ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΝΤΕΪΒΙΣ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΝΤΕΪΒΙΣ

Συγγραφέας: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΟΥΜΑΣ
Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΡΚΟΥΣΗ
Εκδόθηκε: 23/07/2021
ISBN: 978-618-5400-20-0
Σελίδες: 368

€14.31 €15.90

«Είσαι πολύ αυστηρός, Τζον, γιατί κι εσύ, όπως κι όλοι οι Φράγκοι, κρίνεις πάντα τους λαούς απ’ την πλευρά του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Δεν ξέρεις εσύ τι έχουμε τραβήξει εμείς τετρακόσια χρόνια. Δεν ξέρεις εσύ ότι, εδώ και τέσσερις αιώνες, τίποτα δεν είναι δικό μας, ούτε το βιος των πατεράδων μας, ούτε η τιμή των κοριτσιών μας. Δεν ξέρεις εσύ πως ελεύθεροι είναι μόνο οι γοργόφτεροι θαλασσαετοί που αρπάζουν τη λεία τους και μετά κουρνιάζουν στις φωλιές τους που τις χτίζουν τόσο ψηλά ώστε ο βαρύς δεσποτισμός των Τούρκων να μην τολμάει να τους κυνηγήσει ώς εκεί πάνω. Έτσι γίνεται πάντα με κάθε καταπιεσμένο λαό. Η Ισπανία έχει τους αντάρτες της, η Καλαβρία τους ληστές της, η Μάνη τους κλέφτες της, το Αρχιπέλαγος τους πειρατές του. Θα ’ρθει κι η μέρα της λευτεριάς και θα ξαναγίνουμε όλοι μας πολίτες.»
     Χαμογέλασα μ’ ένα ύφος γεμάτο αμφιβολία.
     «Άκου, Τζον» συνέχισε ο Αποστόλης βάζοντας το χέρι του πάνω στο μπράτσο μου, «άκου καλά την πρόβλεψή μου: προτού προλάβει να περάσει πολύς καιρός, η κραυγή της ανεξαρτησίας θ’ αντηχήσει από βουνό σε βουνό κι από νησί σε νησί. Τότε θα είσαι φίλος, αδερφός και σύντροφος μ’ αυτούς τους ανθρώπους που τώρα πας να πολεμήσεις. Θα μοιραστείς το ίδιο αντίσκηνο, θα πιεις μαζί τους απ’ το ίδιο ποτήρι και θα κόψεις να φας απ’ το ίδιο καρβέλι ψωμί.»
     «Και πότε θα συμβεί το ευτυχές γεγονός;» είπα στον προφήτη μου που μάντευε το μέλλον με τέτοια σιγουριά.
     «Ο Θεός μόνο ξέρει!» αποκρίθηκε ο Αποστόλης σηκώνοντας το βλέμμα προς τον ουρανό. «Μα η στιγμή αυτή δεν θ’ αργήσει, αφού ένας ολόκληρος λαός την προσμένει εδώ και τέσσερις αιώνες.»
 
Ναυτικό μυθιστόρημα με έντονο ελληνικό ενδιαφέρον, Οι περιπέτειες του Τζον Ντέιβις είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά βιβλία του Αλέξανδρου Δουμά, εμπνευσμένο σε μεγάλο βαθμό από την Ελλάδα, τις παραμονές της Επανάστασης του 1821.

  Στο καλαθι βιβλια




1


Την ώρα που γράφω τούτες τις αράδες, έχουν περάσει γύρω στα σαράντα χρόνια από τότε που ο πατέρας μου, ο πλοίαρχος Έντουαρντ Ντέιβις, κυβερνήτης της βρετανικής φρεγάτας Ήρα, έχασε το πόδι του όταν του το πήρε μια απ’ τις τελευταίες οβίδες που έφυγαν από το σκάφος Ο εκδικητής, τη στιγμή που καταποντιζόταν μέσα στη θάλασσα αντί να παραδοθεί.
Ο πατέρας μου επιστρέφοντας στο Πόρτσμουθ —άφιξη της οποίας είχαν προηγηθεί οι φήμες για τη νίκη του ναυάρχου Χάου— βρήκε να τον περιμένει εκεί ο βαθμός του υποναυάρχου. δυστυχώς, όμως, ο τίτλος αυτός του είχε απονεμηθεί εν είδει τιμητικής συντάξεως.
Ο πατέρας μου ήταν ένας από εκείνους τους ναυτικούς που δεν πολυκαταλαβαίνουν τι χρειάζεται στον άνθρωπο η στεριά, εκτός του ότι χρησίμευει για τον ανεφοδιασμό σε γλυκό νερό και την αποξήρανση ψαριών. Είχε γεννηθεί στο κατάστρωμα μιας φρεγάτας, και οι πρώτες εικόνες που είχαν θαμπώσει τα μάτια του ήταν αυτές του ουρανού και της θάλασσας. Δόκιμος στα δεκαπέντε του, αξιωματικός στα είκοσι πέντε, πλοίαρχος στα τριάντα, είχε περάσει το ωραιότερο και καλύτερο κομμάτι της ζωής του πάνω στα καράβια. Αυτό που τον λύπησε λοιπόν δεν ήταν διόλου ο τραυματισμός του αλλά τα επακόλουθα: γιατί ο πατέρας μου είχε σκεφτεί συχνά το ναυάγιο, την πυρκαγιά, τη μάχη, αλλά ποτέ τη σύνταξη, και ο μόνος θάνατος για τον οποίο δεν είχε προετοιμαστεί ήταν εκείνος που θα τον έβρισκε γερασμένο στην κλίνη του.
Έτσι, η ανάρρωση του τραυματία ήταν μακρόχρονη και ταραχώδης. όμως, υπερίσχυσε τελικά η γερή κράση του. Επιπλέον, πρέπει να πούμε πως καμιά φροντίδα δεν του έλειψε κατά τη διάρκεια της οδυνηρής επιστροφής του στη ζωή: ο σερ Έντουαρντ είχε κοντά του ένα από τα πιο πιστά πλάσματα που συναντά κανείς μόνο ανάμεσα σ’ εκείνους που φορούν τη στολή του στρατιώτη ή του ναυτικού. Αυτός ο άξιος ναύτης αναζητούσε συνέχεια την τύχη του στα καράβια, από τη μέρα που είχε επιβιβαστεί ως δόκιμος στο Βασίλισσα Σαρλότ, ώς εκείνη που τον είχε φέρει, μ’ ένα ποδάρι λιγότερο, στη γέφυρα του Ήρα. Και μολονότι τίποτα δεν ανάγκαζε τον Τομ Σμιθ να εγκαταλείψει το σκαρί του, η αφοσίωσή του στον καπετάνιο του νίκησε την αγάπη του για τη φρεγάτα του: έτσι, βλέποντας πως πλησίαζε η συνταξιοδότηση του κυβερνήτη του, φρόντισε αμέσως και για τη δική του, πράγμα που έγινε και συνοδεύτηκε από ένα μικρό επίδομα.
Οι δυο παλιόφιλοι λοιπόν —μια που στην ιδιωτική ζωή οι διακρίσεις των βαθμών καταργούνται— βρέθηκαν ξαφνικά υποχρεωμένοι ν’ ακολουθούν έναν τρόπο ζωής, που η μονοτονία του τους τρόμαζε εξαρχής. ωστόσο, έπρεπε να επωφεληθούν των περιστάσεων. Ο σερ Έντουαρντ θυμήθηκε πως είχε κάμποσες εκατοντάδες μίλια έξω από το Λονδίνο ένα κτήμα, μια παλιά οικογενειακή κληρονομιά, και στην πόλη Ντέρμπι έναν επιστάτη, τον κ. Σάντερς. Γι’ αυτό, έγραψε σ’ αυτόν τον επιστάτη να έρθει να τον βρει στο Λονδίνο κατάλληλα προετοιμασμένος ώστε να μπορεί να του δώσει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την περιουσιακή του κατάσταση.
