ΕΝΑ ΤΡΑΜ ΣΤΗ ΛΙΣΑΒΟΝΑ

ΕΝΑ ΤΡΑΜ ΣΤΗ ΛΙΣΑΒΟΝΑ

Συγγραφέας: ΛΕ ΤΕΛΙΕ ΕΡΒΕ
Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Εκδόθηκε: 11/12/2014
ISBN: 978-960-8397-68-2
Σελίδες: 248

€14.31 €15.90

  Στο καλαθι βιβλια

 

«Άνοιξα την πόρτα της σουίτας. Ο Αντόνιο δεν είχε κλείσει τις δίφυλλες πόρτες ανάµεσα στα σαλόνια µας, κι είδα µια σχισµή φως κάτω από την πόρτα της κάµαράς του. Έκανα ένα βήµα µέσα στο σκοτεινό δωµάτιο κι έκλεισα σιγά την πόρτα πίσω µου. Είδα το σακάκι πάνω στην πολυθρόνα, πήρα το πορτοφόλι και ξανάβαλα τη φωτογραφία στη θέση της και το σακάκι στην πολυθρόνα. Και τότε, ακούω:
Το τρίξιµο του κρεβατιού, τη ζωική και ρυθµική οιµωγή του σοµιέ, τη φωνή µιας γυναίκας που µου είναι άγνωστη, τη φωνή της Ιρέν, µια φωνή που βογκάει, που πνίγει µια κραυγή αλλά µετά δεν µπορεί να την κρατήσει άλλο µέσα της, σαν κραυγή πόνου, κι ύστερα µια µπάσα ανδρική φωνή, αγνώριστη, που ψιθυρίζει τεράστιες λέξεις, λέξεις των στιγµών εκείνων που κανείς ποτέ δε θα 'πρεπε ν' ακούει, που ούτε µπορώ να τις µεταγράψω εδώ.
Μένω εκεί, όρθιος, άλαλος, κεραυνοβοληµένος, είµαι ο φαντάρος που τρεκλίζει, ακόµα όρθιος, ο φαντάρος που τον έχει ξεκοιλιάσει µια οβίδα, που δεν έχει καταλάβει ακόµα πως είναι  νεκρός.»
 
Το «W» είναι μία γραμμή τραμ στη Λισαβόνα που έπαιρνε ο Αντόνιο όταν ήταν παιδί για να πάει στο σχολείο. Μετά από δέκα χρόνια απουσίας, ο Αντόνιο επιστρέφει στη Λισαβόνα ως φωτογράφος και συναντά τον Βενσάν με το οποίον θα συνεργαστεί για ένα άρθρο της εφημερίδας στην οποία εργάζονται και οι δύο. Όταν ήταν ακόμα παιδί, ο Αντόνιο είχε συναντήσει ένα κορίτσι, την Πάτα, με την οποία είχε ζήσει τον μυθικό και αμάραντο έρωτα της πρώτης του νιότης, ένα όνειρο που κατέρρευσε, θύμα των πραγματικών συνθηκών της ζωής.
Ο Βενσάν, για τους δικούς του κρυφούς λόγους, θέλει να ξαναβρεί την Πάτα, να γιατρέψει την ανοιχτή πληγή στην ψυχή του Αντόνιο κι έτσι να μπορέσει να κλείσει και τις δικές του ερωτικές πληγές. Αν όμως τα τραμ κινούνται πάνω σε ράγες, οι ζωές των ανθρώπων συνηθίζουν να εκτροχιάζονται και να παίρνουν αναπάντεχη τροπή...
Ένα βιβλίο που ξαφνιάζει με την απολύτως καλοζυγισμένη δοσολογία των συστατικών του. Ένα «ευτυχισμένο μυθιστόρημα» και μια καλοστημένη μηχανή αφήγησης από έναν δοκιμασμένο σύγχρονο στυλίστα.

