ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΗ ΣΕΛΗΝΗ

ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΗ ΣΕΛΗΝΗ

Συγγραφέας: ΤΖΙΑΡΝΤΙΝΕΛΙ ΜΕΜΠΟ
Μετάφραση: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-47-9
Σελίδες: 160

€9.54 €10.60

  Στο καλαθι βιβλια

Ο Ραμίρο Μπερνάντες επιστρέφει στην Αργεντινή μετά από οκτάχρονη απουσία για σπουδές στο Παρίσι. Είναι καλοδεχούμενος στη γενέτειρά του και κατά τη διάρκεια ενός δείπνου στο σπίτι κάποιου οικογενειακού φίλου γνωρίζεται με τη νεαρή και πολύ ελκυστική Αρασέλι. Η πανσέληνος και η ζέστη απορρυθμίζουν τον Ραμίρο που επιχειρεί κάτι το οποίο ποτέ στο παρελθόν δε θα είχε σκεφτεί. Βιάζει και δολοφονεί τη νεαρή κοπέλα... Στο μικρό χρονικό διάστημα των τριών ημερών που ακολουθούν, ο νεαρός, φέρελπις δόκτωρ της νομικής και μελλοντικό στέλεχος της στρατιωτικής κυβέρνησης της χώρας, μετατρέπεται στον υπ’ αριθμόν ένα ύποπτο για φόνο. Όμως για ποιον ακριβώς φόνο τον ανακρίνει η ασφάλεια; Ποιος είναι νεκρός και ποιος ζωντανός; Είναι ο δολοφόνος σίγουρος για τις πράξεις του; Πόσες φορές άραγε μπορεί ο ίδιος άνθρωπος να σκοτώσει τον ίδιο άνθρωπο;