Μετά τον απολογισμό, αποδείχτηκε πως ο σερ Έντουαρντ, προς μεγάλη του έκπληξη, είχε εισόδημα δύο χιλιάδων στερλινών οι οποίες, μαζί με τη σύνταξή του, μπορούσαν να του αποδώσουν ετησίως ένα ποσό της τάξεως των εξήντα πέντε-εβδομήντα χιλιάδων φράγκων. Ο σερ Έντουαρντ είχε πέσει, για καλή του τύχη, σ’ έναν έντιμο επιστάτη.
Ως άνθρωπος αποφασιστικός, λοιπόν, ανακοίνωσε στον κ. Σάντερς ότι είχε αποφασίσει να πάει να μείνει στον πατρογονικό πύργο. Τον παρακάλεσε, στη συνέχεια, να πάρει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες ώστε όλα να είναι έτοιμα για την άφιξή του στο Ουίλιαμς Χάους, άφιξη που θα λάμβανε χώρα οχτώ μέρες μετά από εκείνη του επιστάτη.
Αυτές τις οχτώ μέρες, ο σερ Έντουαρντ κι ο Τομ τις εκμεταλλεύτηκαν για να μαζέψουν όλα τα ναυτικά βιβλία που μπόρεσαν να βρουν, από τις Περιπέτειες του Γκιούλιβερ ώς τα Ταξίδια του πλοιάρχου Κουκ. Σ’ αυτή τη συλλογή, ο σερ Έντουαρντ προσέθεσε μιαν υδρόγειο, έναν διαβήτη, έναν εξάντα, μια πυξίδα, ένα κανοκιάλι. έπειτα, οι δύο ναυτικοί, αφού συσκεύασαν όλα τούτα τα πράγματα, ξεκίνησαν το πιο μακρύ ταξίδι που είχαν κάνει ποτέ τους στη στεριά.
Αυτό που παρηγορούσε τον καπετάνιο για την απουσία της θάλασσας, ήταν η θέα των τόπων που διάβαινε: η Αγγλία είναι ένας απέραντος κήπος, διάσπαρτος με δενδροστοιχίες, στολισμένος σαν από σμάλτο με πράσινα λιβάδια, λουσμένος από στριφογυριστούς ποταμούς. όμως, ο πλοίαρχος έφτασε στην κορυφή του βουνού απ’ όπου θ’ ανακάλυπτε σ’ όλο της το μεγαλείο την πατρική κληρονομιά που μόλις είχε περιέλθει στην κατοχή του, δίχως να έχει πλέξει ούτε μία φορά το εγκώμιο των τόπων από τους οποίους είχε περάσει.
Ο πύργος ήταν χτισμένος σε μια μαγευτική τοποθεσία. ένα ποταμάκι, η πηγή του οποίου βρισκόταν στους πρόποδες των βουνών που υψώνονταν μεταξύ Μάντσεστερ και Σέφηλντ, κυλούσε μέσα από πλούσια λιβάδια και, έχοντας σχηματίσει προηγουμένως μια λίμνη με περιφέρεια μιας λεύγας, ξανάπαιρνε το δρόμο του για να εκβάλει στον Τρεντ έχοντας λούσει με τα νερά του τα σπίτια του Ντέρμπυ. Όλο αυτό το τοπίο είχε ένα ζωηρό, ευοίωνο πράσινο χρώμα. Μια αύρα βαθιάς ηρεμίας και απόλυτης ευτυχίας πλανιόταν σ’ ολόκληρο τον ορίζοντα, ο οποίος περιχαρακωνόταν από αυτή τη λοφοσειρά με τις χαρίεσσες καμπύλες που γεννιέται στην Ουαλία και διασχίζει όλη την Αγγλία για να προσδεθεί στις πλαγιές των ορέων Σέβιοτ. Όσο για τον ίδιο τον πύργο, ήταν κομψά επιπλωμένος, και τα διαμερίσματα, αν κι έρημα εδώ και είκοσι πέντε με τριάντα χρόνια, είχαν συντηρηθεί επιμελώς από τον κ. Σάντερς.
Όπως βλέπουμε, ο πύργος αυτός θα ήταν ένα πολύ άνετο καταφύγιο για έναν άνθρωπο που θα το είχε επιλέξει με τη θέλησή του. μόνο που δεν είχε έτσι το πράγμα για τον σερ Έντουαρντ: όλο αυτό το φυσικό τοπίο τού φαινόταν κάπως μονότονο σε σύγκριση με την αιώνια αναταραχή του ωκεανού. Περιδιάβασε βιαστικά όλα τα πελώρια δωμάτια αναστενάζοντας, στο δάπεδο των οποίων αντηχούσε θλιβερά το ξύλινο ποδάρι του, ακολουθούμενος από τον Τομ ο οποίος έκρυβε την έκπληξή του μπροστά σε τόσα πλούτη κάτω από μιαν υπεροπτική και επιτηδευμένη περιφρόνηση. Όταν ολοκληρώθηκε η επιθεώρηση, ο σερ Έντουαρντ στράφηκε προς τον συνάδελφό του και είπε ακουμπώντας και με τα δυο του χέρια στο μπαστούνι του:
—Το λοιπόν, Τομ, τι σκέφτεσαι για όλ’ αυτά;
—Μα την πίστη μου, κύριε κυβερνήτα, απάντησε ο Τομ που είχε συλληφθεί εξ απίνης, σκέφτομαι πως το κατάστρωμα είναι αρκετά καθαρό. μένει να μάθουμε τώρα αν το κύτος είναι το ίδιο καλά συντηρημένο.
—Ω, ο κ. Σάντερς δεν μου φαίνεται άνθρωπος που παραμελεί ένα τόσο σημαντικό μέρος του φορτίου. Άντε κάτω, καλέ μου Τομ, να βεβαιωθείς. Εγώ θα σε περιμένω εδώ.
—Διάβολε! έκανε ο Τομ. Δεν ξέρω πού είναι τα κουβούσια.
—Μήπως θέλει ο κύριος να τον οδηγήσω εγώ; είπε μια φωνή.
—Και ποιος είσ’ εσύ; είπε ο σερ Έντουαρντ γυρίζοντας προς το μέρος του.
—Είμαι ο θαλαμηπόλος του κυρίου, αποκρίθηκε ένας ψηλός λεβεντάνθρωπος ντυμένος με μιαν απλή αλλά καλόγουστη λιβρέα.
—Και ποιος σε πήρε στη δούλεψή μου; συνέχισε ο σερ Έντουαρντ.
—Ο κ. Σάντερς.
—Α χα! Και τι ξέρεις να κανεις;
—Ξέρω να ξυρίζω, να χτενίζω, να γυαλίζω όπλα. Τέλος πάντων, όλα όσα αφορούν τις υπηρεσίες προς έναν έντιμο αξιωματικό όπως η αφεντιά σας.
—Και ποιος σ’ τα ’μαθε όλα τούτα τα ωραία πράγματα;
—Ο πλοίαρχος Νέλσον. Όταν παροπλίστηκε το Μπορεάς, ο καπετάνιος αποσύρθηκε στην κομητεία του Νόρφολκ κι εγώ ξαναγύρισα στο Νότιγχαμ όπου παντρεύτηκα.
—Κι η γυναίκα σου;
—Είναι στη δούλεψη της αφεντιάς σας. έχει αναλάβει την πλύση και το κοτέτσι.
—Και ποιος κάνει κουμάντο στην κάβα;
—Με την άδεια της αφεντιάς σας, ο κ. Σάντερς έκρινε πως το πόστο ήταν πολύ σημαντικό για να το αναθέσει σε κάποιον κατά την απουσία σας.
—Ακούς, Τομ; Η θέση του κελάρη χηρεύει.
—Ελπίζω, απάντησε ο Τομ με μια ελαφριά χειρονομία που πρόδιδε ανησυχία, να ’ναι ακόμα ελεύθερη.