ΔΙΚΗΝ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
 
 
Κατευθυνόμασταν στη Ρόσιο3 μέσα σʼ ένα ταξί λαδί, πράσινο και μαύρο, μια παμπάλαιη Mercedes 220, μία από εκείνες τις μπερλίνες της δεκαετίας τού 1960. Ήταν καλοκαίρι ακόμα, αλλά έπεφτε μια βροχή γκρίζα και ατλαντική, κι ο ουρανός ήταν μολυβής. Το τοπίο δε θύμιζε καθόλου Λισαβόνα,4 αλλά δεν έχει και πολλή σημασία. Το νερό κυλούσε στο τζάμι, κι ο Αντόνιο κοίταζε την πόλη χωρίς το βλέμμα του να μένει πουθενά. Έδειχνε διαφανής, παρών-απών, σαν υδατογράφημα.
Καθώς το ταξί έκοβε ταχύτητα για να μπει στην Πλατεία Εντουάρντο Ζ΄, ο Αντόνιο έβγαλε απʼ την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα, άναψε ένα σπίρτο, τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά απʼ το τσιγάρο βαθουλώνοντας τα μάγουλά του και κατέβασε το τζάμι για να εκπνεύσει τον καπνό, που αμέσως του τον άρπαξε η ταχύτητα. Αυτές τις ασήμαντες, σχεδόν στερεότυπες λεπτομέρειες τις αναφέρω γιατί μου έχουν εντυπωθεί, μαζί με την αποπνικτική μυρωδιά του θείου και του καπνού.
Ήταν θαρρείς και ο χρόνος είχε παραμερίσει, αφήνοντας ένα κενό τόσο λεπτό όσο μια ραγισματιά στο βερνίκι πορσελάνης. Ένιωσα κάτι που μου ήταν ξένο. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το διατυπώσω: δίπλα μου, πάνω στο σκασμένο δέρμα τού καθίσματος, δεν έβλεπα πια έναν τριαντάχρονο άνδρα με σάρκα και οστά, αλλά το χαρακτήρα ενός μυθιστορήματος.
Εκείνο το βράδυ, αποφάσισα να το γράψω αυτό το μυθιστόρημα. Δεν είχα τίποτα στο νου μου, δεν είχα πλοκή, αλλά αυτό δεν με αποθάρρυνε. Κι όπως δεν είχα ούτε κανέναν μίτο της Αριάδνης, έβγαλα απʼ την τσάντα μου το μεγάλο μου μαύρο καρνέ Le Dauphin και σημείωσα αυτές τις λίγες φράσεις, σε χρόνο παρελθόντα και σʼ αυτήν ακριβώς τη φόρμα από την οποία δεν έμελλε νʼ αλλάξω απολύτως τίποτα.
