ΟΙ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΥ

ΟΙ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΥ

Συγγραφέας: ΣΑΡΑΜΠΙΑ ΑΝΤΟΝΙΟ
Μετάφραση: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΗΜΟΥ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-52-5
Σελίδες: 208

€10.49 €11.66

  Στο καλαθι βιβλια

Η Χογίτα είναι –εκ πρώτης όψεως– μια συνηθισμένη κοπέλα που ζει στο χωριό της πουλώντας θεραπευτικά βότανα. Τίποτα δεν προ-μηνύει πως θα επιλεγεί να μετάσχει σε μια σέκτα που αντλεί τη σοφία της από το τοπικό ηφαίστειο και διεισδύει στα όνειρα των θνητών για να τους μεταμορφώσει...

Στην πλαγιά του ηφαιστείου, όλα είναι πιθανά. Βαθιά, μέσα στην αιώνια άβυσσο, χοχλάζει το χωνευτήρι της γης. Η ζωή βράζει για να ξεμυτίσει κάποια στιγμή στην ηλιόλουστη επιδερμίδα μέσα από τους πόρους και τις ραγάδες του φλοιού και να μεταμορφωθεί σε δέντρα, ρουμάνια, θαμνότοπους, πουλιά, αγρίμια, ανθρώπους, ζωντανά. Μαζί μ' όλα τούτα, βγαίνουν στην επιφάνεια και τα στοιχεία που συνθέτουν το μύθο· οι θαυματουργές βάσεις αυτών εδώ των σελίδων που γράφτηκαν σε ώρες παράξενες, όταν η νύχτα έρχεται να γαληνέψει την αντάρα της ημέρας έως ότου, μέσα από το σκοτάδι, γεννηθούν καινούργιες μέρες. Τίποτα δεν είναι απίθανο σ' αυτή τη μυστηριώδη γωνιά του κόσμου όπου συμβαίνουν όλα αυτά τα γεγονότα, δίπλα στην αινιγματική πηγή, όπου η πραγματικότητα συναντιέται με το όνειρο. Αφού έτσι έχουν τα πράγματα, τι μας πειράζει να φανταστούμε τη Χογίτα και μαζί μ' αυτήν τις αμφίβολες λεπτομέρειες της θαυμαστής ύπαρξης της σ' έναν από εκείνους τους αγροτικούς οικισμούς που βρίσκει κανείς διάσπαρτους στο δρόμο για την κορυφή; Τι μας απαγορεύει να τη συναντήσουμε την ώρα που ξεκινά τις καθημερινές της αγγαρείες, καθώς βαδίζει βιαστικά πάνω σε μια πλακόστρωτη ρούγα, προστρέχοντας σε μια οικογένεια που βρίσκεται μπροστά σε μεγάλες σκοτούρες; Παρατηρούμε την ανήσυχη μορφή της μπροστά από έναν άσπρο, ξεφλουδισμένο τοίχο τη στιγμή που καλημερίζει το διανομέα του ψωμιού που κοντοστέκεται στις πόρτες μ' ένα μεγάλο καλάθι στο κεφάλι. Ή, όταν συναντά μερικές κοπέλες που τη χαίρετούν καθώς περνούν από κοντά της, σείοντας τα τσίγκινα καρδάρια τους, οδεύοντας για το άρμεγμα των ζώων. Αφήνει πίσω της τις μεγάλες εισόδους των σπιτιών που βλέπουν στην κεντρική πλατεία, εκεί όπου δυο ώρες αργότερα θα φτάσει, ψόφιος από τη νύστα, ο υποφαινόμενος αργόσχολος γραφέας. Προσπερνά το μποστάνι δίπλα από την εκκλησία, ιδιοκτησία και έδρα του πατρός Δονασιάνο και το γραφείο κηδειών του δον Ματίας με την ενημερωτική επιγραφή: «Ανοιχτά ημέρα και νύχτα», γραμμένη ατέχνως, με χαρακτήρες ζωγραφισμένους διαγωνίως στην πρόσοψη. Στη συνέχεια, στρίβει στη γωνία του στάβλου του Τσέμα Τσάβες κι ύστερα χώνεται σε μία κατοικία με σχετικά κόσμια πρόσοψη, το εσωτερικό της οποίας έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πρωινή σιγαλιά του δρόμου. Στην ανάστατη κάμαρα, μερικά θλιμμένα πρόσωπα συνωστίζονται μπροστά στο ακατάστατο στρώμα επάνω στο οποίο κοιμάται ένα μικρό