ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΥΠΝΩ ΚΟΜΨΟΤΗΤΟΣ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΥΠΝΩ ΚΟΜΨΟΤΗΤΟΣ

Συγγραφέας: ΥΠΟΚΟΜΗΣ ΝΤΕ ΛΑΣΚΑΝΟ ΤΕΓΚΙ
Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Εκδόθηκε: 08/07/2020
ISBN: 978-618-5400-22-4
Σελίδες: 160

€9.54 €10.60

«Ομολογώ ότι συνεχίζω να γράφω για καθαρά ηδονοθηρικούς λόγους. Γράφω για μένα και για τους φίλους μου. Δεν διαθέτω ευρύ κοινό, μήτε φήμη ή κρατικό βραβείο. Γνωρίζω εις βάθος τη λογοτεχνική στρατηγική και την περιφρονώ. Με θλίβει η αφέλεια των συγχρόνων μου και τη σέβομαι. Επιπλέον, κολακεύομαι να πιστεύω ότι δεν επαναλαμβάνομαι ποτέ, ότι δε ζητάω δανεικά από ξένες δόξες, ότι είμαι πάντα παρθένος κι ότι αυτός ο ναρκισσισμός πληρώνεται πολύ ακριβά. Με την αδιαφορία των άλλων. Εγώ, όμως, όπως είπα, γράφω για καθαρά ηδονοθηρικούς λόγους.»

  Στο καλαθι βιβλια

Ένας εκκεντρικός αφηγητής καταγράφει σ’ ένα ημερολόγιο την καθημερινή του πάλη με τα πάθη και τις διαστροφές του, ενώ οδηγείται, σχεδόν νομοτελειακά και αναπότρεπτα, στην τέλεση ενός φόνου. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ιδιότυπο «ημερολόγιο ενός δολοφόνου», αλλά και μπροστά σ’ ένα χρονικό του τέλους μιας εποχής, το οποίο είναι ταυτόχρονα και ένα αριστοτεχνικό πορτρέτο της ανθρώπινης ψυχής, με όλες τις υπερβολές και τα καπρίτσια της.

Την πρώτη φορά που εμπιστεύτηκα το χέρι μου σε μανικιουρίστα, ήταν γιατί το βράδυ θα πήγαινα στο Μoulin Rouge. Η γηραιά νοσοκόμα έκοψε τις παρωνυχίδες μου και γυάλισε τα νύχια μου με σμύριδα. Μετά, τα λιμάρισε ώστε να γίνουν μυτερά, και στο τέλος τα πέρασε με βερνίκι. Τα χέρια μου έδειχναν σαν να μη μου ανήκαν. Τ’ ακούμπησα στο τραπέζι, μπροστά στον καθρέφτη μου, και τους άλλαζα θέσεις στο φως. Πήρα ένα στιλό και, με την ίδια αμηχανία που έχουμε όταν μας φωτογραφίζουν, έπιασα να γράφω.
Έτσι το ξεκίνησα αυτό το βιβλίο.
Το βράδυ, στο Μoulin Rouge, άκουσα μια διπλανή μου να λέει στα ισπανικά, σχολιάζοντάς με:
«Έχει περιποιηθεί τα χέρια του λες και ετοιμάζεται να σκοτώσει».



 

19 Μαΐου 18..

 