Μπορεί κανείς να υποπτευθεί ένα κόλπο, κάποιο φτηνό συγγραφικό τερτίπι, αλλά θα κάνει λάθος: ο Αντόνιο Φλόρες δεν ήταν σίγουρα κανένα εξαιρετικό άτομο, συναρπαστικό, με μια λέξη μυθιστορηματικό. Η εξωτερική του εμφάνιση δεν είχε τίποτα το ξεχωριστό, ακόμα κι αν τα μαλλιά του, καστανά και κατσαρά σχεδόν, έτειναν προς το κόκκινο. Είχε μαύρα μάτια, παμπόνηρα χωρίς να είναι ειρωνικά, και δύο κάθετες ρυτίδες που χαράκωναν το μέτωπό του μέχρι τα πυκνά του φρύδια και σου ʼδιναν την εντύπωση του ανθρώπου που είναι πάντα εγρήγορος. Τα πόδια του μου φαίνονταν πολύ κοντά, και θεωρούσα ότι, καθιστός, ήταν πολύ πιο κομψός απʼ ό,τι όρθιος. Αν χρειαζόταν να βαδίσει γρήγορα, ένα παιδικό τραύμα τον έκανε να κουτσαίνει. Ωστόσο, ήταν αναμφισβήτητα γοητευτικός κι είχε έναν δικό του τρόπο να καταλαμβάνει το χώρο: αυτό που λέμε μαγνητισμό.
Επίσης, ο Αντόνιο Φλόρες δεν ήταν διόλου προβλέψιμος. Ποτέ, καμία μέρα απʼ τις εννέα που ήμουν μαζί του, δεν κατάφερα να προηγηθώ ούτε κατά ένα κόμμα των φράσεων που αναδύονταν με την παρουσία του. Ποτέ, μέχρι την πτώση, δεν μπόρεσα να προβλέψω προς τα πού με παρέσερνε. Ούτε ο ίδιος είχε καμία επίγνωση αυτού του χαρίσματος. Κάθε του κίνηση συντελούνταν μέσα σε μιαν αόρατη αρμονία, κάποιες σιωπές του επέβαλλαν κατάπαυση κάθε συζήτησης.
Εδώ, λοιπόν, αρχίζει το μυθιστόρημα. Το ξαναδούλεψα —ελάχιστα, πάντως— όταν το πληκτρολογούσα. Άλλαξα κάποιες εκφράσεις, γιατί δεν έβρισκα πια μέσα τους την ακριβή αίσθηση της στιγμής όπου είχαν γεννηθεί. Βρισκόμαστε στο 1985, πάνω από είκοσι έξι χρόνια πριν. Εκείνη την εποχή, δε θέλησα να το προτείνω σε εκδότη. Ωστόσο, του είχα δώσει έναν τίτλο και, ακόμα και σήμερα το πρωί, ενόσω αργεί να ξημερώσει,εξακολουθεί να τιτλοφορείται Electrico W, από το όνομα μιας γραμμής τραμ στη Λισαβόνα.5 Είναι, όμως, ένας τίτλος προσωρινός από πολύ παλιά.
Πρόσθεσα αυτήν εδώ την παράγραφο, γιατί, κατά τον υπολογιστή μου, το χειρόγραφο περιλάμβανε 52.122 λέξεις. Ήθελα, ο αριθμός αυτός να είναι πρώτος. Πείτε το δεισιδαιμονία. Οπότε, πρόσθεσα ένα επίθετο εδώ, ένα επίρρημα πιο κάτω, ούτε ξέρω πια πού. Και στο σημείο αυτό, το καρνέ ξαναρχίζει.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ
 