—Ο κύριος μπορεί να είναι βέβαιος γι’ αυτό, είπε ο θαλαμηπόλος.
—Και με την άδεια του κυβερνήτη, αναφώνησε ο Τoμ, το πόστο αυτό θα το πιάσω εγώ.
Ο σερ Έντουαρντ έγνεψε στον Τομ πως του επέτρεπε να αναλάβει αυτή τη σπουδαία αποστολή, κι ο ναύτης ακολούθησε τον θαλαμηπόλο.
Άδικα τον είχε πιάσει φόβος τον Τομ: το μέρος του πύργου που αποτελούσε εκείνη τη στιγμή το αντικείμενο της αναστάτωσης και της περιέργειάς του είχε ανεφοδιαστεί από το ίδιο πνεύμα προνοητικότητας που κυριαρχούσε σε όλο το καλοσυγυρισμένο σπίτι. Βούτηξε τρία μπουκάλια με τα οποία εμφανίστηκε και πάλι μπροστά στον κυβερνήτη του.
Βρέθηκε καθιστός μπροστά σ’ ένα παράθυρο του διαμερίσματος που είχε επιλέξει για τον εαυτό του και που είχε θέα στη λίμνη για την οποία μιλήσαμε. Η θέα αυτής της άθλιας, μικρής υδάτινης έκτασης είχε ξυπνήσει στην ψυχή του πλοιάρχου όλες τις παλιές του αναμνήσεις κι όλους τους καημούς του. ο Τομ κατάλαβε, με την πρώτη ματιά, ποιες έγνοιες έτρωγαν τον κυβερνήτη του.
Ο τελευταίος έτεινε μηχανικά ένα ποτήρι, κατάπιε δίχως να τις γευτεί μερικές σταγόνες ενός κρασιού μπορντώ, αντάξιου του ουρανίσκου του βασιλιά Γεωργίου, και σφύριξε έναν σκοπό. ύστερα, σηκώθηκε ξαφνικά, γυρόφερε στο δωμάτιο κοιτάζοντας τους πίνακες που το διακοσμούσαν χωρίς να τους βλέπει. τέλος, ξαναπήγε προς το παράθυρο κι είπε:
—Γεγονός είναι, Τομ, πως εδώ θα ’μαστε, θαρρώ, όσο καλύτερα επιτρέπεται να ’ναι κανείς στη στεριά.
—Όσο για του λόγου μου, απάντησε ο Τομ θέλοντας με τον υποκριτικά ανάλαφρο τόνο της φωνής του να παρηγορήσει τον κυβερνήτη του, θαρρώ πως, πριν περάσουν οχτώ μέρες, θα ’χω ξεχάσει εντελώς το Ήρα.
—Αχ, το Ήρα ήταν όμορφη φρεγάτα, φίλε μου, ξανάπιασε ο σερ Έντουαρντ το τροπάρι του αναστενάζοντας, ανάλαφρο στην πλεύση, υπάκουο στον ελιγμό, γενναίο στη μάχη. Μα, ας μη μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό, Τομ. Πάμε να κάνουμε μια βόλτα, φίλε μου. Κι ο γέρο-κυβερνήτης, χωρίς να προσπαθεί άλλο να κρύψει τη συγκίνησή του, πήρε αγκαζέ τον Τομ και κατέβηκε το πλατύσκαλο που οδηγούσε στον κήπο. Ήταν ένα ωραίο αλσύλλιο γεμάτο πανέρια με λουλούδια, πυκνόφυλλα παρτέρια, πολυάριθμες αλέες. Κάμποσα οικοδομήματα σε καλόγουστη διάταξη υψώνονταν εδώ κι εκεί.  
Εκεί βρισκόταν και το σπιτάκι του επιστάτη κι εκείνο του θηροφύλακα, ιδιότητα που συνδυαζόταν με αυτήν του επόπτη αλιείας. Ο τελευταίος είχε γυναίκα και παιδιά. Ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Όλος αυτός ο μικρόκοσμος που φοβόταν πως η άφιξη του πλοιάρχου θα άλλαζε κάτι στη ζωή του, σύντομα ανακουφίστηκε απ’ την παρουσία του κυβερνήτη. Είναι γεγονός ότι ο πατέρας μου, η αυστηρότητα και η ανδρεία του οποίου είχαν αφήσει εποχή στο Αγγλικό Ναυτικό, ήταν ο γλυκύτερος και καλύτερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ μου, όποτε δεν επρόκειτο για υποθέσεις του Βρετανικού Στέμματος.
Επέστρεψε στο κάστρο λίγο κουρασμένος από τον περίπατό του, τον μεγαλύτερο που είχε κάνει απ’ την εποχή του ακρωτηριασμού του, αλλά κι ευχαριστημένος που μπορούσε να νιώθει κόπωση. Η αποστολή του είχε αλλάξει: περνούσε απ’ τη διοίκηση στην πατριαρχία, κι αποφάσισε, με τη συνήθη ετοιμότητα και ευταξία του, να επιβάλει στο πρόγραμμά του απ’ την ίδια κιόλας μέρα τους κανόνες που ίσχυαν στη φρεγάτα του. Ο Τομ ενημερώθηκε γι’ αυτή την απόφαση. ο Τζορτζ συμμορφώθηκε ακόμα πιο εύκολα, καθώς δεν είχε λησμονήσει ακόμη την πειθαρχία του Μπορεάς. ο μάγειρας έλαβε ακολούθως τις ανάλογες οδηγίες και απ’ την επόμενη μέρα όλα γίνονταν στον πύργο όπως ακριβώς συνηθιζόταν στο Ήρα.
Μόλις πρόβαλλε ο ήλιος, έπρεπε να χτυπά το καμπανάκι για το εγερτήριο: όλος ο κόσμος όφειλε μέσα σε μισή ώρα απ’ τη στιγμή που είχε ακουστεί το κουδούνισμα, να ’χει πιάσει δουλειά και να έχει ετοιμάσει το πρώτο πρόγευμα, ένα έθιμο που τιμούσαν δεόντως τα πληρώματα των πολεμικών καραβιών και που ο καπετάνιος ενέκρινε και με το παραπάνω, καθώς δεν άντεχε να στέλνει τους ναύτες του να τα βάζουν με το πρωινό πούσι θεονήστικοι. Μετά το πρόγευμα, το προσωπικό, αντί να συνεχίσει με το πλύσιμο της γέφυρας, έπρεπε να καταπιαστεί με το τρίψιμο των πατωμάτων. από το τρίψιμο προχωρούσε στο γυάλισμα: αυτή η ασχολία, στα καράβια, περιλαμβάνει τον καθαρισμό οποιουδήποτε χάλκινου αντικειμένου. Γι’ αυτό, οι κλειδαριές, τα πόμολα, οι λαβές των φτυαριών και των λαβίδων, καθώς και τα προστατευτικά καλύμματα των τζακιών απαιτούσαν την εφαρμογή της αυστηρής πειθαρχίας που επικρατούσε στο κατάστρωμα του Ήρα, έτσι ώστε το Ουίλιαμς Χάους να συντηρείται άνετα σαν πλοίο. Έτσι, στις εννιά η ώρα, ο πλοίαρχος περνούσε για επιθεώρηση ακολουθούμενος απ’ όλους τους υπηρέτες, οι οποίοι είχαν ενημερωθεί, πριν προσληφθούν, ότι σε περίπτωση παράλειψης εκτέλεσης υπηρεσιακού καθήκοντος, θα υφίσταντο τις στρατιωτικές ποινές που προβλέπονταν για τους άντρες των πολεμικών πλοίων. Το μεσημέρι, κάθε άσκηση έπρεπε να διακοπεί για το γεύμα. έπειτα, απ’ τις δώδεκα ώς τις τέσσερις, κι ενώ ο καπετάνιος θα πήγαινε να περπατήσει στο πάρκο όπως συνήθιζε να κάνει κάποτε στο πούπι του καραβιού του, το προσωπικό έπρεπε να ασχοληθεί με τη συντήρηση των ξυλοκατασκευών και των επίπλων, και με τα μανταρίσματα των ρούχων: στις πέντε η ώρα ακριβώς, χτυπούσε το καμπανάκι για το δείπνο. Τέλος, οι μισοί υπηρέτες, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν σαν πλήρωμα πολεμικού σκάφους, έπρεπε να πάνε για ύπνο στις οχτώ η ώρα, και τη βάρδια τους αναλάμβαναν οι άλλοι μισοί που είχαν υπηρεσία.