παιδί. «Το παιδί δεν ξυπνάει» λέει η μητέρα, στρίβοντας απελπισμένα τα χέρια της. Εδώ και τρεις μέρες κοιμάται αδιάκοπα κι όσο κι αν προσπαθεί να το ξυπνήσει, εκείνο δε δίνει σημεία ζωής. Θα πεθάνει, αν συνεχίσει έτσι αναίσθητο. Ούτε τα μυρωδικά χόρτα, ούτε τα αφεψήματα και τα ροφήματα, όλα εκείνα που συνέστησαν οι γυναίκες της αγοράς, κατάφεραν να κάνουν κάτι. Το αγόρι ριγεί λιγάκι σαν τα μυρίσει, αλλά δεν βγαίνει από το λήθαργο του. Η Χογίτα τη ρωτάει για την υγεία του μικρού: Μήπως είχε αρρωστήσει πρόσφατα; Μήπως έπεσε πουθενά; Παραπονέθηκε καθόλου για τίποτα πονάκια ή οποιαδήποτε άλλη ενόχληση τις τελευταίες ημέρες; «Ο γιος μου, πάντοτε ήταν περδίκι» απαντά η μητέρα, λοξοκοι-τάζοντας επιτιμητικά το σύζυγο της. Όμως, την παραμονή της έναρξης του μεγάλου ύπνου, ο πατέρας θύμωσε με τον πιτσιρίκο και τον μάλωσε έντονα. Εκείνη η πονεμένη φωνή φέρνει θλίψη στη Χογίτα. Στον τόνο της, μαντεύει το βάναυσο επίλογο στις αντιδικίες μεταξύ μεγάλων και μικρών, δυνατών και αδυνάτων, όπου το δίκιο το έχει πάντα ο ισχυρός. Πράγματι, ο άντρας έχασε την υπομονή του και τον έδειρε με μια γερή βέργα λυγαριάς. Αυτό συνέβη κατά το βραδάκι. Όμως τη νύχτα, ο μικρός δεν θέλησε να βάλει μπουκιά στο στόμα του κι έπεσε στο κρεβάτι χωρίς να ξεστομίσει ούτε μια λέξη. Από εκείνη τη στιγμή κοιμόταν αδιάκοπα σαν αγγελούδι τον ύπνο του δικαίου, χωρίς να μπορούν με τίποτα να τον επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Η Χογίτα παίρνει σφυγμό από το μικρούλη που δε θα είναι πάνω από δέκα χρονών, ακουμπώντας πρώτα τον αντίχειρα στον καρπό του κι ύστερα στο ένα μηλίγγι. Αφού εξετάσει προσεκτικά το κεφαλάκι του, ζητά να τους αφήσουν για λίγο μόνους. Η οικογένεια συναινεί σιωπηλά. Η υπακοή τους αποκαλύπτει ένα είδος δεισιδαίμονος υποταγής, αλλά, καθώς διασταυρώνουν τα βλέμματα, σελαγίζει μέσα τους μια αμυδρή σπίθα ελπίδας. Μόλις φεύγουν όλοι, η θεραπεύτρια πηγαίνει σε μία γωνιά της κάμαρης και κάθεται στο δάπεδο στηρίζοντας την πλάτη της στον τοίχο. Από εκείνη τη γωνιά, κάτω από το φως ενός παραθύρου που πλαισιώνει το επιβλητικό περίγραμμα του ηφαιστείου στο βάθος, παρακολουθεί για μερικές στιγμές τη γαλήνια όψη του μικρού, που κοιμάται ανάσκελα με μισάνοιχτα χείλια. Έπειτα, σφαλίζει τα μάτια της. Αν κάποιος έχωνε τη μουσούδα του μες στην κάμαρη εκείνη τη στιγμή από το ανοιχτό παραθύρι, θα πίστευε ότι είχε πέσει κι εκείνη στην ίδια νάρκωση με το παιδί. Κι έτσι μπορεί να ήταν. Άλλωστε, τι να πει κανείς για τον απατηλό λήθαργο μέσα στον οποίο βυθίζεται και η ίδια για να εμφανιστεί στη συνέχεια εκεί όπου ελάχιστοι μυημένοι μπορούν να φτάσουν; Είναι αλήθεια ότι δεν έχει ακούσει ποτέ της για τον Μορφέα, τον Φάντασο και τον Φοβήτορα, τα σκοτεινά τέκνα της Νύχτας και του Ύπνου, που τα παλιά τα χρόνια τάραζαν τον ύπνο των ανθρώπων με ιοβόλους εφιάλτες. Ξέρει όμως πολύ καλά να αφήνεται, χαλαρή, στον γλυκό μαρασμό του ύπνου που τη μεταμορφώνει σε χυμό φυτού. Έτσι, ρέει από ρίζα σε ρίζα και ενώνεται με το άλλο όνειρο που νυχτοπερπατάει στην