Η ΑΝΥΠΟΜΟΝΗ ΑΣΘΕΝΗΣ

Η ΑΝΥΠΟΜΟΝΗ ΑΣΘΕΝΗΣ

Συγγραφέας: ΜΑΡΤΙΝΙΑ ΡΟΛΑΝΤΟ
Μετάφραση: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόθηκε: 05/06/2015
ISBN: 978-960-8397-72-9
Σελίδες: 248

€12.40 €13.78

  Στο καλαθι βιβλια

 

«. . . ταλαντεύτηκα χρόνια ολόκληρα ανάµεσα σε δύο έρωτες (µερικές φορές ταυτόχρονους, αν και, το οµολογώ, γεµάτη ενοχές). Ο ένας, καίτοι µε εκµεταλλευόταν και δεν ήταν πάντα σωστός µαζί µου, µου παρείχε προστασία, µʼ έκανε να αισθάνοµαι µέρος του κόσµου του, ήταν έτοιµος να µε βοηθήσει όταν είχα ανάγκη, και µου επέτρεπε να νιώθω διαφορετική από τις γειτόνισσές µου. ο άλλος, ροµαντικός, λυρικός, φτωχό¬¬ς αλλά αξιοπρεπής, µε τα µαλλιά του στον αέρα και το βλέµµα στο άπειρο. Ο ένας µου πρόσφερε ένα σίγουρο αύριο κι ο άλλος ένα παραδείσιο µέλλον. Καταλαβαίνετε; Είχα συνδέσει τα ασύνδετα. τα είχα όλα.»

Αν και θα µπορούσε να φανεί χρήσιµο σε συναδέλφους και επίδοξους ψυχοθεραπευτές, αυτό εδώ δεν είναι ένα βιβλίο για ειδικούς. Η φιλοδοξία µου ήταν να συνδυάσω —όπως ο Γιάλοµ που θαυµάζω— τα δύο πράγµατα µε τα οποία ασχολούµαι όλη µου τη ζωή: την ψυχοθεραπεία και το γράψιµο. Ελπίζω, λοιπόν, και εύχοµαι, ακόµη και οι αναγνώστες που δεν έχουν καµία σχέση µε τα επαγγέλµατα Ψ, να µπορέσουν νʼ απολαύσουν αυτές τις διηγήσεις µε τον έντονο και γόνιµο τρόπο των παιδιών που περιµένουν από τους γονείς τους να τους πουν ένα παραµύθι, για να διαποτιστούν από λέξεις και εικόνες που θα τα βοηθήσουν να εµπλουτίσουν την πραγµατικότητά τους. Μακάρι να γίνει έτσι.
Ρολάντο Μαρτινιά
 