Ήξερε τι θα συμβεί. Το κατάλαβε μόλις την είδε. Είχε πολλά χρόνια να πάει στο Τσάκο και μέσα στη γενική συγκίνηση από το ξαναντάμωμα, η Αρασέλι ήταν αληθινή αποκάλυψη. Τα πυκνά, μαύρα, μακριά μαλλιά της άφηναν να πέφτει ένα αλαζονικό τσουλούφι που τόνιζε την αρμονία του λεπτού προσώπου της και θύμιζε προσωπογραφία του Μοντιλιάνι. Έλαμπαν τα κατάμαυρα μάτια της, το βλέμμα της ήταν άτονο μα πονηρό. Λιπόσαρκη, με πολύ μακριά πόδια, έμοιαζε ταυτόχρονα περήφανη και φοβισμένη με τα στηθάκια της που μόλις είχαν αρχίσει να ξεμυτίζουν κάτω από την άσπρη μπλούζα. Ο Ραμίρο την κοίταξε και κατάλαβε ότι θα είχε προβλήματα. Η Αρασέλι δεν θα ήταν πάνω από δεκατριών ετών. Στη διάρκεια του δείπνου, οι ματιές τους διασταυρώθηκαν αρκετές φορές. Εκείνος μιλούσε για τα περασμένα, για τις σπουδές του στη Γαλλία, για το γάμο του, το διαζύγιο, για όσα τέλος πάντων μιλά κάποιος που οι άλλοι τον θεωρούν κοσμογυρισμένο, όταν έχει ταξιδέψει το μισό κόσμο και επιστρέφει στην πατρίδα έπειτα από οχτώ χρόνια απουσίας έχοντας ζήσει σε μέρη μακρινά ενώ είναι μόλις τριάντα δύο ετών. Ο Ραμίρο, όλη τη βραδιά ένιωθε την αναίδεια με την οποία τον παρατηρούσε το κορίτσι, η κόρη του παλαίμαχου πλέον αγροτικού γιατρού, παλιού φίλου του πατέρα του που τον είχε προσκαλέσει με τόση επιμονή στο σπίτι του στη Φοντάνα, είκοσι περίπου χιλιόμετρα από τη Ρεσιστένσια. Σώπασαν και τα τελευταία τζιτζίκια κι έπεσε η νύχτα φέρνοντας το τραγούδι των γρύλων. Η ζέστη έγινε υγρή και βαριά. Κάθισαν στο τραπέζι για αρκετή ώρα μετά το δείπνο. Έπιναν κρασί της Κόρδοβα, γλυκό σαν το άρωμα που έστελναν οι ορχιδέες, αγκαλιασμένες στο γέρικο δέντρο στο βάθος του κτήματος. Ο Ραμίρο δεν θα μπορούσε να προσδιορίσει πότε ακριβώς ένιωσε φόβο, αλλά μάλλον ήταν τη στιγμή που ξεσταύρωσε τα πόδια για να σηκωθεί, μετά το δεύτερο καφέ. Κάτω από το τραπέζι τα κρύα, γυμνά πόδια της Αρασέλι τον άγγιξαν στον αστράγαλο, σχεδόν τυχαία, ίσως όμως όχι. Όταν σηκώθηκαν όρθιοι για να πάνε στον κήπο —η ζέστη είχε γίνει αποπνικτική— ο Ραμίρο την κοίταξε. Είχε τα μάτια της καρφωμένα πάνω του. Αντίθετα μ' εκείνον, δεν έδειχνε την παραμικρή ταραχή. Βάδιζαν με τα ποτήρια στο χέρι, πίσω από το γιατρό που ήταν ήδη αρκετά ζαλισμένος και τη γυναίκα του, την Κάρμεν, η οποία δεν σταματούσε να μιλά. Τα μικρότερα παιδιά είχαν κοιμηθεί και ήταν παράξενο που η Αρασέλι έμενε ξύπνια τέτοια ώρα, όπως έλεγε η μητέρα της. «Τα παιδιά μεγαλώνουν» είπε ο γιατρός. Η Αρασέλι έκανε πως κάτι κοίταζε στο πλάι. Ο Ραμίρο ερμήνευσε την κίνηση αυτή ως κόλπο με σκοπό να του δείξει το λοξό χαμόγελο της. Ήπιαν και κουβέντιασαν στην πίσω αυλή ως τις δώδεκα τα μεσάνυχτα. Με το πέρασμα της ώρας και το ξενύχτι η αναστάτωση του Ραμίρο έγινε εντονότερη. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από την Αρασέλι και την κοντή της φούστα που έμοιαζε να ανηφορίζει συνεχώς πάνω στα μελαχρινά, ηλιοκαμένα της πόδια με το απαλό χνούδι, που τώρα έλαμπε στο φως της σελήνης. Ήταν αδύνατον να βγάλει από το νου του τις ερεθιστικές φαντασιώσεις που τον πίεζαν σαν να ήθελαν να παρέμβουν στη συζήτηση. Δεν υπήρχε τρόπος να τις καταστείλει. Η Αρασέλι δεν τον άφηνε λεπτό από τα μάτια της. Τον κοίταζε με μια επιμονή που τη θεωρούσε προκλητική, τον ερέθιζε. Όταν ήρθε η ώρα να τους καληνυχτίσει έριξε από απροσεξία ένα ποτήρι κρασί πάνω στο κορίτσι. Σκούπισε τη φούστα της, σηκώνοντας την λίγο και αποκαλύπτοντας τα πόδια της. Ο Ραμίρο είχε την ευκαιρία να τα απολαύσει σ' όλο τους το μεγαλείο, ενώ ο γιατρός και η σύζυγος του, αρκετά πιωμένοι και οι δύο, έκαναν σχόλια που προσπαθούσαν ν' ακούγονται χαριτωμένα. Προχώρησαν για ν' ανοίξουν την εξώπορτα. Διέσχισαν το σπίτι και το δρομάκι. Ο Ραμίρο έπιασε τότε την Αρασέλι από το χέρι και ένιωσε ηλίθιος, απελπισμένος, γιατί το μόνο που του ήρθε να ρωτήσει ήταν: «Σε λέρωσα πολύ;» Κοιτάχτηκαν. Εκείνος συνοφρυώθηκε, γιατί συνειδητοποίησε ότι έτρεμε από διέγερση. Η Αρασέλι σταύρωσε τα χέρια κάτω από το στήθος της που έμοιαζε να ξεπετάγεται μπροστά και σήκωσε τους ώμους, αναριγώντας ελαφρώς. «Δεν είναι τίποτα» είπε, δίχως να χαμηλώσει το βλέμμα που τώρα δεν φάνηκε διόλου άτονο στον Ραμίρο. Λίγα λεπτά αργότερα, όταν διέσχισε τη δημοσιά και μπήκε στο παλιό Φορντ μοντέλο του '47 που του είχαν δανείσει, ο Ραμίρο παρατήρησε ότι τα χέρια του ήταν ιδρωμένα. Σίγουρα, δεν έφταιγε μόνο η ζέστη της βραδιάς. Η ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή, παρόλο που απέφυγε να τη σκεφτεί έστω κι ένα δευτερόλεπτο. Πάτησε αρκετές φορές το γκάζι, ώσπου βεβαιώθηκε ότι είχε μπουκώσει για τα καλά τον κινητήρα. Με μανία, δίχως να πατά το πετάλι, γύρισε ανώφελα το κλειδί. Η μηχανή μπούκωσε περισσότερο. Επανέλαβε πολλές φορές την ίδια κίνηση, με πείσμα, οργισμένα, κάνοντας ένα θόρυβο που αδυνάτιζε καθώς έπεφτε η μπαταρία. «Τι έγινε Ραμίρο; Δεν παίρνει μπρος;» ρώτησε ο γιατρός μέσα από το σπίτι. Ο Ραμίρο σκέφτηκε ότι ο άνθρωπος αυτός, μεθυσμένος για τα καλά, πρέπει να ήταν ηλίθιος για να ρωτάει κάτι τόσο προφανές. Με μια υπερβολικά θεατρική κίνηση, σφουγγίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπο του, βγήκε από το αμάξι και βρόντηξε πίσω την πόρτα. «Δεν ξέρω τι συμβαίνει, γιατρέ. Κι έμεινα χωρίς μπαταρία. Δεν βάζετε ένα χεράκι, να το σπρώξουμε;» «Όχι, βρε παιδί μου. θα μείνεις να κοιμηθείς εδώ, πάει και τελείωσε. Αύριο θα το φτιάξουμε. ʼλλωστε είναι πολύ αργά και κάνει υπερβολική ζέστη. Μέχρι να φτάσεις στη Ρεσιστένσια μπορεί να σου χαλάσει πάλι.» Δίχως να περιμένει απάντηση επέστρεψε στο σπίτι και είπε στη γυναίκα του να ετοιμάσει για τον Ραμίρο το δωμάτιο του Μπραουλίτο, του μεγαλύτερου γιου του που σπούδαζε στην Κοριέντες. Ο Ραμίρο σκέφτηκε ότι ίσως και να μετάνιωνε για την τρέλα του. Αναρωτήθηκε τι έκανε. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή, διστακτικός, μαρμαρωμένος πάνω στο χωματόδρομο. Μα οι ενδοιασμοί του εξαφανίστηκαν, όταν είδε την Αρασέλι στο παράθυρο του πρώτου ορόφου, να τον κοιτάζει.

ΤΖΙΑΡΝΤΙΝΕΛΙ ΜΕΜΠΟ