ΑΝΤΟΝΙΟ
 
 
 
 
Την ώρα που μπαίναμε στη Ρόσιο από τη Λεωφόρο Λιμπερτάντε, είχε σταματήσει να βρέχει, και η Mercedes μάς άφησε έξω από ένα μπιστρό. Οι καρέκλες ήταν μούσκεμα, το ίδιο και το τραπέζι, κι εμείς, χωρίς να το προσέξουμε, ακουμπήσαμε τις βαλίτσες μας σε νερόλακκους. Ο σερβιτόρος, καθώς έπαιρνε την παραγγελία μας, τις κοίταξε μʼ ένα βλέμμα που μου φάνηκε ανήσυχο, αλλά μπορεί και να ʼταν εντελώς αδιάφορο.
Ο Αντόνιο κι εγώ δεν είχαμε ξανασυνεργαστεί, αλλά είχαμε διασταυρωθεί αρκετές φορές. Οι φωτογραφίες του είχαν πλαισιώσει την έρευνά μου για τους γκαριμπέιρο,6 εκείνους τους αχρείους χρυσοθήρες της Λεκάνης του Ορενόκου, ενώ εγώ είχα γράψει το κείμενο που συνόδευε το φωτορεπορτάζ του στην Μποτσουάνα για τις φυλές τού Δέλτα τού Οκαβάνγκο. Όταν αποφάσισε να επιστρέψει στη Λισαβόνα γιʼ αυτά τα συγκεκριμένα ρεπορτάζ, πρότεινε εμένα στον αρχισυντάκτη. Νόμιζε ότι έμενα ακόμα στο Παρίσι, κι όταν έμαθε ότι είχα γίνει ανταποκριτής της εφημερίδας στην Πορτογαλία, είπε αυτή την παράξενη κουβέντα που μου τη μετέφεραν: «Το ʼξερα ότι ήταν γραφτό του να περάσει απʼ την Πορτογαλία».
Δεν είχα πολλούς μήνες στη Λισαβόνα. Ήθελα να φύγω απʼ το Παρίσι, να μην κινδυνεύω συνεχώς να πέσω πάνω στην Ιρέν στους διαδρόμους της σύνταξης, να γιάνω τον παράλογο έρωτά μου γιʼ αυτή την κοπέλα με το παλιομοδίτικο όνομα που δεν με ήθελε. Την απόφαση την πήρα μετά το θάνατο του πατέρα μου ή, μάλλον, γιατί να μην πω τη λέξη, μετά την αυτοκτονία του. Ο αδελφός μου κι εγώ πουλήσαμε το διαμέρισμα της οδού Λεκούρμπ, και με το ποσό που μου αναλογούσε αποφάσισα νʼ αγοράσω ένα δυάρι στο Καστέλο ή στη Σάντα Ζούστα όπου είχε γεννηθεί η μητέρα μου κι όπου, παιδί, είχα περάσει κάποιες διακοπές. Στο μεταξύ, είχα νοικιάσει μια γκαρσονιέρα στο Σάο Πάουλο,7 πολύ κοντά στο εμπορικό λιμάνι. Ήταν ένα τεράστιο δωμάτιο χωρίς πολλές ανέσεις, αλλά φρεσκοσοβατισμένο και ηλιόλουστο, στο τελευταίο πάτωμα ενός τριώροφου κτιρίου. Αυτό που κυρίως με είχε γοητεύσει, ήταν η θέα. Απʼ το ένα παράθυρο έβλεπες από κάτω σου τις στέγες. απʼ το άλλο, τον Τάγο. Το κρεβάτι ήταν καινούργιο και φαρδύ, υπήρχε και τηλέφωνο. Είχε μια μικρή ανοιχτή κουζίνα κι ένα λουτρό με ντους, αλλά η τουαλέτα ήταν στον κοινόχρηστο διάδρομο. «Για τα σημαντικά...» είχε διευκρινίσει η ιδιοκτήτρια, κι ύστερα, δείχνοντας το νεροχύτη, χαχάνισε: «Για όλα τʼ άλλα, όμως... ε;». Ένα ψυγείο και δύο ηλεκτρικά «μάτια» δικαίωναν κατά την άποψή της το χαρακτηρισμό «στούντιο». Η μηχανή του ψυγείου έκανε περισσότερο θόρυβο κι από μια πρέσα εργοστασίου, και γρήγορα αναγκάστηκα να το βγάζω από την πρίζα πριν πέσω να κοιμηθώ.
