ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΛΕΠΟΥ

ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΛΕΠΟΥ

Συγγραφέας: ΓΚΑΡΝΕΤ ΝΤΕΪΒΙΝΤ
Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-22-3
Σελίδες: 88

ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟ

βιβλια

Η κυρία Τέμπρικ στη διάρκεια ενός κυνηγιού μεταμορφώνεται σε αλεπού. Παρακολουθούμε λοιπόν ένα ερωτικό πάθος στο οποίο το θηλυκό είναι μια αλεπού. Όμως κάθε πάθος δεν είναι μια γέφυρα πάνω στο χάσμα υπέροχων διαφορών; Ή μήπως διαβάζουμε τον έρωτα ενός άνδρα με μια αλεπού, που ζηλεύει τη ζωώδη υπόστασή της και μισεί καθετί το ανθρώπινο που τον απομακρύνει από αυτήν;

Τα θαυμαστά ή υπερφυσικά φαινόμενα δεν είναι τόσο σπάνια όσο πιστεύεται" απλώς, εμφανίζονται ακανόνιστα. Έτσι, μπορεί να περάσει ένας αιώνας χωρίς να συμβεί το παραμικρό αξιοπερίεργο, και ξαφνικά, βρίσκεσαι μπροστά σε μια πλούσια συγκομιδή θαυμάτων: τέρατα πάσης φύσεως αναφαίνονται στη γη, κομήτες φλογοβολούν στον ουρανό, εκλείψεις τρομοκρατούν τη φύση, μετεωρίτες πέφτουν βροχηδόν, ενώ γοργόνες και σειρήνες μαγεύουν τους θαλασσινούς, θαλάσσιοι δράκοντες καταπίνουν κάθε διερχόμενο καράβι και τρομεροί κατακλυσμοί ζώνουν την οικουμένη. Όμως, το παράξενο περιστατικό που πρόκειται να σας διηγηθώ, ήρθε μόνο του, αβοήθητο, ασυντρόφευτο σ' έναν κόσμο εχθρικό, κι αυτός είναι ο λόγος που δεν προσέλκυσε την καθολική προσοχή της ανθρωπότητας. Βλέπετε, η αιφνίδια μεταμόρφωση της Κας Τέμπρικ σε αλεπού είναι ένα πραγματικό γεγονός, που μπορεί κανείς να το δει όπως θέλει. Βέβαια, η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στο να εξηγήσουμε αυτό το γεγονός και να το συμβιβάσουμε με τις κοινές πεποιθήσεις μας, παρά στο να δεχτούμε ως αληθινή μια ιστορία που έχει επιβεβαιωθεί πέρα ως πέρα όχι μόνο από έναν, αλλά από δώδεκα μάρτυρες, όλους αξιοσέβαστους και χωρίς καμία πιθανότητα να έχουν προσυνεννοηθεί. Όσο κι αν εγώ σκοπεύω να περιοριστώ σε μιαν ακριβή αφήγηση του περιστατικού και όλων όσων ακολούθησαν, δεν θα απέτρεπα εντούτοις κανέναν απ' τους αναγνώστες μου απ' το να αποπειραθεί μια εξήγηση αυτού του θαύματος, δεδομένου ότι, ως τώρα, καμία δεν έχει θεωρηθεί απολύτως ικανοποιητική. Κατά τη γνώμη μου, οι δυσκολίες επαυξάνονται απ' το γεγονός ότι η μεταμόρφωση συνέβη όταν η Κα Τέμπρικ ήταν πια ολόκληρη γυναίκα, κι ότι συνέβη ξαφνικά και σχεδόν ακαριαία, θέλω να πω ότι, αν είχαν συμβεί σ' ένα παιδί όλα αυτά —η εκβλάστηση της ουράς, η βαθμιαία εξάπλωση της τριχοφυίας σε όλο το σώμα, η αργή μετάλλαξη ολόκληρης της ανατομίας μέσα απ' το μηχανισμό της ανάπτυξης—, μπορεί να μας φαίνονταν και πάλι τερατώδη, αλλά δε θα 'χαμέ τόσο μεγάλο πρόβλημα στο να τα συμβιβάσουμε με τις κοινές μας αντιλήψεις. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με κάτι εντελώς διαφορετικό. Μια πλήρως σχηματισμένη γυναίκα μεταμορφώνεται, εν ριπή οφθαλμού, σε αλεπού. Καμία φυσική φιλοσοφία δεν μπορεί να το εξηγήσει αυτό. Εδώ, ο υλισμός της εποχής μας δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Πρόκειται, όντως, για θαύμα· για ένα περιστατικό, που θα το δεχόμαστε ασμένως αν το συναντούσαμε στις Γραφές, επενδεδυμένο με την αυθεντία του Αγίου Πνεύματος, δεν είμαστε όμως διόλου έτοιμοι να το αποδεχθούμε όταν συμβαίνει σχεδόν στην εποχή μας, στο Όξφορντσιρ, δυο βήματα από μας. Τα μόνα που μπορεί να συνεισφέρει κανείς προς την κατεύθυνση της ερμηνείας, δεν είναι παρά εικασίες, και τις παραθέτω όχι τόσο επειδή πιστεύω ότι έχουν κάποια αξία, όσο επειδή προτίθεμαι να μη σας αποκρύψω τίποτα. Κατ' αρχάς, το πατρικό επώνυμο της Κας Τέμπρικ ήταν Φοξ, διόλου λοιπόν, δεν αποκλείεται αυτό το θαύμα να ξανασυνέβη παλιά και εξαιτίας αυτού να απέκτησε η οικογένεια αυτό το προσωνύμιο. Ήταν μια πολύ παλιά οικογένεια, εγκατεστημένη στο Τάνγκλι Χολ από αμνημονεύτων χρόνων. Είναι επίσης αληθές ότι, κάποτε, υπήρχε μια μισο-εξημερωμένη αλεπού δεμένη στην εσωτερική αυλή του Τάνγκλι Χολ, κι έχω ακούσει ουκ ολίγους δοκησίσοφους στα καπηλειά να αποδίδουν σ' αυτό εξαιρετική σημασία, παρ' όλο που αναγκάζονταν να παραδεχτούν ότι «δεν υπήρχε καμία τέτοια αλεπού τον καιρό της Δεσποινίδος Σίλβια». Στην αρχή, έτεινα να πιστέψω ότι μια πιθανή εξήγηση μπορούσε να κρύβεται πίσω απ' το γεγονός ότι η Σίλβια Φοξ είχε παρακολουθήσει, όταν ήταν δέκα χρόνων, ένα κυνήγι αλεπούς — και μάλιστα, είχε πάρει το βάπτισμα του αίματος. Φαίνεται πως αυτό της προκάλεσε μεγάλο φόβο και αηδία, και πως έκανε εμετό μετά που τελείωσε. Τώρα όμως βλέπω πως αυτό το περιστατικό δεν έχει να κάνει και πολλά με το ίδιο το θαύμα, μολονότι γνωρίζουμε ότι, μετά απ' αυτό, πάντα αναφερόταν στις «κακόμοιρες τις αλεπούδες» κάθε φορά που ετοιμαζόταν κάποιο κυνήγι, και δεν ξανακυνήγησε παρά μόνο αφού παντρεύτηκε κι αφού χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια ο σύζυγος της για να την μεταπείσει. Παντρεύτηκε το έτος 1879, μετά από σύντομους αρραβώνες, τον Κο Ρίτσαρντ Τέμπρικ, μετά το μήνα του μέλιτος εγκαταστάθηκαν στο Ράιλαντς, κοντά στο Στόκοου του Όξον. Υπάρχει όντως ένα σημείο που δεν κατόρθωσα να διαλευκάνω, κι αυτό είναι το πώς γνωρίστηκαν. Το Τάνγκλι Χολ απέχει πάνω από τριάντα μίλια από το Στόκοου, κι είναι εξαιρετικά απομονωμένο. Ακόμα και σήμερα δεν υπάρχει κανονικός δρόμος που να οδηγεί εκεί, κι αυτό είναι αξιοσημείωτο για ένα αρχοντικό που είναι το βασικό, αν όχι το μόνο, σε ακτίνα πολλών μιλίων. Να 'ταν άραγε μια τυχαία γνωριμία στο δρόμο ή μήπως (κάτι λιγότερο ρομαντικό, αλλά πιθανότερο) ο Κος Τέμπρικ γνωρίστηκε με το θείο της, έναν εφημέριο της Οξφόρδης, κι εκείνος τον κάλεσε να μείνει στο Τάνγκλι Χολ; Κανείς δεν ξέρει. Όπως όμως κι αν γνωρίστηκαν, ο γάμος τους υπήρξε πολύ ευτυχής. Η νύφη ήταν είκοσι τριών χρόνων μικροκαμωμένη, με ασυνήθως κοντά χέρια και πόδια. Αξίζει, ίσως, να