Εξιτήριο


Η σκάλα ήταν ανέκαθεν εκεί, γιατί αυτό που τώρα είναι το ιατρείο μου, κάποτε ήταν μια μικρή εσωτερική αυλή που οδηγούσε στην ταράτσα. Στο παρελθόν είχαν προσπαθήσει να την κρύψουν με διάφορους τρόπους: την κάλυπταν από πάνω και την έβαφαν στο χρώμα του τοίχου, ή τη γέμιζαν με κισσούς που τη μετέτρεπαν σʼ ένα πράγματι έξυπνο ­διακοσμητικό. Τελικά, (όπως συνήθως γίνεται αργά ή γρήγορα), το πήραν απόφαση πως «αφού βρίσκεται εδώ, άσʼ τη να βρίσκεται». Την αποκάλυψαν τελείως, την ελευθέρωσαν από τους ασυγκράτητους φυτικούς εισβολείς και της πρόσθεσαν κόκκινο χρώμα.
Δεν είναι καθόλου συνηθισμένο να βλέπει κανείς σʼ ένα τέτοιο μέρος ένα παρόμοιο αντικείμενο, ωστόσο, παρά την πασίδηλη πια παρουσία της, οι ασθενείς δεν της έδιναν μεγάλη σημασία και δεν ασχολούνταν μαζί της. πού και πού ίσως μια γρήγορη τυχαία ματιά. Κάποιοι επειδή πατούσαν για πρώτη φορά το πόδι τους σε ιατρείο ψυχοθεραπείας και δεν είχαν μέτρο σύγκρισης, κι άλλοι επειδή υπολόγιζαν ότι θα τους κόστιζε να αφιερώσουν χρόνο σʼ ένα θέμα τόσο ασήμαντο, έστω και ασυνήθιστο. Οι πιο πολλοί, πιστεύω, ούτε που την έβλεπαν, ρουφηγμένοι καθώς ήταν από τη δίνη του εσωτερικού τους κόσμου.
Έτσι είχαν τα πράγματα πολύ καιρό, μέχρι που ήρθε η Έλμπα. Ήταν μια πολύ πιεσμένη σαραντάρα που είχε χωρίσει πρόσφατα και δεν έκρυβε ότι, μεταξύ άλλων, ήθελε να έχει τον έλεγχο των πάντων. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να μην καταγράψει αρκετά νωρίς το εν λόγω αντικείμενο. Την πρώτη φορά έριξε στη σκάλα μια σύντομη ματιά, τη δεύτερη ένα πιο επίμονο βλέμμα και την τρίτη έμεινε να την παρατηρεί αργά και προσεκτικά, μέχρι που μʼ έκανε να νιώσω τη σκληράδα στα μικρά, μαύρα μάτια της — σκληράδα που μετά βίας μετρίαζαν οι χοντροί φακοί. Με ρώτησε: «Τι θέλει αυτό εκεί;»
Δύο πράγματα μου συμβαίνουν συχνά όταν δουλεύω: Πρώτον, μου βγαίνουν με αρκετή ευκολία χιουμοριστικά σχόλια, και δεύτερον, σε ορισμένες περιστάσεις αισθάνομαι μια ασυγκράτητη παρόρμηση να πω ή να κάνω κάτι που δεν θα μπορούσα να δικαιολογήσω τεχνικά ή επιστημονικά εκείνη τη στιγμή, και που μερικές φορές —μερικές μόνο φορές— μπορώ να το δικαιολογήσω μετά. Πρέπει να συνέτρεξαν και τα δύο, γιατί της απάντησα σοβαρά και πειστικά: «Είναι για το εξιτήριο. Από εκεί φεύγουν οι ασθενείς με εξιτήριο», τονίζοντας την τελευταία λέξη και συνοδεύοντάς την με μια ανοδική κίνηση του δεξιού μου χεριού. Η Έλμπα με κοίταξε διερευνητικά μερικά δευτερόλεπτα, ξανακοίταξε τη σκάλα περιεργαζόμενη την τρύπα στην οποία κατέληγε, έστρεψε πάλι το βλέμμα της σʼ εμένα και είπε: «Α!»
Μήνες ολόκληρους δουλέψαμε σκληρά με τις δυσκο­λίες της Έλμπα (αλλά και με τις δικές μου, ώσπου να μπορέσω να την καταλάβω), και δοκιμάστηκε πολύ η υπομονή και η επιμονή και των δύο. Η Έλμπα απέδειξε περισσότερες από μία φορές πως ήταν πολύ πιο έξυπνη απʼ ό,τι έδειχνε και, κυρίως, πως ήταν από τους ανθρώπους οι οποίοι, για το καλό ή για το κακό τους, προσπαθούν να ικανοποιήσουν τόσο τις δικές τους προσδοκίες όσο και των άλλων. Όλα πάνω της ήταν σκληρά και άκαμπτα — ώς και τα προτερήματά της. Αυτά τα προτερήματα άρχισαν να βγαίνουν με αργό ρυθμό στην επιφάνεια, απελευθερώνοντάς την από τους αυστηρούς φραγμούς πίσω από τους οποίους διαγράφονταν, στην αρχή, αδύναμες μόνο εκκλήσεις για ελευθερία. Όπως συμβαίνει συνήθως, το σώμα ξεκίνησε πρώτο: το πρόσωπό της χαλάρωσε σιγά σιγά κι έφτασε μερικές φορές ώς το γνήσιο χαμόγελο. άφησε την πλάτη της να πέφτει όλο και πιο πίσω στο κάθισμά της. άλλαξε τα χοντρά γυαλιά της με φακούς επαφής, και το μυαλό της, λιγότερο φοβισμένο πια, έφτασε να παίζει αυθόρμητα με αστείους συνειρμούς γύρω από τις διαφορετικές έννοιες της λέξης «επαφή». Τότε ήταν που ένιωσα ότι όλα θα πήγαιναν καλά.
Πράγματι, με υπομονή —όπως χρειάζεται— κι εμένα συνοδοιπόρο, η Έλμπα κατέγραψε σχολαστικά τους κάλους της ψυχής της κι έμαθε να τους γυαλίζει και να τους λειαίνει χωρίς να βλάπτει το κόκαλο, με τη δεξιότητα ειδικού ποδολόγου — κι όλα αυτά χωρίς να σταματήσει να εξελίσσεται.
Υπήρχαν στιγμές που θαύμαζα την απίστευτη επιμονή αυτής της γυναίκας η οποία ερχόταν αντιμέτωπη για πρώτη φορά με τον εαυτό της με τόσο αποφασιστικό τρόπο. Είναι γεγονός ότι την ημέρα που τη βοήθησα να κάνει αυτό το πρώτο βήμα εισέπραξα —σαν δώρο ακριβό— το πρώτο της γλυκό βλέμμα. Τα μάτια της, αμάθητα σε κάτι τέτοιο, για ώρα πολλή δεν μπορούσαν να σταματήσουν να βλεφαρίζουν. Γελάσαμε λίγο μαζί και τότε σκέφτηκα πως η σχέση μας άρχιζε να μπαίνει στην τελική φάση. Έτσι, λοιπόν, της το ανακοίνωσα.
Ίσως δεν δείχτηκα αρκετά εύστροφος —και δεν ήταν η πρώτη φορά— ώστε να ερμηνεύσω σωστά αυτό που έκρυβε μια αμυδρή γκριμάτσα έκπληξης. Το βέβαιο είναι ότι μετά απʼ αυτή τη συνεδρία, απουσίασε δύο συνεχόμενες φορές χωρίς να ειδοποιήσει —κάτι εντελώς ασυνήθιστο για κείνη— και μετά εμφανίστηκε σαν να μην είχε γίνει τίποτα, με εμφανή πρόθεση να είναι αυτή η τελευταία μας συνεδρία. Μιλήσαμε για πρώτη φορά ανοιχτά για το εξιτήριο, για τους λόγους που μας έκαναν να πιστεύουμε ότι είχε φτάσει η στιγμή, για όσα είχαμε πετύχει. Κι ενώ εγώ —με το στιλ της Έλμπα— άρχιζα ήδη να αισθάνομαι την «ικανοποίηση του εκτελεσθέντος καθήκοντος», είδα να επέρχεται μια αλλαγή στην ήρεμη και αναμενόμενη σκηνή, η οποία, μετά από μια σύντομη αρχική αμηχανία, με έφερε σε μια κατάσταση που μου είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω.