Ωστόσο, η ζωή αυτή δεν ήταν παρά μια παρωδία σε σχέση με εκείνη που είχε συνηθίσει ο σερ Έντουαρντ: όλη η μονοτονία του ναυτικού βίου, μείον τα ατυχήματα που του χαρίζουν την ξεχωριστή γοητεία και ποιητικότητά του. Ο καπετάνιος είχε πεθυμήσει το σκαμπανέβασμα της θάλασσας. Η συγκίνηση της φουρτούνας, με την απουσία της, άφηνε ένα κενό στην καρδιά του, κι η θύμηση αυτών των φοβερών παιχνιδιών όπου το άτομο υπερασπίζεται το σκοπό ενός έθνους, όπου η δόξα είναι η επιβράβευση του νικητή και το αίσχος η τιμωρία του ηττημένου, έκανε κάθε άλλη ασχολία να φαντάζει στα δικά του μάτια ευτελής κι επιπόλαιη: το παρελθόν καταβρόχθιζε το παρόν.
Πάντως, ο καπετάνιος, με τη δύναμη του χαρακτήρα που είχε διαμορφώσει όντας αναγκασμένος αδιάκοπα να δίνει ο ίδιος το καλό παράδειγμα, έκρυβε τα συναισθήματά του από τον περίγυρό του. Μόνο ο Τομ παρακολουθούσε ανήσυχος την εξέλιξη της εσωτερικής μελαγχολίας του σερ Έντουαρντ. Αυτή η οδύνη των δυνατών ψυχών που δεν βγαίνει προς τα έξω και που τρέφεται απ’ τη σιωπή, είναι η πιο επικίνδυνη κι η πιο φρικτή. Ένα βράδυ, ο καπετάνιος είπε στον Τομ ότι αισθανόταν άρρωστος, και την επαύριο, όταν προσπάθησε να σηκωθεί, λιποθύμησε.
Μεγάλη αναστάτωση επικράτησε στον πύργο. Ο επιστάτης κι ο πάστορας οι οποίοι, την προηγουμένη ακόμα, είχαν παίξει μια παρτίδα ουίστ με τον σερ Έντουαρντ, δεν καταλάβαιναν διόλου αυτή την ξαφνική αδιαθεσία. Συμφωνήθηκε, λοιπόν, να ειδοποιηθεί ο γιατρός.
Ο γιατρός κατέφτασε την επομένη: η επίσκεψή του έβγαλε, για μια στιγμή, τον καπετάνιο απ’ το μαράζι του. γρήγορα όμως ξαναβυθίστηκε σε μια ονειροπόληση βαθιά όσο ποτέ. Ο γιατρός διέγνωσε σημάδια μελαγχολίας, αυτής της τρομερής ασθένειας απέναντι στην οποία όλη η ιατρική επιστήμη είναι ανήμπορη. Του έδωσε μια θεραπεία, ή μάλλον μια δίαιτα, με τονωτικά ποτά και ψητά κρέατα. ο άρρωστος έπρεπε επίσης να δοκιμάσει να διασκεδάσει όσο το δυνατόν περισσότερο.
Μα η διασκέδαση ήταν σπάνιο πράγμα στο Ουίλιαμς Χάους. Ο Τομ, επί του συγκεκριμένου θέματος, είχε εξαντλήσει όλους τους θησαυρούς της φαντασίας του. Ο καπετάνιος αγαπούσε ανέκαθεν το διάβασμα, τους περιπάτους και το ουίστ, αλλά ο καλοκάγαθος ναύτης δεν μπορούσε να σκαρφιστεί κάτι που θα αποσπούσε τον κυβερνήτη του απ’ το λήθαργο που τον καταλάμβανε ολοένα και περισσότερο.
Αυτό που ανησυχούσε τον Τομ, κυρίως, ήταν που ο σερ Έντουαρντ, αντί να συνεχίσει να επιδιώκει, όπως είχε κάνει ώς τότε, τη συντροφιά των φίλων του, είχε αρχίσει να απομακρύνεται απ’ αυτούς. Είχε διαλέξει, μέσα στο πάρκο, μια ξέμακρη αλέα, στην άκρη της οποίας υπήρχε μια σπηλιά από πρασινάδα που είχαν σχηματίσει τα πλεγμένα κλαδιά: πήγαινε εκεί λοιπόν για ν’ απομονωθεί και παρέμενε ώρες ολόκληρες στο μέρος αυτό χωρίς κανείς να τολμά να τον ενοχλήσει. Κάθε μέρα, αυτή η ανάγκη του για μοναξιά μεγάλωνε. οι συννεφιασμένοι μήνες πλησίαζαν κι όλα προμήνυαν πως, εκτός θαύματος, ο κυβερνήτης δεν θ’ άντεχε τη μοιραία αυτή εποχή: όμως, ο Θεός έκανε το θαύμα Του με τη διαμεσολάβηση ενός από τους αγγέλους του.
Μια μέρα που ο σερ Έντουαρντ είχε αποσυρθεί στο συνηθισμένο σημείο απομόνωσής του κι είχε βυθιστεί στη θανάσιμη ρέμβη του, άκουσε στο μονοπάτι που οδηγούσε στη σπηλιά, ξερά φύλλα να τρίζουν κάτω από ένα άγνωστο βήμα. Σήκωσε το κεφάλι κι είδε να ’ρχεται προς το μέρος του μια γυναίκα που, με τη λευκότητα των ρούχων της και την ελαφράδα της περπατησιάς της, έμοιαζε με οπτασία μέσα στο σκοτάδι της αλέας. τα μάτια του στυλώθηκαν με κατάπληξη πάνω στον άνθρωπο που δεν είχε φοβηθεί να έρθει να τον ενοχλήσει. Ο καπετάνιος καρτερούσε σιωπηλός.
Ήταν μια γυναίκα η οποία έδειχνε γύρω στα είκοσι πέντε αλλά πρέπει να ήταν λίγο μεγαλύτερη, μια γυναίκα που ήταν ακόμη όμορφη, όμως όχι μ’ αυτό το κάλλος της πρώτης εκθαμβωτικής νεότητας, αλλά μ’ εκείνη τη δεύτερη ομορφιά που συνθέτουν η δύουσα φρεσκάδα κι η ανατέλλουσα ευσαρκία.
Ερχόταν να παρακαλέσει τον σερ Έντουαρντ να δείξει την παροιμιώδη καλοσύνη του σε μια φτωχή οικογένεια, ο πατέρας της οποίας είχε πεθάνει την προηγουμένη αφήνοντας μέσα στη μιζέρια μια γυναίκα με τέσσερα παιδιά. κάποιοι απειλούσαν μάνα και παιδιά πως θα τους πετούσαν στο δρόμο. Αυτή η φαμελιά είχε στρέψει το βλέμμα της, λοιπόν, στον γενναιόδωρο καπετάνιο, κι είχε διαλέξει για μεσολαβητή της εκείνη τη γυναίκα που είχε έρθει να τον παρακαλέσει γι’ αυτή την ευεργεσία.
Η διήγησή της ήταν τόσο απλή κι η φωνή της τόσο γλυκιά, που ο σερ Έντουαρντ ένιωσε τα μάτια του να μουσκεύουν από δάκρυα. έφερε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε από μέσα ένα πουγκί γεμάτο χρυσάφι που το έδωσε στην όμορφη πρέσβειρα δίχως να πει λέξη. Από την πλευρά της, η νεαρή γυναίκα, μετά από μια πρώτη στιγμή συγκίνησης οπότε φάνηκε να χάνει τον αυτοέλεγχό της, άρπαξε το χέρι του σερ Έντουαρντ, το φίλησε και χάθηκε χωρίς να του απευθύνει άλλες ευχαριστίες.