σημειωθεί ότι όχι μόνο η εμφάνιση της δεν πρόδιδε την παραμικρή δυστροπία ή αλεπουδιά, αλλά, αντιθέτως, θα μπορούσες να πεις ότι ήταν μια άνω του μετρίου ωραία και ευχάριστη γυναίκα. Τα μάτια της ήταν καστανά, αλλά αστραποβολούσαν τα μαλλιά της, σκούρα, με μια ελαφριά κοκκινωπή απόχρωση, το δέρμα της μελαχρινό, με λίγες βαθύχρωμες φακίδες και μικρές ελιές. Σε ό,τι δε αφορά στους τρόπους, ήταν σεμνή, σχεδόν συνεσταλμένη, επιδείκνυε όμως μια τέλεια αυτοκυριαρχία και μια τέλεια ανατροφή. Είχε διαπαιδαγωγηθεί αυστηρά από μια γυναίκα με εξαιρετικές αρχές και σημαντικά ταλέντα, που πέθανε ένα χρόνο περίπου πριν το γάμο. Επειδή λοιπόν η μητέρα της είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν, κι ο πατέρας της ήταν κατάκοιτος και, τον τελευταίο καιρό πριν το θάνατο του, με τα λογικά του λίγο σαλεμένα, δεν δέχονταν πολλές άλλες επισκέψεις εκτός από το θείο της. Εκείνος ερχόταν κι έμενε στο Τάνγκλι Χολ για έναν ή και δυο μήνες, ιδίως το χειμώνα, γιατί του άρεσε να κυνηγάει μπεκάτσες, που αφθονούν σ' αυτή την κοιλάδα. Το ότι η Σίλβια δεν έγινε κανένα απ' αυτά τα αγοροκόριτσα της επαρχίας, εξηγείται από την αυστηρότητα της γκουβερνάντας και την επιρροή του θείου της. Απ' την άλλη μεριά, όμως, το γεγονός ότι ζούσε σ' έναν τόσο έρημο τόπο, δεν μπορεί παρά να έχει σχέση με μια κάποια τάση της προς την αγριότητα, έστω και εις πείσμα της φιλόχριστης ανατροφής της. Η γριά παραμάνα της έλεγε: «Η Δεσποινίς Σίλβια ήταν από πάντα της σαν αγριμάκι», μολονότι, αν αυτό ήταν αλήθεια, κανείς άλλος δεν το παρατήρησε έξω απ' το σύζυγο της. Μιαν από τις πρώτες μέρες του έτους 1880, γύρω στο απομεσήμερο, το ζεύγος βγήκε για έναν περίπατο στο δασάκι πάνω στο λοφίσκο που δέσποζε του Ράιλαντς. Εκείνο τον καιρό, ήταν πάντα μαζί, κι όταν τους έβλεπες, καταλάβαινες αμέσως πως ήταν ερωτευμένοι. Την ώρα που βάδιζαν, άκουσαν τα σκυλιά και, λίγο αργότερα, από μακριά, το κέρας του κυνηγέτη. Ο Κος Τέμπρικ την είχε πείσει, με πάρα πολύ κόπο, να τον συνοδέψει σ' ένα κυνήγι τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, κι εκείνη δεν είχε περάσει καθόλου καλά (παρ' όλο που της άρεσε αρκετά η ιππασία). Όταν άκουσε το κυνήγι, ο Κος Τέμπρικ τάχυνε το βήμα του ώσπου να φτάσουν στην παρυφή του δάσους, απ' όπου θα μπορούσαν να δουν πεντακάθαρα τα σκυλιά αν έρχονταν κατά το μέρος τους. Όμως η γυναίκα του στύλωσε τα πόδια της, κι εκείνος, που κρατούσε το χέρι της, άρχισε σχεδόν να την τραβάει. Ξαφνικά, λίγο πριν φτάσουν στην παρυφή του δάσους, εκείνη απαγκιστρώθηκε απότομα από τη λαβή του κι έβγαλε μια κραυγή, που τον ανάγκασε να γυρίσει αμέσως το κεφάλι του. Εκεί όπου, μόλις προ ολίγου, βρισκόταν η γυναίκα του, τώρα στεκόταν μια αλεπουδίτσα με ζωηρό, κατακόκκινο χρώμα. Τον κοίταξε μ' ένα βλέμμα πολύ ικετευτικό, έκανε ένα-δυο βήματα προς το μέρος του, και τότε εκείνος κατάλαβε πως τον κοιτούσε η γυναίκα του μέσα