Γεννήθηκα στο Μπουζιβάλ. Ο Σηκουάνας περνάει στα γρήγορα πίσω απ’ τον οικισμό. Το σκάει απ’ το Παρίσι. Τα σκουροπράσινα νερά του σαρώνουν τη βρόμα της μακάριας πόλης. Διαρρέοντας το χωριό μου, ο ποταμός βάζει σε κίνηση τον τροχό των μύλων όπου πάν’ και κρύβονται τα πτώματα των σεμνότυφων πνιγμένων. Έχουν τερματίσει το αναγκαστικό ταξίδι τους. Δεν μπορούν να περάσουν απ’ τις σχάρες των υπογείων, οπότε βγάζουν ένα χέρι και το ανεμίζουν ζητώντας βοήθεια. Εγώ, όταν ήμουν παιδί, ψάρεψα κάμποσους τέτοιους αγνώστους. Ένας απ’ τους ταχυδρόμους είχε γίνει διάσημος στο χωριό, γιατί πάντα αυτός έφερνε τα θλιβερά μαντάτα. Εγώ, επειδή είχα ανακαλύψει τα περισσότερα πτώματα. Αυτό μ’ ανέβαζε στα μάτια των συμμαθητών μου, και καμάρωνα για την τιμή. Φοβέριζα τους συνομηλίκους μου πως θα τους ανακάλυπτα την ίδια μέρα που θα πνίγονταν. Τα παιδιά έμεναν συλλογισμένα, καθώς φαντάζονταν τον εαυτό τους ανάμεσα στα λύματα του μύλου. Η ανωτερότητά μου δε χωρούσε αμφισβήτηση, γιατί είχα υπαινιχθεί την έννοια της τραγωδίας σε μια καθημερινότητα όπου θα την ενθρονίσει η λογική, όταν το έργο του Αισχύλου, διά της αφομοιώσεως του ανθρωπίνου πνεύματος, θα μοιάζει σχολική έκθεση.
Καθώς το γόητρο είχε πέσει πάνω μου βαρύ, ήταν φυσικό αυτή η τόσο παράξενη ενασχόληση να με απορροφήσει τελείως. Όταν πήγαινα να ψαρέψω, κάτι που έκανα συχνά, έριχνα την πετονιά μου κοντά στο μύλο. Δεν κοίταζα το φελλό, που τον δάγκωνε απότομα το ρεύμα, γιατί έλπιζα να δω να ξεπροβάλλει από τις σχάρες το χέρι του νεκρού. Όταν έβγαινα για περίπατο, περνούσα μπροστά από το μύλο, κι όποτε έπεφτα σε καθαρισμό των μηχανημάτων, ήμουν ο πρώτος που κατέβαινε στο υπόγειο για να βρω κάθε λογής αντικείμενα που τα ’χαν παρασύρει τα νερά και, κουρασμένα απ’ το κουβάλημα, τα παρατούσαν κάτω απ’ τις γέφυρες και τα παρόχθια έλη.
Ο μύλος ήταν παλιός. Χρονολογούνταν επί εποχής Λουδοβίκου ΙΔ΄ («του αρχιερέα της κλασικής περούκας» όπως τον έχει πει ο Θάκερεϊ), ο οποίος, οπότε πήγαινε στο Μαρλί, δεν παρέλειπε να κατεβαίνει απ’ την μπερλίνα του και να χαμογελάει στη μυλωνού.
Οι γυναίκες αυτού του επαγγέλματος ήταν οι πιο όμορφες και πιο γαλαντόμες χωριάτισσες της εποχής.
Στην Επανάσταση, ο Άρχοντας του Μπουζιβάλ ζήτησε άσυλο απ’ τον μυλωνά. Τον καιρό εκείνο, οι μυλωνάδες κρατούσαν τα κλειδιά απ’ τις αποθήκες των ευγενών και ήταν οι πιο αφοσιωμένοι τελώνες τους. Ο μυλωνάς έκλεβε τόσο για την πάρτη του όσο και για λογαριασμό του αφεντικού τους. Όμως ο μυλωνάς του κόκκινου υδατοφράκτη —με το που το τελευταίο δοκάρι του πύργου σωριάστηκε στη φωτιά που ’χαν ανάψει οι Sans-culottes επιστρέφοντας από τις Βερσαλίες, ένα γκρίζο φθινοπωρινό απόγευμα που ’χει περιγράψει εξαίσια ο Ριβαρόλ— κατέβασε τον άρχοντα του Μπουζιβάλ στο υπόγειο, τάχα για να τον κρύψει, κι ανέθεσε στη γυναίκα του ν’ ανοίξει τους υδατοφράκτες. Ο άρχοντας του Μπουζιβάλ δεν έβγαλε ούτε μία κραυγή. Τα νερά τον έπνιξαν, τον στραγγάλισαν πάνω στις σχάρες, κι έμεινε εκεί, μήνες ολόκληρους, να λιώνει λίγο λίγο, κομμάτι κομμάτι. Μάταια ο άρχοντας του Μπουζιβάλ ανέμιζε το χέρι του.



 

16 Ιουνίου 18..

 

Όταν η μητέρα μου πέθανε, ο πατέρας μου, εκεί που έβαφε τις φαβορίτες του, με κοίταξε από πάνω ώς κάτω και, διαπιστώνοντας πως τα μαλλιά μου δεν ήταν αρκούντως σοβαρά για την περίσταση, μου τα ’βαψε μαύρα. Μετά έβαψε και τα φρύδια μου, που τότε είχαν χρώμα καροτί. Τα σκούρα ρούχα μού έδιναν μια πολύ δραματική πένθιμη όψη. Σ’ ένα σκίτσο του Ντομιέ είδα έναν τέτοιο τεθλιμμένο συγγενή που μου ’μοιαζε. Έφριξα με τον εαυτό μου, και την ίδια κιόλας μέρα άρχισα να υπονομεύω την εμφάνισή μου και να την αλλάζω μεθοδικά. Ουσιαστική συμβολή σ’ αυτή τη μεταμόρφωση είχαν τα βιβλία. Με κάθε βιβλίο που διάβαζα, ντυνόμουν όπως ένας χαρακτήρας του. Χωρίς να το δηλώνω, δεν ήθελα να έχω πάνω μου το παραμικρό χάρη στο οποίο θα μπορούσε κανείς να με αναγνωρίσει με σιγουριά. Ήταν ένα συγκαλυμμένο μίσος για τις δαγκεροτυπίες που συνάρπαζαν τις οικογένειες στο χωριό μου και τις έκαναν να νιώθουν για τη χάλκινη ηλιογραφική πλάκα ό,τι και οι σαραντάρηδες αστοί για το χρυσό ωρολόγιο τσέπης.
Αυτή η αδιάκοπη εξωτερική μου εξέλιξη στόχευε στο να αναμοχλεύσει το ηθικό μου υπόβαθρο και να μου αλλάξει τη νοοτροπία που ήταν ώς τότε ασταθής και ανήσυχη, σαν το γλωσσίδι της κουδούνας.



 

19 Ιουλίου 18..

 

Ξαναείδα τις δύο άσπρες κατσίκες. Η μία με κοίταξε. Έχει μάτια δεσποσύνης. Το απόγευμα ήταν ήσυχο, κι εγώ ένιωσα μέσα μου έναν τράγο που την καταλάβαινε. Οι κατσίκες είναι ζώα που τα αισθάνομαι πολύ κοντά μου, οπότε δεν μπόρεσα ν’ αποφύγω να της ανταποδώσω το βλέμμα και να πλησιάσω την πιο όμορφη απ’ τις δύο, που το ρόδινο μαστάρι της είναι σαν γυναικείο στήθος.
 

ΥΠΟΚΟΜΗΣ ΝΤΕ ΛΑΣΚΑΝΟ ΤΕΓΚΙ