Όταν έμεινε μόνος, ο καπετάνιος νόμισε πως είχε δει όνειρο. Εκείνη τη στιγμή έτυχε ο κ. Σάντερς να διασχίσει την αλέα και, αντίθετα με το συνήθειό του, ο κυβερνήτης τον φώναξε. Με μια ζωηράδα που είχε χάσει εδώ και πολύ καιρό η φωνή του, τον ρώτησε ποιο ήταν το πρόσωπο που απομακρυνόταν απ’ το πάρκο.
—Είναι η Άννα-Μαίρη, απάντησε ο επιστάτης, σαν να μην επιτρεπόταν να αγνοεί κανείς ποια ήταν η γυναίκα που όλοι τη φώναζαν με τα δύο μικρά της ονόματα.
—Μα τι είναι αυτή η Άννα-Μαίρη; ρώτησε ο καπετάνιος.
—«Ποια είναι» ρωτάει η εντιμότητά σας; Η Θεία Πρόνοια που κατέβηκε στη Γη, ο άγγελος των φτωχών και των βασανισμένων. Ήρθε να ζητήσει απ’ την αφεντιά σας κάποια φιλανθρωπία, έτσι δεν είναι;
—Ναι, θαρρώ μου μίλησε για κάποιους δύσμοιρους ανθρώπους που έπρεπε να σωθούν απ’ τη μιζέρια. Μα τι είναι αυτή η γυναίκα;
—Κανείς δεν ξέρει ακριβώς, εντιμότατε, αλλά κανένας δεν αμφιβάλλει για την καλοσύνη της. Πάνε καμιά τριανταριά χρόνια, το 1764 ή το 1766, που ο πατέρας κι η μάνα της ήρθανε να μείνουνε στο Ντέρμπυσιρ. είχαν έρθει, λέει, απ’ τη Γαλλία. Η μάνα ήτανε έγκυος και, μετά από τέσσερις μήνες που μετακομίσανε εδώ, γέννησε τη μικρή Άννα-Μαίρη. Στα δεκαπέντε του, το κορίτσι έχασε τους γονείς του και βρέθηκε μονάχο του μ’ ένα εισοδηματάκι σαράντα στερλινών. Παραήτανε μικρό για να παντρευτεί έναν άρχοντα, παραήτανε μεγάλο για να πάρει έναν χωριάτη. Κι έπειτα, το επίθετό της κι η μόρφωση που πήρε δεν της επιτρέπανε να κάνει έναν αταίριαστο γάμο. Έμεινε λοιπόν γεροντοκόρη κι αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή της σε ψυχικά. Κάτι σπουδές ιατρικής που έκανε της ανοίξανε τις πόρτες των σπιτιών των φτωχών αρρώστων. Εκεί που η επιστήμη πια δεν μπορεί να κάνει τίποτα, η προσευχή, λένε, είναι παντοδύναμη. γιατί, την Άννα-Μαίρη, εντιμότατε, όλος ο κόσμος τη βλέπει σαν αγία μπροστά στο Θεό. Κι έτσι, δεν πρέπει να σας ξαφνιάζει που πήρε το θάρρος να ενοχλήσει την αφεντιά σας, πράγμα που κανένας δεν θα είχε τολμήσει να κάνει. μα η Άννα-Μαίρη έχει τα προνόμιά της, κι ένα απ’ τα προνόμια αυτά είναι να πηγαίνει παντού χωρίς οι υπηρέτες να μπορούν να τη σταματήσουν.
—Και καλά κάνουν, είπε ο σερ Έντουαρντ και σηκώθηκε, αφού είναι γενναίο κι άξιο πλάσμα. Θέλω να πιαστώ απ’ το μπράτσο σου, κύριε Σάντερς. θαρρώ πως σίμωσε η ώρα του δείπνου.
Ήταν η πρώτη φορά, μετά από ένα μήνα και βάλε, που ο καπετάνιος αντιλαμβανόταν πως το ρολόι της όρεξής του χτυπούσε πιο νωρίς από το βραδινό καμπανάκι.
Η νύχτα πέρασε ως συνήθως. η μέρα ξημέρωσε θλιμμένη και συννεφιασμένη. Ο Τομ προσπάθησε να εμποδίσει τον καπετάνιο να βγει για περίπατο, μια που φοβόταν τις φθινοπωρινές καταχνιές?. μα ο σερ Έντουαρντ θύμωσε και, χωρίς ν’ ακούσει τις συστάσεις του ναύτη, κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά. Δεν είχε περάσει ούτε ένα τέταρτο της ώρας περίπου, σαν είδε να προβάλλει στην άκρη της αλέας η Άννα-Μαίρη μαζί με μια γυναίκα και τρία παιδιά: ήταν η χήρα και τα ορφανά που ο καπετάνιος είχε βγάλει απ’ τη μιζέρια. Έρχονταν να τον ευχαριστήσουν.
Ο σερ Έντουαρντ, αντιλαμβανόμενος την Άννα-Μαίρη, σηκώθηκε για να πάει προς το μέρος της. όμως, με το που έκανε μερικά βήματα αναγκάστηκε ν’ ακουμπήσει σ’ ένα δέντρο. η Άννα τον είδε να παραπατά κι έτρεξε να τον πιάσει. στο μεταξύ, η καημένη η γυναίκα με τα παιδιά της είχαν ριχτεί στα πόδια του και μάλωναν ποιος θ’ άρπαζε πρώτος τα χέρια του που τα γέμιζαν με φιλιά και δάκρυα.
Την ίδια ώρα, τα μάτια της Άννας έλαμπαν από ουράνια χαρά: όλη αυτή η ευτυχία ήταν δικό της έργο. Εκείνη τη στιγμή ήρθε κι ο Τομ που γύρευε τον αφέντη του, αποφασισμένος να στήσει καβγά μαζί του αν ο τελευταίος δεν ήθελε να επιστρέψει στον πύργο. μα ο σερ Έντουαρντ τον άκουγε τόσο αφηρημένος, που ήταν ολοφάνερο πως το λογύδριο του Τομ πήγαινε στο βρόντο. Ωστόσο, η Άννα είχε καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης του σερ Έντουαρντ ο οποίος μέχρι τότε νόμιζε ότι ήταν απλώς αδιάθετος. έτσι, τον πλησίασε και του απηύθυνε το λόγο με τη μειλίχια φωνή της:
—Η εντιμότητά σας άκουσε τι της είπε αυτός ο καλός άνθρωπος;
—Τι είπε δηλαδή; ρώτησε ο καπετάνιος.
—Είπε, συνέχισε εκείνη, πως είναι επικίνδυνο να σας χτυπά αυτός ο κρύος και υγρός αέρας και πως πρέπει να επιστρέψετε στον πύργο.
—Θα μου προσφέρετε το μπράτσο σας για να πάμε ώς εκεί; ρώτησε ο καπετάνιος.
