολογική και συνήθης απάντηση μου θα 'πρεπε να ηχήσει δραματικά καταφατική και να συνοδευτεί με χτύπημα των τακουνιών στην προσοχή. Τότε εκείνος, πετώντας το πουράκι που κρεμόταν πάντα από τα χείλια του, θ' αναστέναζε πριν αναφωνήσει με τον πιο διδακτικό τόνο που μπορούσες να φανταστείς: «Βάστα, παιδί μου. Βάστα ώσπου να βρούμε την κατάλληλη εκκλησία». Εκείνο το πρωί, όμως, εγώ είχα αποφασίσει χίλιες φορές να τα κάνω πάνω μου, παρά να υποστώ ξανά τους προπηλακισμούς κάποιου παπά. Το κόλπο να με τουμπανιάζει με παγωτά και γκαζόζες, για να με βάζει μετά να κατουράω στις πόρτες των εκκλησιών, το 'χαμέ κάνει πάμπολλες φορές απ' τη μέρα που περπάτησα, κι ο γέρος μ' είχε καταστήσει σύντροφο στις εφόδους του, μικρό συνεργό στις κατεργαριές του — τις κατεργαριές ενός παλαίμαχου αναρχικού. Πόσες πόρτες εκκλησιών είχα κατουρήσει! Πόσοι παπάδες και πόσες θεούσες μ' είχαν καθυβρίσει! «Βρομόπαιδο! Δεν έχεις τουαλέτα στο σπίτι σου;» (Αυτό ήταν το πιο ευγενικό που άκουγα.) «Πώς τολμάς να προσβάλλεις τον εγγονό μου, έναν ελεύθερο άνθρωπο; Παράσιτο! Κατακάθι της κοινωνίας! Φονιά της ταξικής συνείδησης!» τους πετούσε ο παππούς μου, ενώ εγώ άφηνα να πέσει κι η τελευταία σταγόνα, καθώς μέσα μου ορκιζόμουν ότι, την επόμενη Κυριακή, δε θα 'πίνα ούτε μία Papaya, ούτε μία Bilz, ούτε ένα Orange Crush — τ' αναψυκτικά που με κερνούσε με ύποπτη γενναιοδωρία. Εκείνο το πρωί, όμως, πάτησα πόδι. «Ναι, παππού, θέλω τσίσα μου. θέλω όμως να πάω σ' ένα αποχωρητήριο.» Ο γέρος δάγκωσε ό,τι είχε απομείνει απ' το πουράκι, πριν το πετάξει, κι ύστερα μουρμούρισε ένα «να χέσω μέσα...», απομακρύνθηκε μερικά βήματα και ξαναγύρισε αμέσως για να μου χαϊδέψει το κεφάλι. «Μήπως γι' αυτό που έγινε την περασμένη Κυριακή;» ρώτησε, βγάζοντας άλλο ένα πουράκι από την τσέπη του. «Θέλει ρώτημα, παππού; Εκείνον τον παπά μου 'ρθε να τον σκοτώσω.» «Έχεις δίκιο, παιδί μου. Αυτοί οι γιοι της πουτάνας είναι επικίνδυνοι. Επειδή, όμως, η ζωή δεν περιμένει, νομίζω ότι μπορούμε να περάσουμε σε σπουδαιότερα πράγματα.» Την προηγούμενη Κυριακή, είχα κατουρήσει την εκατονταετή πόρτα του Ναού του Αγίου Μάρκου. Δεν ήταν η πρώτη φορά που εκείνα τα παμπάλαια σανίδια μου χρησίμευαν για ουρητήριο, φαίνεται όμως ότι ο παπάς ήταν επί ποδός, γιατί με συνέλαβε στο καλύτερο σημείο της ούρησης, εκεί που είναι πια αδύνατον να συγκρατήσεις τη ροή, και, πιάνοντας με από το μπράτσο, μ' ανάγκασε