από τα μάτια του ζώου. Μπορείτε ασφαλώς να φανταστείτε τόσο τη δική του εμβροντησία, όσο και της κυρίας του, που είχε βρεθεί σ' αυτή την κατάσταση. Για μισή ώρα σχεδόν, δεν έκαναν τίποτ' άλλο απ' το να κοιτάζονται — εκείνος, άναυδος· εκείνη, να τον ρωτάει με τα μάτια της, θαρρείς και του μιλούσε: «Αχ, τι ήταν αυτό που έπαθα; Λυπήσου με, άντρα μου... Λυπήσου με, γιατί είμαι η γυναίκα σου». Αφού λοιπόν πέρασε τόση ώρα (εκείνος να την κοιτάζει και, καθώς τη γνώριζε καλά, ακόμα και σ' αυτή τη μορφή, να μη σταματάει ν' αναρωτιέται ούτε στιγμή: «Μα, είναι δυνατόν να είναι αυτή; Μήπως ονειρεύομαι;», κι εκείνη να τον εκλιπαρεί, κι ύστερα να του κάνει χαρές, σαν να 'θελε να του πει πως εκείνη ήταν στ' αλήθεια), έσμιξαν στο τέλος, κι εκείνος τη σήκωσε και την πήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη σφίχτηκε πάνω του, κούρνιασε κάτω απ' το πανωφόρι του κι έπιασε να του γλείφει το πρόσωπο, χωρίς να πάρει ποτέ τα μάτια της απ' τα δικά του. Όλη αυτή την ώρα, ο σύζυγος δεν έπαψε να γυροφέρνει το πράγμα στο μυαλό του και να την περιεργάζεται, του ήταν όμως αδύνατον να καταλάβει τι είχε συμβεί" η μόνη του παρηγοριά ήταν η ελπίδα πως αυτή η μεταμόρφωση δεν μπορούσε παρά να είναι στιγμιαία, κι ότι εκείνη δεν θ' αργούσε να ξαναγίνει η γυναίκα με την οποία είχαν ενωθεί εις σάρκα μίαν. Και επειδή ήταν πιο πολύ εραστής παρά σύζυγος, του μπήκε η ιδέα πως για όλα αυτά έφταιγε ο ίδιος, γιατί πάντα, ό,τι κακό κι αν συνέβαινε, δεν έριχνε ποτέ το φταίξιμο στη γυναίκα του, αλλά στον εαυτό του. Πέρασε έτσι κάμποση ώρα, ώσπου, στο τέλος, τα δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της κακόμοιρης της αλεπούς, κι έπιασε να κλαίει (σιωπηλά, πάντως) και να τρέμει, σαν να 'χε πυρετό. Μπροστά σ' αυτό το θέαμα, ούτε κι εκείνος μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του· κάθισε χάμω κι αναλύθηκε σε λυγμούς, για πολλή ώρα, φιλώντας την αδιάλειπτα, ακόμα και μέσα στ' αναφιλητά του, σαν να 'ταν γυναίκα, και χωρίς να νοιάζεται μέσα στη θλίψη του για το ότι φιλούσε μιαν αλεπού στο μουσούδι της. Έμειναν έτσι ώσπου έπιασε να σουρουπώνει, και τότε εκείνος αποφάσισε να συνέλθει, και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε, ήταν πως έπρεπε πάση θυσία να βρει έναν τρόπο να την μεταφέρει κρυφά στο σπίτι. Περίμενε ώσπου να σκοτεινιάσει ολότελα, έτσι ώστε να την μεταφέρει στο ίδιο της το σπίτι χωρίς να την δει κανένας, και την θυλάκωσε καλά μέσα στο πανωφόρι του, φτάνοντας στο σημείο, μέσα στο πάθος του, να σκίσει το γιλέκο και το πουκάμισο του, ώστε να την έχει όσο πιο κοντά γινόταν στην καρδιά του γιατί, όταν μας βρίσκει καμιά μεγάλη στενοχώρια, δεν συμπεριφερόμαστε σαν άντρες ή γυναίκες, αλλά σαν παιδιά που, ό,τι κακό και να τους συμβεί, βρίσκουν παρηγοριά στον κόρφο της μητέρας τους ή, αν η μητέρα δεν είναι εκεί, σφίγγονται το ένα στην αγκαλιά του άλλου.

ΓΚΑΡΝΕΤ ΝΤΕΪΒΙΝΤ