Στον τοίχο είχα κρεμάσει το μοναδικό μου κάδρο, που δεν ήταν παρά ένας χάρτης του Δέλτα τού Οκαβάνγκο, κιτρινισμένος και τσαλακωμένος, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Σε μια μισότυφλη γωνία εγκατέστησα το γραφείο μου. Πάνω του έβαλα ένα φαξ κι εκείνον τον κυβικό υπολογιστή με τη μικρή μαυρόασπρη οθόνη που, τότε, δεν μπορούσα να προβλέψω τη μακροζωία του. Καθισμένος εκεί, έβλεπα τις αποβάθρες από το δεξί παράθυρο. Τις άγρυπνες νύχτες (εδώ που τα λέμε, σχεδόν κάθε νύχτα), ο ρόγχος απʼ τις αποβάθρες μου χάριζε ανακούφιση. Άφηνα ανοιχτό το ένα φύλλο, άκουγα τα γρυλίσματα των ντιζελομηχανών και των βενζινοκίνητων αντλιών, τις φωνές και τα γέλια των εργατών. Καμιά φορά, σηκωνόμουν πριν χαράξει και πήγαινα να περπατήσω μες στην ατσάλινη θλίψη που ανέδιδαν οι γερανοί και οι κυλιόμενες γέφυρες. Η ζωή στα έγκατα ενός λιμανιού μού φαινόταν ταυτόχρονα νοσταλγική και καθησυχαστική, όπως κάτι αγγλικοί πίνακες με βιομηχανικά τοπία, φτιαγμένοι όλοι με γκρίζα και μπλε. Και η Λισαβόνα, αυτή η πρωτεύουσα που ανοιγόταν στους ωκεανούς, μου έδινε την εντύπωση ενός κράματος εξωτισμού και πολιτισμού.
Για το επικείμενο φθινόπωρο, είχα βάλει δύο στόχους: να τελειώσω ένα μυθιστόρημα για τον Πεσέ ντʼ Ερμπενβίλ απʼ το οποίο δεν είχα γράψει παρά ελάχιστες σελίδες και για το οποίο είχα διαλέξει τίτλο: Το ξέφωτο. και μετά, να μεταφράσω τo Contos aquosos8 του Ζάιμε Μοντεστρέλα,9 αυτή τη συλλογή μπαρόκ ιστοριών που είχε ως υπότιτλο Atlas inutilis.10 Ο Μοντεστρέλα ήταν κάθε άλλο παρά γνωστός συγγραφέας, αλλά σʼ ένα παλαιοβιβλιοπωλείο της Αλφάμας11 είχα πέσει πάνω σʼ ένα αντίτυπο αυτών των Contos, και το μαύρο χιούμορ τους με συνεπήρε αμέσως. Ο τόμος ήταν ογκώδης, κι ωστόσο δεν ήταν παρά σύντομες ιστο­ρίες, ειρωνικές και φανταστικές, που ο σαρκασμός τους θύμιζε Μαξ Άουμπ12 ή Ρολάν Τοπόρ.13 Ήταν πάνω από χίλιες, κι εγώ είχα ήδη μεταφράσει καμιά εκατοστή. Ιδού η πρώτη που είχα διαβάσει τη μέρα όπου, κατά τύχην, πρωτάνοιξα το βιβλίο. Αποδίδει χαρακτηριστικά το πνευματώδες ύφος τού Μοντεστρέλα:
«Πολλούς αιώνες πριν, οι Μογγόλοι της φυλής Ούτσι λάτρευαν έναν έφηβο, τον Οχίσα, ο οποίος, με το που μπήκε στην εφηβεία, σταμάτησε να μεγαλώνει. Μαγεμένοι απʼ το φαινόμενο, τον έκαναν αμέσως αρχηγό τους. Ο νεαρός, πάντως, πέθανε σε ηλικία εβδομήντα τριών ετών. Ο θρύλος για τον Οχίσα τελειώνει ως εξής: “Μέσα στο σάβανό του, ήταν φτυστός ο εαυτός του. Όλα εκείνα τα χρόνια, μόνο το σώμα του είχε γεράσει τρομερά”».