Θυμάμαι αμυδρά ότι σηκώθηκε, απελευθερωμένη και αποφασισμένη όσο ποτέ, κατευθύνθηκε προς τη σκάλα και κοιτάζοντάς με περίεργα είπε απαλά: «Ωραία, λοιπόν, εγώ φεύγω από εδώ… κι εσείς με συνοδεύετε…» Μέσα από τις χαραμάδες της αμηχανίας που είχε αρχίσει να δημιουργείται, εμφανίστηκαν σαν αχνιστοί θερμοπίδακες δύο αόριστες ιδέες. Η πρώτη ήταν απλώς: «… ζέσταινα φίδι στον κόρφο μου…» έτσι, με τα αποσιωπητικά και με τα όλα της, ενώ η δεύτερη είχε τη μορφή ερώτησης: «Τι έκανα; Η γυναίκα είναι τρελή κι εγώ ακόμα παραπάνω…». Αν και τώρα μου φαίνεται σαν ψέμα, στο λίγο χρόνο που μου πήρε να κάνω τα τρία βήματα ώς τη σκάλα —που κι αυτά τα έκανα σαν αυτόματο—, από το μυαλό μου πέρασαν δύο ακόμη σκέψεις: «Τι ʼναι τούτο πάλι;» και «αυτή δεν ξέρει ότι υποφέρω από ίλιγγο και δεν αλλάζω ούτε λάμπα χωρίς να κρατιέμαι από κάπου… ότι δεν βγαίνω ποτέ στο μπαλκόνι και ότι δεν θα ανέβαινα ποτέ από μόνος μου σʼ αυτό το αναθεματισμένο πράμα…».
Αρχίσαμε νʼ ανεβαίνουμε, μπρος εκείνη πίσω εγώ. Κάθε βήμα ήταν μαρτύριο για μένα, κι ενώ αναρωτιόμουν ξανά και ξανά αν έπρεπε να της πω για τον ίλιγγο και να θεωρήσουμε το θέμα λήξαν, άρχισα να νιώθω τα πρώτα συμπτώματα: κρύο ιδρώτα, τρέμουλο στα πόδια, ζαλάδα… Όσο πλησιάζαμε στη σκοτεινή τρύπα που έβγαζε στην πόρτα της ταράτσας τόσο χειροτέρευα, κι ακόμη περισσότερο όταν άρχισα να συγκρίνω τη δική μου αγκύλωση με την ευκινησία και την αποφασιστικότητα εκείνης που μέχρι χθες ήταν η υπάκουη και συνεπής ασθενής μου. Έμοιαζε με γάτα, λες και στη ζωή της δεν είχε κάνει ποτέ τίποτʼ άλλο.
Μπορεί να ακούγεται κοινότοπο, αλλά πρέπει να πω ότι τα δευτερόλεπτα εκείνα μου φάνηκαν ώρες. Αισθανόμουν συνάμα πρωταγωνιστής και θεατής μιας παράλογης ιστορίας την οποία —σαν υπνωτισμένος— δεν μπορούσα να αποτρέψω. Κι όταν πια νόμιζα ότι θα λιποθυμήσω, φτάσαμε στον προθάλαμο την ταράτσας που είχε, για καλή μου τύχη, τοίχο στις τρεις από τις τέσσερις πλευρές. Ήταν —σε αντίθεση με τη μυθολογία— μια ανάβαση στην κόλαση, αλλά είχαμε περάσει πια το καθαρτήριο, ή έτσι ήθελα να πιστεύω.
Ο προθάλαμος ήταν βυθισμένος στο απόλυτο σκοτάδι κι έτσι, με εξαίρεση τον διακεκομμένο ήχο της ανάσας μας, δεν υπήρχε τρόπος να βεβαιωθεί ο ένας για την παρουσία του άλλου. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί και ακίνητοι ώσπου να συνέλθουμε. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα με κάθε τρόπο να διακρίνω στην Έλμπα κάποιο σημάδι κούρασης ή παραίτησης, ωστόσο αυτό που αντιλαμβανόμουν σαφέστατα ήταν πως η γυναίκα, ακουμπώντας σταθερά στον τοίχο και κρατώντας με το αριστερό της χέρι την κουπαστή της σκάλας, προσπαθούσε να τραβήξει με το δεξί τον σύρτη της μικρής πόρτας που έβγαζε στην ταράτσα.
Ένας Θεός ξέρει πόσον καιρό είχε να γίνει κάτι τέτοιο. Η σκουριά και η μπογιά που με τον καιρό είχε φουσκώσει ανάμεσα στην πόρτα και την κάσα έκαναν πραγματικά αδύνατο το εγχείρημα. Μετά από λίγη ώρα άκαρπων προσπαθειών σκέφτηκα —ορκίζομαι ότι το σκέφτηκα— ότι είχε έρθει η στιγμή να πω: «Η δυσκολία είναι ανυπέρβλητη. Ας τα εγκαταλείψουμε όλα χωρίς ενοχές, ικανοποιημένοι από την προσπάθεια, κι ας θεωρήσουμε λήξασα αυτήν την παράλογη ιστορία». Βέβαια, ενώ το μυαλό μου σκεφτόταν το ένα, τα χέρια μου έκαναν το άλλο. Χωρίς να μου το ζητήσει, άρχισα να τη βοηθάω. Μπορεί να ένιωσα την επιτακτική απαίτηση των μαύρων ματιών της μέσα στο σκοτάδι ή μπορεί να ανακάλυψα ανάμεσα στους προγόνους μου τον ιππότη που κάθε άντρας κρύβει μέσα του, τον Δον Κιχώτη που θα έκανε τα πάντα για τη Δουλτσινέα του. δεν ξέρω. Το σίγουρο είναι ότι όσο έβρισκα λόγους για να τα παρατήσω, τόσο πάλευα να ξεμπλοκάρω τον αναθεματισμένο τον σύρτη που έμοιαζε να έχει σφηνώσει εκεί από την εποχή του ήρωα της Μάντσα.
Για λίγη ώρα προσπαθήσαμε εκ περιτροπής και μετά, χωρίς να πούμε λέξη, αποφασίσαμε να συνεργαστούμε. Όσο εγώ τραβούσα την πόρτα με δύναμη πάνω μου, εκείνη ταρακουνούσε τον σύρτη πασχίζοντας να τον απελευθερώσει από τη χρόνια σιδερένια φυλακή του. Το παλέψαμε τόσο πολύ, που στα μισά της ύστατης προσπάθειας ο σύρτης υποχώρησε και παρά λίγο να βρεθούμε κάτω και οι δύο. Είχε φτάσει η κρίσιμη στιγμή! Έμενε μόνο να σπρώξουμε την πορτούλα, να σκύψουμε λίγο και να βρεθούμε έξω. Φαινόταν εύκολο μετά τα προηγούμενα, στο σημείο αυτό όμως διέκρινα για πρώτη φορά στην Έλμπα ένα ίχνος δισταγμού. Σιωπηλοί και ταραγμένοι, μείναμε για λίγο αναποφάσιστοι για το ποιος από τους δύο θα έκανε το πρώτο βήμα. Τελικά ήταν εκείνη που άπλωσε το χέρι και η πόρτα άνοιξε αργά, μʼ ένα παράπονο. Κάναμε το βήμα και η νύχτα ολόκληρη απλώθηκε μπροστά μας.