—Ναι, μπορεί, αποκρίθηκε η Άννα χαμογελώντας, αν μου κάνετε την τιμή να μου το ζητήσετε… και του έτεινε ταυτόχρονα τον βραχίονά της. Ο καπετάνιος ακούμπησε πάνω του τον δικό του και, προς μεγάλη έκπληξη του Τομ, ο οποίος δεν περίμενε μια τόσο πειθήνια συμπεριφορά εκ μέρους του πλοιάρχου, ξαναπήρε το μονοπάτι προς τον πύργο. Κάτω, στο πλατύσκαλο, η Άννα-Μαίρη κοντοστάθηκε, επανέλαβε τις ευχαριστίες της και, χαιρετώντας τον σερ Έντουαρντ με περισσή χάρη, απομακρύνθηκε συνοδευόμενη από τη φτωχή οικογένεια. Ο καπετάνιος την ακολούθησε με το βλέμμα όσο μπορούσε να τη διακρίνει καθώς εκείνη ξεμάκραινε. ύστερα, όταν η Άννα-Μαίρη χάθηκε, έβγαλε έναν στεναγμό κι αφέθηκε να τον οδηγήσουν ώς την κάμαρή του, υπάκουος σαν παιδί. Το βράδυ, όταν ήρθαν στο σπίτι ο γιατρός κι ο εφημέριος να παίξουν μαζί του μια παρτίδα ουίστ, ο γιατρός είπε ξαφνικά:
—Μια που το ’φερε ο λόγος, κύριε κυβερνήτα, είδατε καθόλου την Άννα-Μαίρη, σήμερα;
—Τη γνωρίζετε; ρώτησε ο καπετάνιος.
—Βεβαίως, απάντησε ο γιατρός. είναι συνάδελφος, και μάλιστα απ’ αυτούς που πρέπει να τους φοβάται κανείς. Σώζει περισσότερους αρρώστους με τον γλυκό της λόγο και τα μαντζούνια της απ’ όσους σώζω εγώ με όλη μου την επιστήμη. Μην με παρατήσετε για χάρη της, κύριε κυβερνήτα, γιατί αυτή είναι ικανή να σας κάνει καλά.
—Κι εμένα, είπε ο εφημέριος, μου φέρνει στην εκκλησία πιο πολλές ψυχές με το παράδειγμά της απ’ όσες μαζεύω εγώ με τα κηρύγματά μου. κι είμαι σίγουρος, κύριε κυβερνήτα, πως όσο αμετανόητος αμαρτωλός και να ’στε, αν εκείνη το ’βαζε στο νου της, θα σας οδηγούσε γραμμή στον παράδεισο.
Από εκείνη τη στιγμή, η κουβέντα περιστράφηκε μόνο γύρω απ’ την Άννα-Μαίρη.
Η νύχτα ήταν γλυκιά. ο καπετάνιος ξύπνησε προβληματισμένος: φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον και στριφογύριζε στο άκουσμα και του παραμικρού ήχου. Εντέλει, καθώς έπαιρναν το τσάι τους, ο Τζορζ ανήγγειλε την μις Άννα-Μαίρη. είχε έρθει να μάθει τα νέα του καπετάνιου και να του εξηγήσει πώς είχαν χρησιμοποιηθεί τα χρήματά του.
Από τον τρόπο με τον οποίο υποδέχθηκε ο σερ Έντουαρντ την όμορφη επισκέπτριά του, ήταν ξεκάθαρο για τον Τομ ότι εκείνη ήταν που πρόσμενε ο κυβερνήτης. Μετά από μερικές ερωτήσεις σχετικά με την υγεία του, η Άννα-Μαίρη άρχισε να του λέει για την υπόθεση της φτωχής χήρας. Το πουγκί που της είχε δώσει ο καπετάνιος περιείχε τριάντα γκινέες: δέκα είχαν πάει στα δύο νοίκια που χρωστούσαν. ξόδεψαν πέντε για ν’ αγοράσουν για τη μάνα και τα παιδιά είδη πρώτης ανάγκης. δύο είχαν δοθεί για να πληρωθεί ένας χρόνος μαθητείας του μεγαλύτερου γιου δίπλα σ’ έναν ξυλουργό. το κοριτσάκι είχε μπει, χάρη στις υπόλοιπες γκινέες, σ’ ένα σχολείο. όσο για το τελευταίο παιδί, είχε μείνει κοντά στη μητέρα του, μια που ήταν ακόμη πολύ μικρό για να σκεφτεί η ίδια να το αποχωριστεί. Έμεναν λοιπόν στη φτωχή γυναίκα έντεκα γκινέες που, σαν θα τελείωναν κι αυτές, θα ’πεφτε και πάλι στην πρωτύτερη μιζέρια της αν δεν έβρισκε μια θέση αντάξια της καλής της θέλησης. Αυτήν ακριβώς τη θέση ο καπετάνιος την είχε αφήσει ελεύθερη: η γυναίκα του Τζορτζ χρειαζόταν βοηθό για τις δουλειές της. Ο σερ Έντουαρντ προσφέρθηκε να πάρει στο σπίτι του την κυρά Ντένισον και συμφωνήθηκε ότι, την επαύριο, η ίδια και ο μικρός Τζακ θα μετακόμιζαν στον πύργο.
Η Άννα-Μαίρη έκατσε γύρω στις δυο ώρες με τον καπετάνιο, κι αυτές οι δυο ώρες πέρασαν λες κι ήταν ένα λεπτό. Έπειτα, σηκώθηκε κι αποχαιρέτησε τον σερ Έντουαρντ δίχως εκείνος να τολμήσει να την κρατήσει παραπάνω, αν και θα ’δινε ό,τι είχε και δεν είχε για να μην στερηθεί από τόσο νωρίς τη συντροφιά της όμορφης επισκέπτριάς του. Βγαίνοντας βρήκε τον Τομ να την περιμένει. δεν αμφέβαλλε ότι η νεαρή κυρία τα είχε καταφέρει θαυμάσια κι ότι είχε τολμήσει να δοκιμάσει κάποια θεραπεία, μια προσπάθεια που στα μάτια του Τομ, τρεις μέρες πριν, θα φάνταζε απέλπιδη. Η Άννα-Μαίρη δεν είχε ξαφνιαστεί καθόλου για το αποτέλεσμα. πάμπολλες φορές είχε θεραπεύσει ανθρώπους, όπως είχε πει την προηγουμένη ο γιατρός, μόνο με την παρουσία της. και κυρίως σ’ αυτό το είδος αρρώστιας όπου η διασκέδαση είναι το μόνο γιατρικό, εκείνη καταλάβαινε απόλυτα την επιρροή που μπορούσε ν’ ασκήσει στον ασθενή η εμφάνιση μιας γυναίκας: ήταν πρόθυμη να διαθέσει την παρουσία της στον καημένο τον καπετάνιο για τη γιατρειά του.
Την επομένη, ο καπετάνιος ήταν αυτός που μίλησε πρώτος για την επίσκεψη που είχε δεχτεί. Μόλις έμαθε πως η κυρά Ντένισον είχε μετακομίσει στον πύργο, της μήνυσε ν’ ανεβεί με το πρόσχημα να της δώσει οδηγίες, αλλά στην πραγματικότητα το έκανε για να έχει την ευκαιρία να την ακούσει να μιλά για την Άννα-Μαίρη. Τούτη η κουβέντα τράβηξε, χωρίς να το πάρει είδηση ο καπετάνιος, μέχρι την ώρα του δείπνου. Περνώντας στην τραπεζαρία, βρήκε εκεί τον γιατρό ο οποίος έδωσε στον καπετάνιο τη συμβουλή να βάλει να ζέψουν τα άλογα στην άμαξα για να βγουν μαζί μετά το δείπνο. Είχε να δει κάποιους αρρώστους στο χωριουδάκι όπου έμενε η Άννα και, αν ο καπετάνιος συμφωνούσε να κάνει τον περίπατό του προς εκείνη τη μεριά, ο γιατρός με μεγάλη του χαρά θα τον πήγαινε εκεί.
Με το που άκουσε ο σερ Έντουαρντ πως η διαδρομή τους θα κατέληγε στο χωριό όπου κατοικούσε η Άννα, ζήτησε ευθύς αμέσως να ειδοποιηθεί ο αμαξάς.
Η απόσταση που χώριζε τον πύργο απ’ το χωριό ήταν τέσσερα μίλια, και τα άλογα την έκαναν σε είκοσι λεπτά. στο μεταξύ, ο καπετάνιος παραπονιόταν όλη αυτή την ώρα για τη βραδύτητα με την οποία προχωρούσαν τα ζώα. Τελικά έφτασαν στο χωριό, κι η άμαξα σταμάτησε μπροστά στο σπίτι όπου έπρεπε να πάει ο γιατρός. απέναντί του βρισκόταν κατά τύχη εκείνο της Άννας και, κατεβαίνοντας απ’ την άμαξα, ο γιατρός το έδειξε στον καπετάνιο.