κάμαρη. Αισθάνεται να βουλιάζει σ' ένα απύθμενο, σπηλαιώδες βάραθρο. Οι στοές του διαπλέκονται μεταξύ τους και αποσυντίθενται σε σκοτεινά λαγούμια σχηματίζοντας ένα απέραντο, πέτρινο πλέγμα. «Από πού να τα έβγαλε όλα αυτά ο πιτσιρικάς;» αναρωτιέται έκπληκτη, όπως και τόσες άλλες φορές, για τις επινοήσεις που συναντά σε διάφορα όνειρα. Ο μικρούλης που παρατηρούσε πριν από λίγες στιγμές να κοιμάται στο στρώμα, βρίσκεται αποκλεισμένος στο βάθος του βαράθρου. Παρόλο που διακρίνεται εμφανώς φοβισμένος, την παρατηρεί να τον πλησιάζει χωρίς να δείχνει έκπληξη ή πανικό. Η Χογίτα καταλαβαίνει ότι δεν την αντιλαμβάνεται με την κανονική της μορφή, αλλά τη βλέπει σαν κάποια άλλη γυναίκα: μια ασήμαντη κοπελιά με ζωηρόχρωμα μάτια και κατάλευκη επιδερμίδα, στην οποία της είναι αδύνατο να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Τον ρωτάει τι συμβαίνει. Μα, περισσότερο κι από τα λόγια, συνεννοούνται μεταξύ τους με τη σκέψη και το βλέμμα. Η Χογίτα μπορεί κάλλιστα να νιώσει τον τρόμο που έχει παραλύσει τον μικρό. Ένας δαίμονας τον κυνηγά για να τον σκοτώσει, της εμπιστεύεται εκείνος ψιθυριστά. Ο πέτρινος λαβύρινθος που διαπλέκεται ανάμεσα τους κι ο υπόλοιπος διάκοσμος μέσα σ' εκείνη τη σκιά που κάνει τα πράγματα να διακρίνονται με μεγάλη δυσκολία, τον κάνουν να αισθάνεται μια πρόσκαιρη σιγουριά. Βέβαια, φοβάται πολύ να παραμείνει εκεί μέσα, μα περισσότερο τον τρομάζει η ιδέα της επιστροφής στην επιφάνεια. Συν τοις άλλοις, έχει κατέλθει σε τέτοια βάθη, που δεν μπορεί πλέον να θυμηθεί την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει για να ξεφύγει. Αν στ' αλήθεια το επιθυμεί, μπορεί να γλιτώσει από το τέρας, του λέει εκείνη, γνωρίζοντας άριστα ότι, ακόμα και στους πιο φριχτούς μας εφιάλτες, είμαστε ικανοί να τα βάλουμε με τα πιο μοβόρικα θεριά ή να μας κόψει κρύος ιδρώτας μπρος σε ασήμαντα και ανυπεράσπιστα ζωύφια. Το δίλημμα του είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, συμπληρώνει. Μα, μήπως δεν ακούει το τέρας να πλησιάζει; Τα αγριεμένα μουγκρητά προδίδουν την κρυψώνα του. Πρέπει να αποφασίσει γρήγορα, διότι δε θ' αργήσει να φτάσει και τότε πια θα είναι πάρα πολύ αργά. Εκείνο το βαρύ λιθάρι δίπλα στα πόδια του μπορεί να του φανεί χρήσιμο ως όπλο. Τα πάντα εξαρτώνται από το αν θα καταφέρει να δαμάσει τον τρόμο του και να στήσει θαρρετά μια παγίδα στο θεριό. Το παιδάκι μοιάζει χαμένο μέσα στο φόβο, μα σε λίγο ανακτά την ψυχραιμία του και καταλαβαίνει ότι δεν του απομένει καμία απολύτως εναλλακτική λύση. Σηκώνει την πέτρα σφίγγοντας την με τα δυο του χέρια και βιάζεται να τη σύρει επάνω σ' ένα μεγάλο βράχο απ' όπου είναι δυνατόν να ελέγξει τις κινήσεις του γίγαντα. Η Χογίτα μένει σε απόσταση. Δεν έχει ανάγκη να παρακολουθήσει με τα μάτια της τα τεκταινόμενα. Μαντεύει πως το παιδί υψώνει για μια στιγμή το συμπαγές κομμάτι του βράχου, προτού το αφήσει να γκρεμιστεί επάνω σ' εκείνο το εξωπραγματικό κρανίο που σκάζει μ' έναν υπόκωφο πάταγο, παρόμοιο με τη βουή που βγάζει ένα ξερό κούτσουρο σαν κομματιάζεται. Ακολουθεί ένας κοφτός βόγκος από το ψυχορράγημά του και ο ξεκάθαρος αχός από ένα σώμα που κατρακυλά. Τώρα, το έκτρωμα κείτεται εκεί όπου πριν από λίγη ώρα βρισκόταν το βαρύ λιθάρι. Ακόμα κι εκείνη ξαφνιάζεται βλέποντας το τεντωμένο μπρούμυτα επάνω στο χώμα, ασάλευτο, σε μια καμπύλωση της γαλαρίας. Περίμενε να δει τα οργισμένα χαρακτηριστικά του πατέρα του μικρού, αλλά αντί για εκείνα έχει μπροστά της τα απομεινάρια ενός ασυνήθιστου τέρατος. Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν πρόκειται να πάψουν να την εκπλήσσουν οι δημιουργίες των ονείρων, μονολογεί και πάλι, παρατηρώντας τα γνωρίσματα εκείνου του αναπάντεχου όντος. Το τέρας πέθανε, επιβεβαιώνει εκείνη ψιθυριστά, κι εκείνος πια έχει γίνει ήρωας. Τώρα, δεν πρέπει να ανησυχεί για τίποτα. Τους λευτέρωσε όλους με το που λευτερώθηκε ο ίδιος. Εκεί πάνω, ολόκληρη η οικογένεια θα συγκεντρωθεί για να του ευχηθεί. Το μόνο που τους απομένει πλέον είναι να επιχειρήσουν το δρόμο της επιστροφής στην επιφάνεια. «Έχει πεθάνει στ' αλήθεια, είστε σίγουρη;» ρωτάει ο νεαρός έχοντας βρει το κουράγιο του. Ποτέ του δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα τη σκαπούλαρε τόσο εύκολα. Πήρε μια τρομερή λαχτάρα, αυτό να λέγεται, αλλά τώρα πια δεν του φαίνεται και τόσο πολύ φριχτό εκείνο το όν. Θυμάται την κατάληξη μιας ταυρομαχίας στην οποία είχε πάει μαζί με ένα θείο του, αδελφό του πατέρα του, όταν είχε επισκεφτεί την Γουαδαλαχάρα. θα του άρεσε πολύ να εγκαταλείψει εκείνο το σκοτεινό λαβύρινθο. Μόλις είχε αρχίσει να τον τσιγκλάει και η πείνα, αλλά καθώς είχε περιπλανηθεί για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από δω κι από κει, στις πολυδαίδαλες στοές της σπηλιάς, πίστευε πια ότι ήταν οριστικά χαμένος. Δεν της το είχε πει και προηγουμένως; Είχε κατέλθει τόσο πολύ βαθιά ώστε του ήταν αδύνατο να βρει την έξοδο. «Υπάρχει ένα νήμα» ψιθυρίζει εκείνη, δίχως να ξέρει από πού της κατέβηκε μια τέτοια απρόσμενη επινόηση. Δεν το θυμόταν; Ένα νήμα που ξεκινούσε από το έμπα της σπηλιάς και που ο ίδιος κατέβασε στα βάθη, ξεδιπλώνοντας το ως το σημείο όπου βρίσκονταν τώρα. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να εντοπίσει την άκρη του μίτου και να τον ακολουθήσει ως την αρχή του. Εκεί θα τον υποδεχόταν η μητέρα με μια ζεστή σούπα κι ανοιχτές αγκάλες. Τον αφήνει να επιχειρήσει το δρόμο της επιστροφής από τα τραχιά, στριφογυριστά κατατόπια της γαλαρίας, ακολουθώντας τη χορδή που θα τους οδηγήσει εκ νέου στο φως. Τον ακολουθεί δίχως να εκδηλώνεται υπερβολικά αλλά πάντοτε έτοιμη να τον εμψυχώσει σε κάθε λιποψυχία, να επανορθώσει οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη δύσβατη ανηφορική στράτα. Κι οι δυο τους ανεβαίνουν με τα χίλια ζόρια, σαν να στριφογυρνάνε πάνω από την αιχμή ενός πελώριου πέτρινου καρφιού μπηγμένου στα σωθικά του ονείρου, ώσπου ο ήλιος, εισβάλλοντας απειλητικά από το παραθύρι της κάμαρης, αιφνιδιάζει τις κόρες των ματιών τους στις θύρες του βαράθρου. Ανοίγουν τα μάτια και οι δύο, ταυτόχρονα.

ΣΑΡΑΜΠΙΑ ΑΝΤΟΝΙΟ