Είχε πανσέληνο. Φυσούσε ένα ελαφρύ, δροσερό αεράκι που δεν το είχαμε υποψιαστεί κάτω στο ιατρείο, και τʼ αστέρια έλαμπαν κατά χιλιάδες. Αρχίσαμε να μετακινούμαστε με προσοχή κοιτάζοντας ψηλά εκστασιασμένοι, στρέφαμε όμως και χαμηλά το βλέμμα, καθώς σκοτεινοί κώνοι φαίνονταν να ʼναι σπαρμένοι εδώ κι εκει. Κώνοι, πυραμίδες, κύβοι — μια απόλυτη γεωμετρία σκιών που έπρεπε νʼ αποφύγουμε, ενώ από μακριά μας παρατηρούσαν δύο φωτεινά γατίσια μάτια που κάθε τόσο συνό­δευαν την παρουσία τους μʼ ένα ξαφνικό νιαούρισμα. Όπως συμβαίνει συνήθως, αρχίσαμε σιγά σιγά να τολμάμε περισσότερο: σκύβαμε προς τα κάτω, κατασκοπεύαμε, πισωπατούσαμε, περνούσαμε μια μεσοτοιχία, μυρίζαμε ένα τζάκι, ψαχουλεύαμε ένα παράπηγμα. Αρχίσαμε νʼ ανακαλύπτουμε μια πόλη πάνω την πόλη.
Ανακτώντας την εμπιστοσύνη μας σιγά σιγά απομακρυνθήκαμε, και ακριβώς την ώρα που, όπως φαινόταν, αρχίζαμε να νιώθουμε ταυτόχρονα την ανάγκη να πανηγυρίσουμε, εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια μας ένα είδος μικρού τεχνητού κήπου που κάποιοι είχαν μόλις εγκαταλείψει, κρίνοντας από το τραπέζι, το άδειο μπουκάλι, τα δύο ποτήρια και τις δύο καρέκλες που ήταν αφημένες εκεί λες και μας περίμεναν. Πήρα από το χέρι τη συνοδό μου και με μια ιπποτική χειρονομία την κάλεσα να καθίσει. Εκείνη με ευχαρίστησε με μια χαριτωμένη κλίση του κεφαλιού και αφού πήρα θέση απέναντί της πιάσαμε τα ποτήρια, τα σηκώσαμε και με επίσημες κινήσεις τα τσουγκρίσαμε. Πέρασαν κάποια λεπτά όπου τα πάντα είχαν σταματήσει, και μετά βλέπω την Έλμπα να συνέρχεται, να τεντώνεται με μια κομψή πριγκιπική κίνηση και νʼ αρχίζει σιγά-σιγά να απομακρύνεται από μένα. Εγώ θέλω να μιλήσω αλλά δεν μπορώ. καταφέρνω μόνο να σηκώσω το χέρι μου. Εκείνη γυρίζει και κουνάει το δικό της ενώ το φεγγάρι φωτίζει το πρόσωπό της, και φεύγει…