Αφού τελείωσε την επίσκεψή του, ο γιατρός πρότεινε στον σερ Έντουαρντ, λες και ήταν το απλούστερο πράγμα στον κόσμο, να ανταποδώσουν στην Άννα-Μαίρη την επίσκεψη που τους είχε κάνει στον πύργο. Ο καπετάνιος δέχτηκε με σπουδή. Αργότερα, ομολόγησε πως, εκείνη τη στιγμή, είχε νιώσει την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά κι απ’ το πρώτο καμπανάκι εγερτηρίου που είχε ακούσει στη ζωή του!
Ο γιατρός χτύπησε την πόρτα κι ήρθε να τους ανοίξει μια γρια γκουβερνάντα που είχαν φέρει οι γονείς της Άννας απ’ τη Γαλλία και που ήταν δασκάλα της. Η Άννα-Μαίρη δεν ήταν στο σπίτι, μα καθώς ο γιατρός ήταν φίλος της δεσποινίδας ντε Βιλβιέιγ, πρότεινε στον καπετάνιο να μπουν και να περιηγηθούν στη μικρή καλύβα. Η φιλόφρονη γκουβερνάντα προσφέρθηκε να τους ξεναγήσει. Αδύνατον να βρει κανείς εσωτερικό σπιτιού πιο δροσερό και μαγευτικό: ο κήπος έμοιαζε σαν πανέρι με λουλούδια και τα δωμάτια, παρότι ήταν απίστευτης απλότητας, είχαν διακοσμηθεί με υπέροχο γούστο. ένα μικρό εργαστήριο ζωγραφικής, απ’ όπου έβγαιναν τα τοπία που στόλιζαν τους τοίχους κι ένας χώρος μελέτης όπου έβλεπε κανείς ανοιχτό ένα πιάνο και μια βιβλιοθήκη με επιλεγμένα γαλλικά και ιταλικά βιβλία, μαρτυρούσαν ότι οι σπάνιες στιγμές ελευθερίας που άφηνε στην οικοδέσποινα το φιλανθρωπικό έργο της, αξιοποιούνταν σε καλλιτεχνικές δραστηριότητες ή διδακτικά αναγνώσματα. Αυτό το σπιτάκι ήταν ιδιοκτησία της νεαρής γυναίκας. Της το είχαν αφήσει οι γονείς της, μαζί με σαράντα στερλίνες εισόδημα. Αυτή ήταν όλη κι όλη η περιουσία της. Ο καπετάνιος, κυριευμένος από μια περιέργεια που κατευχαριστούσε τον γιατρό, εξέτασε την κατοικία από τον προθάλαμο ώς τη σοφίτα, εξαιρουμένου ωστόσο του υπνοδωματίου, αυτού του αδύτου των αδύτων των εγγλέζικων σπιτιών.
Η δεσποινίς ντε Βιλβιέιγ, δίχως να έχει καταλάβει καθόλου πως γινόταν έρευνα, διαισθάνθηκε πως αυτοί που την είχαν διενεργήσει —και προπαντός ο καπετάνιος— θα έπρεπε να χρειάζονταν ξεκούραση. Όταν έφτασε στο σαλόνι προσέφερε καθίσματα στους επισκέπτες και βγήκε για να ετοιμάσει το τσάι. Όταν έμεινε μόνος με τον γιατρό, ο σερ Έντουαρντ ξαναβυθίστηκε στη σιωπή του την οποία είχε ­διακόψει για να κάνει στη δεσποινίδα ντε Βιλβιέιγ ένα σωρό ερωτήσεις για την Άννα-Μαίρη ή τους γονείς της. Ο καπετάνιος είχε βυθιστεί στους βαθύτερους στοχασμούς του, όταν ξανάνοιξε η πόρτα από την οποία είχε βγει η δεσποινίς ντε Βιλβιέιγ. όμως, αντί για την γκουβερνάντα, μπήκε στο δωμάτιο η Άννα-Μαίρη κρατώντας στο ένα χέρι την τσαγιέρα και στο άλλο ένα πιάτο με σάντουιτς. είχε επιστρέψει λίγο πριν και, σαν έμαθε πως είχαν έρθει μουσαφίρηδες που δεν είχε υπολογίσει, θέλησε να τους περιποιηθεί η ίδια.
Αντιλαμβανόμενος την παρουσία της, ο καπετάνιος εκδήλωσε ξεκάθαρα την ευχαρίστηση και τον σεβασμό του και τη χαιρέτησε. Εκείνη ανταπέδωσε τον χαιρετισμό του με μια γαλλική υπόκλιση κι ένα αγγλικό «καλημέρα». Η Άννα-Μαίρη ήταν γοητευτική. Αν προσθέσει κανείς και μια κάποια αμηχανία εκ μέρους της απέναντι σε δύο ξένους, η οποία συνδυαζόταν με τη μεγάλη επιθυμία της να κάνει τη σύντομη επίσκεψή τους ευχάριστη, μπορεί να καταλάβει κανείς την πολυλογία του καπετάνιου μπροστά της, κάτι που είχε πολύ καιρό να παρατηρήσει πάνω του ο γιατρός. Ένας αυστηρός τυπολάτρης ίσως να έκρινε πως οι έπαινοι, στη συζήτηση του σερ Έντουαρντ, κατείχαν υπερβολικά σημαντική θέση. Όμως, ο καπετάνιος ήξερε να λέει μόνο ό,τι σκεφτόταν, κι η αλήθεια ήταν πως έκανε πολλές και καλές σκέψεις για την Άννα-Μαίρη. Ωστόσο, παραξενεύτηκε πολύ, όταν πρόσεξε πως η τσαγιέρα και τ’ ασημικά είχαν σκαλισμένα πάνω τους οικόσημα που κοσμούνταν με εμβλήματα βαρόνων. Αυτό ικανοποίησε την υπεροψία του ως μεσήλικα αριστοκράτη.
Ο γιατρός αναγκάστηκε να υπενθυμίσει στον καπετάνιο ότι η επίσκεψή τους είχε κρατήσει δύο ώρες. Ο σερ Έντουαρντ δυσκολεύτηκε κάπως να παραδεχτεί την ορθότητα αυτής της δήλωσης, μα μόλις έριξε μια ματιά στο ρολόι του, διαπίστωσε πως ευσταθούσε και πως θα ήταν απρέπεια να παρατείνουν την παράμονή τους εκεί. Αποφάσισε συνεπώς να αποχωρήσει βάζοντας την Άννα-Μαίρη να του υποσχεθεί πως θα ερχόταν την επομένη με την δεσποινίδα ντε Βιλβιέιγ, τη γαλλίδα γκουβερνάντα της, να πάρουν το τσάι τους στον πύργο. Κι ο καπετάνιος ανέβηκε και πάλι στην άμαξα.