Είχα προχωρήσει πολύ λίγο σʼ αυτή τη μετάφραση, όταν μου τηλεφώνησε ο Αντόνιο Φλόρες. Μου ζήτησε να συγκατοικήσουμε για καμιά δεκαπενταριά μέρες, όσο θα διαρκούσε η δίκη Πινιέιρο, κι εγώ χάρηκα που μου δινόταν η ευκαιρία να βάλω τέλος στη μοναξιά μου. Πάντως, δεν άφησα την καμαρούλα μου που την είχα συνηθίσει. Ο Αντόνιο είχε κλείσει ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης, στην οδό Πριμέιρο ντε Ντεζέμπρο. Ήταν ακριβούτσικο, αλλά πλήρωνε η εφημερίδα.
Το Ξενοδοχείο Pallazo Meiras, ταυτόχρονα πολυκαιρινό και πολυτελές, χρονολογούνταν στις αρχές του 20ού αιώνα. Κάποτε πρέπει να ήταν εντυπωσιακό, αλλά η ανακαίνιση το είχε καταντήσει ένα απʼ αυτά τα διεθνή αγκυροβόλια όπου δεν αισθάνεσαι ποτέ σαν στο σπίτι σου, όπου δεν έχεις καν όρεξη νʼ ανοίξεις τις βαλίτσες σου. Διασχίζοντας το κατώφλι του, είχα την εντύπωση ότι επιβιβαζόμουν σʼ ένα καράβι που είχε εξοκείλει στο κέντρο της πόλης, ένα υπερωκεάνιο από ροζ μάρμαρο και γκρίζα πέτρα. Το προσωπικό δεν έδειχνε ιδιαίτερο ζήλο και σου μετέδιδε την πλήξη του. Η κεντρική είσοδος, φορτωμένη κουρτίνες με μαύρες και άσπρες ρίγες, έβγαζε σʼ ένα μικρό πλακόστρωτο προαύλιο. Σʼ αυτό το μακάβριο ντεκόρ, ο πορτιέρης, παρά την κόκκινη στολή του, θύμιζε «κοράκι» που περιμένει να σηκώσει το φέρετρο.
Ο Αντόνιο είχε κλείσει δύο σουίτες στον τρίτο όροφο. Οι σουίτες ήταν ολόιδια και συμμετρικά διαρρυθμισμένες, και τα δύο σαλόνια επικοινωνούσαν με μια βαριά δίφυλλη πόρτα. Όταν τα φύλλα αυτά ήταν ανοιχτά, τα δύο σαλόνια γίνονταν ένα, μεγάλο, και τα δύο υπνοδωμάτια ήταν το ένα απέναντι του άλλου. Με το που μπήκαμε, ο Αντόνιο τοποθέτησε τα σύνεργά του πάνω σʼ ένα μεγάλο γραφείο από σκαλιστή δρυ, κι εγώ τα ντοσιέ μου πάνω στο δίδυμο αδελφάκι του. Το καφετί δέρμα στις πολυθρόνες club ταίριαζε με την ψάθα στις δύο καρέκλες ρουστίκ, τα μπαλκόνια έδιναν στην Πλατεία Ρεσταουραντόρες, κι αν δεν άνοιγες τα παράθυρα, ο θόρυβος ήταν ανεκτός.
Δέκα χρόνια είχε να έρθει ο Αντόνιο στη Λισαβόνα. Είχε αγοράσει πρόσφατα ένα μικροσκοπικό δυάρι στην παλιά Μπελβίλ,14 και ήξερα ότι είχε ζήσει και στο Ρίο, καθώς και κάποιους μήνες στο Σόχο του Λονδίνου. Είχε κάνει όνομα στον μικρόκοσμο των πολεμικών φωτορεπόρτερ.
Στο ταξί που μας είχε πάρει από το αεροδρόμιο, τον ρώτησα γιατί τόσο μεγάλη απουσία, κι εκείνος μου είπε μόνο: «Γυναικοδουλειές». Δεν ξαναείπαμε τίποτα, και μετάνιωσα που είχα δειχτεί τόσο περίεργος. Το πρώτο βράδυ, όμως, σε μια τάσκα15 του λιμανιού όπου πίναμε ένα τελευταίο ποτηράκι μπαγκάσο,16 άρχισε να μιλάει, σε μικρές δόσεις, θαρρείς και η μία ανάμνηση έφερνε την άλλη. Απʼ τη συγκίνηση στη φωνή του και την αταξία στην εξομολόγησή του κατάλαβα ότι δεν το είχε ξανακάνει αυτό κι ότι, αν μπορούσε να το κάνει τώρα, επιτέλους, ήταν γιατί του ήμουν ξένος. Δεν τον διέκοψα.
 

 

ΛΕ ΤΕΛΙΕ ΕΡΒΕ