Γνωρίζω ότι σύμφωνα με τη άποψη κάποιων συνάδελφων αυτό είναι ένα όνειρο. Δικό της, ή δικό μου. Ή δικό μου σχετικά μʼ ένα δικό της. Ή πολλαπλά αντίστροφα. Δεν ξέρω, αλλά είναι φορές που νιώθω πως το ταξίδι συνεχίζεται. πως ακόμη εξερευνούμε εκείνα τα μυστηριώδη οράματα υπερπηδώντας —σχεδόν στα τυφλά— την αμέτρητη σαβούρα που φυλάει ο κόσμος στις ταράτσες. πως συνεχίζουμε ανεξάρτητα από τα δικά μας ερωτηματικά, αψηφώντας τις ριπές του ανέμου που σαρώνει τις ταράτσες, και τη βροχή που πλημμυρίζει τους δρόμους και τους μετατρέπει σε μια παράξενη θάλασσα που παρατηρούμε από ψηλά, σαν από το κατάστρωμα του Τιτανικού, νωχελικά, με το ποτήρι στο χέρι, απαλλαγμένοι από το φόβο. Νιώθω πως συνεχίζουμε να βλέπουμε τις δύο όψεις του φεγγαριού. Νιώθω πως συνεχίζουμε. Και πως αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ.
 

ΜΑΡΤΙΝΙΑ ΡΟΛΑΝΤΟ