να στρίψω το σώμα μου προς τα εκεί όπου στεκόταν ο παππούς, κι ύστερα, δείχνοντας το ορμητικό κατρουλιό μου με δάχτυλο βιβλικού προφήτη, ούρλιαξε: «Πώς φαίνεται πως είναι εγγόνι σου! Βρομάει το σόι από μακριά!» Κυριακή να σου πετύχει... Τέλειωσα το κατούρημα πάνω στα σκαλιά της εκκλησίας, βλέποντας συντετριμμένος τον παππού μου να βγάζει το σακάκι, ν' ανασηκώνει τα μανίκια του πουκαμίσου και να προκαλεί τον παπά σε πυγμαχικο αγώνα, που ευτυχώς αποφεύχθηκε από τα παπαδοπαίδια και τους ψάλτες, αν και ο παπάς είχε απαντήσει στην πρόκληση ανασκουμπώνοντας το ράσο του. Κυριακή να σου πετύχει... Όταν ανακουφίστηκα στην καθωσπρέπει τουαλέτα ενός μπαρ, ο γέρος αποφάσισε πως ο καλύτερος τρόπος να τελειώσουμε την πρωινή μας βόλτα, ήταν να τιμήσουμε το παραδοσιακό κυριακάτικο γεύμα των δημοκρατικών εξόριστων: όσπρια και καμπράλες. Για μένα, το καμπράλες ήταν ένας δυσώδης και αποκρουστικός πολτός. Οι μόνοι που τους άρεσε, ήταν αυτά τα γεροντάκια με τα μπερέ, που έρχονταν κάθε μέρα στο σπίτι του παππού μου, κι η πρώτη τους ερώτηση ήταν πάντα η ίδια: «Τι;! Ζει ακόμα ο παλιόγερος;» Καθώς απολάμβανα ένα πιλάφι με γάλα, σκεφτόμουν τι μπορεί να 'θελε να πει ο παππούς μ' εκείνα τα «σπουδαιότερα πράγματα», και φοβήθηκα μήπως τα λόγια του υπονοούσαν τίποτα σκατολογικό, όμως οι φόβοι μου διαλύθηκαν όταν τον είδα να μπαίνει, με άλλους καλεσμένους, στο μεγάλο σαλόνι με τη μαυροκόκκινη σημαία της CNT. Από εκείνο το σαλόνι έβγαιναν τα βιβλία του Ιουλίου Βερν, του Εμίλιο Σαλγκάρι, του Στίβενσον, του Φένιμορ Κούπερ, που ο παππούς μου διάβαζε τ' απογεύματα. Τον είδα να βγαίνει κρατώντας ένα βιβλίο σε σχήμα τσέπης. Με φώναξε να πάω κοντά του, κι ενώ τον άκουγα να μου μιλάει, διάβασα τον τίτλο του βιβλίου: Έτσι δέσαμε τ' ατσάλι. Νικολάι Οστροβίσκι. «ʼκου, παιδί μου... Αυτό το βιβλίο πρέπει να το διάβασεις μόνος σου, πριν όμως του παραδοθείς, θέλω να μου υποσχεθείς δύο πράγματα.» «Ό,τι θέλεις, παππού.» «Αυτό το βιβλίο θα 'ναι το κάλεσμα για ένα μεγάλο ταξίδι, θέλω να μου υποσχεθείς πως θα το κάνεις.» «Σ' το υπόσχομαι, παππού. Όμως... ένα μεγάλο ταξίδι για πού;» «Πιθανόν για πουθενά, σε διαβεβαιώνω όμως πως αξίζει τον κόπο.» «Κι η δεύτερη υπόσχεση;» «Πως, μια μέρα, θα πας στο Μάρτος.» «Στο Μάρτος; Πού είν' αυτό το Μάρτος;» «Εδώ» είπε και χτύπησε το στήθος του με τη γροθιά.

ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ ΛΟΥΙΣ