Η Άννα-Μαίρη και η δεσποινίς ντε Βιλβιέιγ έφτασαν στην ώρα τους. Τώρα ήταν η σειρά του καπετάνιου να τις περιποιηθεί ο ίδιος στον πύργο του. Όσο έπιναν το τσάι τους, ο ουρανός, που συνήθως ήταν τόσο ομιχλώδης στις νότιες κομητείες της Αγγλίας τον Οκτώβριο, καθάρισε αίφνης και μια ηλιαχτίδα γλίστρησε μέσ’ από δύο σύννεφα. Ο γιατρός επωφελήθηκε από την ξαφνική αιθρία για να προτείνει έναν περίπατο στο πάρκο. οι επισκέπτριες δέχτηκαν. Ο γιατρός προσέφερε το μπράτσο του στη δεσποινίδα ντε Βιλβιέιγ κι ο καπετάνιος το δικό του στη μις Άννα-Μαίρη. Στην αρχή ένιωσε κάπως αμήχανος με όλα όσα θα έλεγε σ’ αυτό το ­είδος τετ-α-τετ, αλλά η Άννα-Μαίρη ήταν ταυτόχρονα τόσο απλή και χαριτωμένη, ώστε η αμηχανία του εξαφανίστηκε με την πρώτη λέξη που πρόφερε η κοπέλα. Η Άννα-Μαίρη είχε διαβάσει πολλά, ο καπετάνιος είχε δει πολλά. ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους, η κουβέντα δεν μπορεί ποτέ να χάσει το ενδιαφέρον της: ο καπετάνιος διηγούνταν τις εκστρατείες και τα ταξίδια του. Είχε πάψει πια να μιλά, μα η Άννα συνέχιζε να τον ακούει προσεκτικά. Η διάρκεια του περιπάτου είχε ξεπεράσει τις δύο ώρες, χωρίς όμως ο καπετάνιος να νιώσει την παραμικρή κόπωση κι η Άννα-Μαίρη την παραμικρή πλήξη. Η δεσποινίς ντε Βιλ­βιέιγ ήρθε να υπενθυμίσει στη νεαρή κυρία της ότι ήταν καιρός να γυρίσουν στο χωριό.
Η απουσία της Άννας δεν έγινε αισθητή αμέσως μετά την αναχώρησή της, η εμφάνισή της είχε γεμίσει όλη τη μέρα του σερ Έντουαρντ. αλλά την επομένη, που ο πλοίαρχος σκέφτηκε πως δεν υπήρχε καμιά πρόφαση για να πάει στο χωριό, το πρωινό τού φάνηκε ατελείωτο κι ο Τομ παρατήρησε πως ο κυβερνήτης του ήταν τόσο θλιμμένος και δύσθυμος όσο ζωηρός και χαρωπός έδειχνε την προηγουμένη.
Ο καπετάνιος είχε φτάσει στην ηλικία των σαράντα πέντε ετών δίχως καμιά αγάπη να φωλιάσει ποτέ στην άσπιλη καρδιά του.
Πέρασε τη μέρα του σαν ένα παιδί που είχε χάσει το ομορφότερο παιχνίδι του και αρνιέται να παίξει με τους φίλους του. Έκανε μούτρα στον Τομ, γύρισε την πλάτη στον κ. Σάντερς κι έδειξε να ξαναβρίσκει την καλή του διάθεση, όταν πήρε είδηση τον γιατρό ο οποίος ερχόταν να παίξει ουίστ, τη συνηθισμένη ώρα του.
—Α, είπε ο καπετάνιος όταν τον είδε από μακριά, ελάτε, καλέ μου φίλε. θαρρώ πως εδώ κι οχτώ μέρες μ’ έχει πιάσει μελαγχολία.
—Κι εγώ θαρρώ πως εδώ κι οχτώ μέρες δεν σας έχει πιάσει καμία μελαγχολία, αντέτεινε ο γιατρός.
—Όλα με κάνουν να πλήττω, βρίσκω τον Τομ ανυπόφορο, ο κ. Ρόμπινσον με ζαλίζει, ο κ. Σάντερς μ’ εκνευρίζει. Να, ορίστε! Ακόμα κι εσείς, γιατρέ, είναι στιγμές που…
—Ναι. μα είναι κι άλλες που…
—Τι θέλετε να πείτε;
—Καταλαβαίνετε εσείς.
—Γιατρέ, θα τα χαλάσουμε!
—Θα βάλω την Άννα-Μαίρη να μας τα ξαναφτιάξει.
Ο σερ Έντουαρντ έγινε κατακόκκινος σαν παιδί που το πιάνουν στα πράσα.
—Ας μιλήσουμε με ειλικρίνεια, καπετάνιε, συνέχισε ο γιατρός.
—Κι εγώ το ίδιο θέλω, απάντησε ο σερ Έντουαρντ.
—Πλήξατε καθόλου τη μέρα που πήγατε να πάρετε το τσάι σας στο σπίτι της Άννας;
—Ούτε λεπτό.
—Πλήξατε καθόλου τη μέρα που η Άννα-Μαίρη ήρθε να πάρει το τσάι της στο σπίτι σας;
—Ούτε δευτερόλεπτο.
—Θα βαριόσασταν, αν είχατε τη βεβαιότητα πως θα τη βλέπατε κάθε πρωί;
—Ποτέ.
—Δεν θα νιώθατε πια άρρωστος;
—Είκοσι χρόνων θα αισθανόμουν, γιατρέ.
—Και πιστεύετε ότι δεν θα σας ξανάπιανε μελαγχολία;
—Όλο χαρά θα ήμουν. σαν τη φάλαινα στο κύμα.
—Το λοιπόν, δεν υπάρχει πράγμα ευκολότερο από το να βλέπετε την Άννα-Μαίρη όλες τις μέρες: πρέπει να την παντρευτείτε.
—Να την παντρευτώ; αναφώνησε ο καπετάνιος.
—Ναι, που να πάρει! Να την παντρευτείτε: ξέρετε καλά πως δεν θα ’ρθει να μείνει μαζί σας ως απλή συνοδός κυρίων.
—Μα, γιατρέ, αυτή δεν θέλει να παντρευτεί. Αρνήθηκε σε ζάπλουτους.
—Ζυθεμπόρους. Η κόρη του βαρόνου Λάμπτον να σερβίρει μπίρες πίσω απ’ τον πάγκο! Ωραίο θέαμα!
—Μα, γιατρέ, εγώ είμαι γέρος.
—Είστε σαράντα πέντε χρόνων κι αυτή είναι τριάντα.
—Μα μου λείπει ένα πόδι.
—Έτσι σας γνώρισε, πρέπει να το ’χει συνηθίσει πια.
—Μα, γιατρέ, έχω ανυπόφορο χαρακτήρα.
—Είστε ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου.
—Λέτε; είπε ο καπετάνιος με απίστευτη αφέλεια.
—Είμαι σίγουρος, αποκρίθηκε ο γιατρός.
—Δεν θα τολμήσω ποτέ να της πω ότι την αγαπώ!
—Ε, και είναι ανάγκη να της το πείτε εσείς;
—Και ποιος θα το κάνει αντί για μένα;
—Εγώ, πανάθεμά με!
—Γιατρέ, μου σώζετε τη ζωή!
—Αυτή είναι η δουλειά μου.
—Και πότε θα πάτε;
—Γιατί όχι και σήμερα;
—Τότε να πάρετε την άμαξά μου.
Ο καπετάνιος κόντεψε να σπάσει το κουδουνάκι από το πολύ χτύπημα. Ο Πάτρικ κατέφτασε τρεχάτος και κατατρομαγμένος.
—Ζέψτε τ’ άλογα, είπε ο καπετάνιος.
Ο Πάτρικ βγήκε απ’ την κάμαρη περισσότερο πεπεισμένος παρά ποτέ ότι ο καπετάνιος είχε χάσει τα μυαλά του. Πίσω απ’ τον Πάτρικ, μπήκε ο Τομ. ο καπετάνιος τον βούτηξε απ’ το λαιμό. Ο Τομ βόγκηξε δυνατά. ουδεμία αμφιβολία, ο καπετάνιος είχε τρελαθεί εντελώς. Ένα τέταρτο μετά, ο γιατρός έφευγε έχοντας λάβει πλήρη εξουσιοδότηση να χειριστεί το θέμα όπως νόμιζε.
Η επίσκεψη είχε το πλέον ικανοποιητικό αποτέλεσμα για τον σερ Έντουαρντ και για μένα: για τον σερ Έντουαρντ, επειδή έξι εβδομάδες αργότερα παντρεύτηκε την Άννα. για μένα, επειδή δέκα μήνες μετά το γάμο τους είχα το ευτύχημα να έρθω στον κόσμο.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΟΥΜΑΣ