Η ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΗ ΤΗΣ ΟΣΤΑΝΔΗΣ

Η ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΗ ΤΗΣ ΟΣΤΑΝΔΗΣ

Συγγραφέας: ΣΜΙΤ ΕΡΙΚ-ΕΜΑΝΟΥΕΛ
Μετάφραση: ΣΟΦΙΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόθηκε: 03/12/2014
ISBN: 978-960-8397-69-9
Σελίδες: 256

€15.26 €16.96

  Στο καλαθι βιβλια

 «Ο σκύλος µου, καταλαβαίνοντας πως θα κρατούσε ώρα  ο περίπατος, ξετρύπωσε ένα παλιό παιχνίδι για να διασκεδάσει µαζί µου. Πήδηξε προς έναν αµµόλοφο όπου είχα ρίξει το αντικείµενο, οπισθοχώρησε ξαφνικά λες και τον είχαν τσιµπήσει, κι άρχισε να γαβγίζει.

Μάταια προσπάθησα να τον ηρεµήσω, έλεγξα από κάτω τα ποδαράκια του για να δω αν τον είχε δαγκώσει κάποιο άλλο ζωάκι, κι ύστερα, αψηφώντας τον φανερά, πήγα να µαζέψω µόνη µου την µπάλα.
Ένας άντρας ξεπρόβαλε από τους θάµνους.
Ήταν γυµνός.
Βλέποντας την έκπληξή µου, ξερίζωσε µε το δυνατό του χέρι µια αγκαλιά χορτάρια και την τοποθέτησε µπροστά στο φύλο του.
 «Δεσποινίς, σας παρακαλώ, µη µε φοβάστε.»
Καµία σχέση µε φόβο, εντελώς άλλο πράγµα σκεφτόµουν. Τον έβρισκα τόσο δυνατό, τόσο ανδροπρεπή, τόσο έντονα επιθυµητό, που µου είχε κοπεί η ανάσα.
 
«Η ονειροπαρμένη της Οστάνδης», «Τέλειο έγκλημα», «Η γιατρειά», «Διαβάζοντας σκουπίδια», «Η γυναίκα με την ανθοδέσμη». Πέντε νουβέλες και ισάριθμα πορτέτα φαινομενικά καθημερινών ανθρώπων, που μεταμορφώνονται σε μοναδικούς μυθιστορηματικούς ήρωες. Παίζοντας αριστοτεχνικά με όλα τα είδη αφήγησης, από το αισθηματικό ρομάντσο μέχρι το αστυνομικό θρίλερ, ο Ε.Ε. Σμιτ ξεδιπλώνει μπροστά στον αναγνώστη του τα συναισθήματα που διατρέχουν όλο του το έργο: τον έρωτα, το πάθος, τον ρομαντισμό, την αμφιβολία, την περιέργεια, την αφοσίωση... μετατρέποντας τις (εκ πρώτης όψεως) απλές ιστορίες του σε οικουμενικές και διαχρονικές φιλοσοφικές αναζητήσεις.
 
 

Σχετικά με την Έμμα Βαν Α., δε νομίζω να γνώρισα ποτέ άνθρωπο που να αποδείχτηκε περισσότερο διαφορετικός από εκείνο που άφηνε να φανεί αρχικά.
Στην πρώτη συνάντηση έβγαζε προς τα έξω μια γυναίκα εύθραυστη, διακριτική, χωρίς βάθος και λέγειν — τόσο συνηθισμένη, που θα την έλεγες ταγμένη στην αφάνεια. Κι όμως, καθώς κάποτε άγγιξα την αλήθεια της, ξέρω πως δε θα πάψει ποτέ να με στοιχειώνει: μυστηριώδης, αγέρωχη, σπινθηροβόλα, παράδοξη, ανεξάντλητη, πέτυχε να με μπλέξει για πάντα στα πλοκάμια της γοητείας της. 
Κάποιες γυναίκες είναι καταπακτές μες στις οποίες πέφτουμε. Καμιά φορά, παγίδες απʼ όπου δε θέλουμε να βγούμε. Η Έμμα Βαν Α. με κρατάει όμηρο. 
 
Όλα άρχισαν έναν διστακτικό, κρύο ακόμα Μάρτη στην Οστάνδη. 
Πάντοτε ονειρευόμουν την Οστάνδη. 
Στα ταξίδια, τα ονόματα με έλκουν πριν από τους τόπους. Ψηλότερες κι από καμπαναριά, οι λέξεις ακούγονται από απόσταση, διακριτές από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στέλνοντας τους ήχους που πυροδοτούν τις εικόνες. 
Οστάνδη...
Σύμφωνα και φωνήεντα φτιάχνουν ένα σχέδιο, υψώνουν τοίχους, ορίζουν την ατμόσφαιρα. Όταν η κωμόπολη φέρει το όνομα ενός αγίου, η φαντασία μου τη χτίζει γύρω από μια εκκλησία. όταν το τοπωνύμιο θυμίζει δάσος —Μπουαφόρ— ή κάμπο —Σαμπινί—, τότε το πράσινο πλημμυρίζει τα δρομάκια. όταν απεικονίζει υλικό —Πιερφόν—, τότε το μυαλό μου ξύνει τους σοβάδες κι αποθεώνει την πέτρα. κι όταν θυμίζει κάποιο θαύμα —Ντιελεφί—, τότε φαντάζομαι μια πολιτεία σε απόκρημνη κορυφή να δεσπόζει στην ύπαιθρο. 
Όταν πηγαίνω σε μια πόλη συναντιέμαι πρώτα με τʼ όνομά της. Πάντοτε ονειρευόμουν την Οστάνδη. 
Θα μπορούσα να είχα αρκεστεί στο όνειρο και να μην την είχα επισκεφτεί, αν δε με πετούσε στους πέντε δρόμους ο χωρισμός. Να φύγω! Να εγκαταλείψω το Παρίσι που από παντού έσταζε αναμνήσεις ενός έρωτα που δεν υπήρχε πια. Γρήγορα, νʼ αλλάξω κλίμα, παραστάσεις... 
Ο Βορράς μου φάνηκε μια διέξοδος, γιατί ποτέ δεν είχαμε πάει εκεί μαζί. Ξεδιπλώνοντας κάποιο χάρτη, μαγνητίστηκα ευθύς από τα εφτά γράμματα που ήταν γραμμένα πάνω στο γαλάζιο της Βόρειας θάλασσας: Οστάνδη. Δεν ήταν μόνο η χροιά της που με αιχμαλώτιζε, αλλά και η ανάμνηση μιας φίλης που ήξερε κάποια καλή πανσιόν. Μερικά τηλεφωνήματα και η υπόθεση τακτοποιήθηκε, η θέση μου στην πανσιόν κρατήθηκε, και με τις αποσκευές στοιβαγμένες στο αυτοκίνητο κατευθυνόμουν στην Οστάνδη, λες κι εκεί θα με περίμενε το πεπρωμένο μου. 
Καθώς η λέξη άρχιζε με το «ο» της πρώτης έκπληξης, κι ύστερα γλύκαινε με ένα «σ», στάθηκε προάγγελος της έκστασής μου μπροστά σε μιαν απέραντη παραλία με λεία αστραφτερή άμμο... Επειδή άκουγα «-τʼ άνθη» κι όχι «-τάνδη», ζωγράφιζα τους δρόμους με απαλά χρώματα κάτω από έναν γαλήνιο ουρανό. Κι επειδή τα ελάχιστα ολλανδικά μου μου έλεγαν οτι ήταν μια «πόλη στη δύση», επινοούσα σπίτια συγκεντρωμένα απέναντι στη θάλασσα, ροδοκοκκινισμένα από το αέναο ηλιοβασίλεμα. 
Έφτασα νύχτα και δεν ήξερα και πολύ τι να σκεφτώ. Αν και μέχρις ενός σημείου η πραγματικότητα της Οστάνδης ταίριαζε με το όνειρο που είχα χτίσει γιʼ αυτήν, από πίσω κρύβονταν πολλές άγριες διαψεύσεις: μπορεί να ήταν πράγματι χτισμένη στην άκρη του κόσμου —στη Φλάνδρα—, μπορεί να υψωνόταν ανάμεσα στη θάλασσα των κυμάτων και τη θάλασσα των κάμπων, μπορεί να πρόσφερε εκτενή παραλία και νοσταλγική προκυμαία, φανέρωνε όμως επίσης και το πώς είχαν αλλοιώσει οι Βέλγοι την ακτή τους για να την ανοίξουν, υποτίθεται, στο ευρύ κοινό. Οριζόντια παραλληλεπίπεδα οι πολυκατοικίες, ψηλότερες και από υπερωκεάνια, κατοικίες χωρίς γούστο και χαρακτήρα, που απηχούσαν στην κτηματομεσιτική κερδοφορία. ανακάλυψα ένα οικιστικό χάος, καθρέφτη της πλεονεξίας των επιχειρηματιών, οι οποίοι προσπαθούσαν να αρπάξουν το χρήμα της μεσαίας τάξης κατά τη διάρκεια των πληρωμένων διακοπών της. 
Ευτυχώς, η κατοικία που είχα νοικιάσει ήταν απομεινάρι του 19ου αιώνα, μια έπαυλη χτισμένη στην εποχή του Λεοπόλδου Β΄, του «βασιλιά-οικοδομητή.» Τετριμμένη στην εποχή της, σήμερα είχε γίνει ξεχωριστή. Ανάμεσα σε πρόσφατες πολυκατοικίες που ενσάρκωναν τον μηδενικό βαθμό γεωμετρικής έμπνευσης, απλά παραλληλεπίπεδα χωρισμένα σε πατώματα, πατώματα κομμένα σε διαμερίσματα, διαμερίσματα φιμωμένα από φριχτά παράθυρα με τζάμια φιμέ, όλα συμμετρικά και τόσο ορθολογικά που ακόμα κι ένας ορθολογιστής θα μπούχτιζε και θα βαριόταν, η μοναχική έπαυλη μαρτυρούσε μια κάποια αρχιτεκτονική βούληση. είχε στολιστεί με την άνεσή της, ποικίλλοντας σε όγκο και σε ρυθμό τα ανοίγματά της, προτάσσοντας εδώ ένα μπαλκόνι ή έναν εξώστη, εκεί μια σέρα κλειστή με τζαμαρία, τολμώντας να επιδείξει ψηλά, κοντά, μέτρια ή ακόμα και γωνιακά παράθυρα, και ξαφνικά, ­διασκεδάζοντας σαν γυναίκα που ζωγραφίζει στο μέτωπο ελιά, να κοτσάρει κι έναν φεγγίτη στο πλάι της στέγης. 
Μου άνοιξε μια πενηντάχρονη κοκκινομάλλα με φαρδύ, βλογιοκομμένο πρόσωπο.
«Τι θέλεις;» 
«Είναι εδώ το σπίτι της κυρίας Έμμα Βαν Α.;» 
«Ναι, είναι» μούγκρισε με βαριά φλαμανδική προφορά που τόνιζε την άγρια όψη της. 
«Έχω νοικιάσει τον πρώτο σας όροφο για δεκαπέντε μέρες. Η φίλη μου από τις Βρυξέλλες θα πρέπει να σας έχει ειδοποιήσει.»
«Μα ναι, γεια σου! Σε περιμέναμε! Ειδοποιώ τη θεία μου. Μπες, πέρνα μέσα, μπες ντε.» 
Μου άρπαξε τις βαλίτσες με τα τραχιά της χέρια, τις ακούμπησε στον προθάλαμο και μʼ έσπρωξε προς το σαλόνι με αιφνίδια φιλικότητα. 
Μπροστά στο παράθυρο ξεχώριζε η μορφή μιας εύθραυστης γυναίκας σε αναπηρικό καροτσάκι με την όψη στραμμένη στη θάλασσα — σκούρο μελάνι που το έπινε ο ήλιος. 
«Θεία Έμμα, ο νοικάρης σου.» 
Η Έμμα Βαν Α. στράφηκε και με κοίταξε προσεκτικά. 
Ενώ άλλες θα έσπευδαν να με καλωσορίσουν για να γίνουν αρεστές, εκείνη άρχισε να μʼ εξετάζει βλοσυρά. Κατάχλομη, με επιδερμίδα μάλλον φθαρμένη από τα χρόνια παρά ρυτιδιασμένη, μαλλιά διχασμένα ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο που δεν έφτιαχναν γκρίζο σύνολο αλλά δίχρωμο με τούφες έντονου κοντράστ, η Έμμα Βαν Α. στήριζε το μακρύ της πρόσωπο σʼ έναν άτονο λαιμό. Να ήταν η ηλικία; Να ήταν η στάση; Το κεφάλι της έγερνε στο πλάι με το αφτί κοντά στον αριστερό ώμο και το σαγόνι υψωμένο προς τον δεξί, με μια λοξή προσοχή που έμοιαζε να παρατηρεί και νʼ ακούει συνάμα. 
Χρειάστηκε να σπάσω εγώ τη σιωπή. 
«Καλημέρα σας, κυρία μου. Είμαι πανευτυχής που βρήκα κατάλυμα σʼ εσάς.» 
«Είστε συγγραφέας;» 
Κατάλαβα το νόημα του εξεταστικού βλέμματος που είχε προηγηθεί: αναρωτιόταν αν το παρουσιαστικό μου ταίριαζε σε μυθιστοριογράφο. 
«Ναι.» 
Αναστέναξε λες κι ανακουφίστηκε. Ήταν φανερό πως είχε αποφασίσει να μου ανοίξει το σπίτι της ακριβώς επειδή ήμουν συγγραφέας. 
Πίσω μου, η ανιψιά της κατάλαβε πως ο παρείσακτος είχε περάσει τις εξετάσεις και πέταξε με την τρομπονίσια της φωνή: 
«Λοιπόν, θα τελειώσω με τις ετοιμασίες στα δωμάτια, μωρέ, πέντε λεπτά και θα ʼναι έτοιμα. 
Ενώ έφευγε, η Έμμα Βαν Α. την τύλιξε με το βλέμμα που ρίχνουμε σʼ έναν πιστό αλλά στενόμυαλο σκύλο. 
«Συγχωρήστε την, κύριε. Η ανιψιά μου δεν ξέρει να χρησιμοποιεί τον πληθυντικό. Στα ολλανδικά, βλέπετε, μιλούν μονάχα στον ενικό.» 
«Κρίμα να στερούνται τέτοια ευχαρίστηση. να περνάς από το εσύ στο εσείς.» 
«Μεγαλύτερη ευχαρίστηση θα έδινε μια γλώσσα όπου θα υπήρχε μόνο το εσείς, τι λέτε;» 
Γιατί είχε απαντήσει έτσι; Φοβόταν μήπως αποκτούσα υπερβολική οικειότητα; Παρέμεινα όρθιος, λιγάκι αμήχανος. Μου ζήτησε να καθίσω. 
«Παράξενο. Ζω ανάμεσα στα βιβλία, αλλά δεν έχω συναντήσει ποτέ μου συγγραφέα.» 
Μια ματιά γύρω μου επιβεβαίωσε τα λόγια της: χιλιάδες τόμοι κάλυπταν τα ράφια του σαλονιού — σφετερίζονταν μάλιστα και κάποια της τραπεζαρίας. Για να μου επιτρέψει να τα ευχαριστηθώ καλύτερα, γλίστρησε με την πολυθρόνα της ανάμεσα στα έπιπλα, σιωπηλή σαν ίσκιος, και άναψε κάποιες λάμπες που έφεγγαν αχνά. 
Παρόλο που τίποτε δεν απολαμβάνω περισσότερο από τη συντροφιά του τυπωμένου χαρτιού, αυτή η βιβλιοθήκη μού έφερνε αμηχανία, δίχως να μπορώ να καταλάβω το γιατί. Οι τόμοι είχαν εντυπωσιακή εμφάνιση, με σχολαστικά επιμελημένο δερμάτινο ή υφασμάτινο δέσιμο, και τους τίτλους και τα ονόματα των συγγραφέων με χρυσαφί σταμπωτά γράμματα. οι διαστάσεις τους διέφεραν κι έφτιαχναν μιαν ακολουθία ποικιλίας χωρίς ακαταστασία ούτε και υπερβολική συμμετρία, ακολουθία που υπάκουε σε κάποιο ρυθμό, ο οποίος μαρτυρούσε σαφές γούστο, κι όμως... Είμαστε άραγε τόσο συνηθισμένοι στις εμπορικές εκδόσεις ώστε σαστίζουμε μπροστά σε μια δεμένη συλλογή; Μήπως υπέφερα που δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα αγαπημένα μου εξώφυλλα; Δυσκολευόμουν να διατυπώσω τη σύγχυσή μου. 
«Να με συγχωρείτε, δεν έχω διαβάσει τα μυθιστορήματά σας», μου είπε κατανοώντας λάθος την ταραχή μου. 
«Μη ζητάτε συγνώμη. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τα πάντα. Εξάλλου, δεν περιμένω κάτι τέτοιο από τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι.» 
Καθησυχασμένη, έπαψε να κουνάει το κοραλλένιο της βραχιόλι γύρω από τον αδύνατο καρπό της και χαμογέλασε στους τοίχους. 
«Κι όμως, το χρόνο μου τον αφιερώνω στο διάβασμα των βιβλίων. Και στο ξαναδιάβασμά τους... Κυρίως στο δεύτερο. Ξαναδιαβάζω πολύ. Τα αριστουργήματα αποκαλύπτονται στην τρίτη ή την τέταρτη ανάγνωση, τι λέτε;» 
«Πώς διακρίνετε ένα αριστούργημα;» 
«Δεν πηδάω τα ίδια κομμάτια.» 
Έπιασε έναν δερματόδετο γκρενά τόμο και τον μισάνοιξε συγκινημένη. 
«Η Οδύσσεια, για παράδειγμα. Την ανοίγω σε οποιαδήποτε σελίδα και απολαμβάνω. Σας αρέσει ο Όμηρος, κύριε;» 
«Μα... φυσικά.» 
Η ίριδά της σκοτείνιασε και κατάλαβα πως θεώρησε την απάντησή μου επιπόλαιη, αν όχι πρόχειρη. Προσπάθησα, λοιπόν, να αναπτύξω μια πιο σοβαρή κι εμπεριστατωμένη απάντηση. 
«Έχω ταυτιστεί συχνά με τον Οδυσσέα, επειδή είναι μάλλον πονηρός παρά έξυπνος, επειδή επιστρέφει σπίτι του χωρίς να βιάζεται και τιμάει την Πηνελόπη δίχως να περιφρονεί τις ωραίες γυναίκες που συναντά στο ταξίδι. Κατά βάθος, αυτός ο Οδυσσέας είναι τόσο λίγο ενάρετος, που νιώθω κοντά του. Τον βρίσκω μοντέρνο.» 
«Θεωρείτε μοντέρνα την ανηθικότητα... Παράξενο. Παράξενο και αφελές... Σε κάθε γενιά, οι νέοι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι αυτοί πρωτοανακαλύπτουν τη δια­στροφή: τι έπαρση! Τι είδους έργα γράφετε;» 
«Τα δικά μου. Δεν ταξινομούνται σε κανένα είδος.» 
«Πολύ καλά», κατέληξε με τον δασκαλίστικο τόνο της να επιβεβαιώνει πως περνούσα εξετάσεις. 
«Θα μου επιτρέψετε να σας χαρίσω ένα;» 
«Α, μάλιστα... έχετε φέρει μαζί σας;» 
«Όχι. Αντιθέτως, είμαι βέβαιος πως τα βιβλιοπωλεία της Οστάνδης...» 
«Ναι, ναι, τα βιβλιοπωλεία...» 
Είχε πει αυτή τη λέξη, λες και μόλις της είχαν θυμίσει την ύπαρξη κάποιου παλιού, λησμονημένου αντικειμένου. 
«Ξέρετε, κύριε, αυτή η βιβλιοθήκη ανήκε στον πατέρα μου, που δίδασκε λογοτεχνία. Έζησα ανάμεσα σʼ αυτές τις εκδόσεις από την παιδική μου ηλικία, δίχως να νιώσω την ανάγκη να εμπλουτίσω τη συλλογή του. Υπάρχουν τόσα μικρά έργα που δεν έχω ακόμη διατρέξει. Να, πίσω σας, η Γεωργία Σάνδη, ο Ντίκενς... μου απομένουν ακόμη κάποιοι τόμοι τους που πρέπει να τους ανακαλύψω. Κι από τον Βίκτωρα Ουγκό.» 
«Η ιδιοφυία του Ουγκό έγκειται στο ότι υπάρχει πάντοτε κάποια σελίδα του που δεν την έχουμε διαβάσει.» 
«Ακριβώς. Με καθησυχάζει να ζω έτσι, προφυλαγμένη, περιστοιχισμένη από γίγαντες! Γιʼ αυτό εδώ δεν υπάρχουν νεωτερισμοί.» 
Πρόφερε τη λέξη «νεωτερισμοί» με προσοχή και δισταγμό, αρθρώνοντάς την με τα χείλη μόνο, σαν να ʼταν πρόστυχη —αν όχι χυδαία— και δεν ήθελε να λερώσει μʼ αυτήν το στόμα της. Ακούγοντάς την, συνειδητοποίησα πως επρόκειτο πράγματι για εμπορικό όρο ικανό να καταδείξει κάποιο προϊόν της μόδας, όχι όμως και για να ορίσει ένα λογοτεχνικό έργο. Διέκρινα επίσης πως με έβλεπε ως συγγραφέα προϊόντων, κάτι σαν «παραγωγό» ή «προμηθευτή» βιβλίων. 
«Τα μυθιστορήματα του Ντοντέ ή του Μοπασάν» ρώτησα, «δεν ήταν ʽʽνεωτερισμοίʼʼ στην εποχή τους;» 
«Ο χρόνος τούς έδωσε τη θέση τους» απάντησε λες και είχα μόλις εκφραστεί με αυθάδεια. 
Μου ήρθε να υπαινιχθώ πως τώρα εκείνη ήταν που γινόταν αφελής, καθώς όμως ένιωθα πως δεν είχα το δικαίωμα να εναντιωθώ στην οικοδέσποινά μου, περιορίστηκα στο να διαγνώσω την αιτία της δυσφορίας μου: αυτή η βιβλιοθήκη δεν ανάσαινε, είχε γίνει μουσείο εδώ και σαράντα-πενήντα χρόνια και δεν θα άλλαζε πια όσο θα επέμενε η ιδιοκτήτριά της να μην της επιτρέπει την παραμικρή μετάγγιση νέου αίματος. 
«Συγχωρήστε την αδιακρισία μου, κύριε: είστε μόνος;» 
«Ήρθα εδώ για να συνέλθω από ένα χωρισμό.» 
«Ω, λυπάμαι... λυπάμαι πολύ... σας πληγώνω με το να σας θυμίζω... συγχωρήστε με.» 
Η ζεστασιά της, το ρίγος, η ξαφνική νευρικότητά της υπογράμμιζαν την ειλικρίνειά της. κατηγορούσε στʼ αλήθεια τον εαυτό της που με είχε βυθίσει σʼ ένα πηγάδι κακές αναμνήσεις. Ψέλλισε με ύφος πελαγωμένο: 
«Η Οστάνδη... είναι ιδανική για ερωτικές απογοητεύσεις...» 
«Δε συμφωνείτε; Δε συμφωνείτε κι εσείς πως θα γιατρευτώ εδώ;» 
Με κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. 
«Να γιατρευτείτε; Αυτό θέλετε; Να γιατρευτείτε;» 
«Να επουλώσω τις πληγές μου.» 
«Και πιστεύετε πως θα τα καταφέρετε;» 
«Ναι, το πιστεύω.» 
«Παράξενο» μουρμούρισε κόβοντάς με από την κορφή ώς τα νύχια, λες και μʼ έβλεπε για πρώτη φορά. 
Η ανιψιά έκανε τα τελευταία σκαλοπάτια να τρίξουν κάτω απʼ το βάρος της, κατέφθασε αγκομαχώντας και σταύρωσε τα κοντά της χέρια στο ασχημάτιστο στήθος της για να μου δηλώσει διθυραμβικά: 
«Ορίστε. Μπορείς να εγκατασταθείς. Όλα τα δωμάτια δικά σου εκεί πάνω. Θα διαλέξεις την κάμαρά σου. Ακολούθα με, παρακαλώ.» 
«Θα σας οδηγήσει η Γκέρντα, αγαπητέ κύριε. Εγώ, από τότε που κλονίστηκε η υγεία μου κι ύστερα, κατοικώ μονάχα στο ισόγειο. Αυτό μου επιτρέπει να σας αφήσω τον όροφο, όπου θα είστε άνετα. Χρησιμοποιήστε τα βιβλία που θα βρείτε, με την προϋπόθεση να τα ξαναβάλετε στη θέση τους.» 
«Ευχαριστώ.» 
«Η Γκέρντα θα σας ανεβάζει το πρωινό σας, εκτός κι αν σηκώνεστε χαράματα.» 
«Εννιάμιση είναι καλά.» 
«Τέλεια. Καλό βράδυ, λοιπόν, κύριε, και καλή διαμονή.» 
Τι έμπνευση με κατέκλυσε; Ένιωσα πως ανήκε σʼ εκείνο το είδος γυναίκας που θα περίμενε χειροφίλημα. Σωστά κατάλαβα: δεν είχα πλησιάσει καλά καλά, κι εκείνη μου έτεινε τον καρπό της. Υποκλίθηκα, ως είθισται. 
Η ανιψιά της μας παρατήρησε σαν δυο παλιάτσους, ανασήκωσε τους ώμους, άρπαξε τις βαλίτσες κι άρχισε την ανάβαση της ξύλινης σκάλας που έτριζε. 
Έβγαινα από το σαλόνι, όταν η φωνή της Έμμα Βαν Α. με σταμάτησε. 
«Κύριε, ξανασκέφτομαι τώρα τα λόγια σας, αυτό που είπατε, ότι πιστεύετε δηλαδή πως θα επουλώσετε τις πληγές σας. Μην παρερμηνεύσετε την αντίδρασή μου: επιδοκιμασία ήταν. Το εύχομαι. Και μάλιστα, θα χαρώ πολύ για λογαριασμό σας.» 
«Ευχαριστώ πολύ, κυρία Βαν Α., κι εγώ θα χαρώ.» 
«Διότι, αν συνέλθετε, θα σημαίνει πως έτσι κι αλλιώς δεν άξιζε τον κόπο.» 
Έμεινα με το στόμα ορθάνοιχτο. 
Με εξέτασε εξονυχιστικά, κι ύστερα δήλωσε κατηγορηματικά: 
«Από έναν ουσιαστικό έρωτα, δε συνερχόμαστε ποτέ.» 
Σʼ αυτό το σημείο, τα χέρια της έσπρωξαν τις ρόδες του καροτσιού και, εν ριπή οφθαλμού βρέθηκε ξανά μπροστά στο παράθυρο, στη θέση όπου την είχα βρει. 
Στον πάνω όροφο με περίμενε ένα αυστηρά καλόγουστο εσωτερικό —υπερφορτωμένο και γυναικείο— που η πολυκαιρισμένη όψη του του προσέθετε κάποια γοητεία. 
Αφού επισκέφτηκα τους χώρους, διάλεξα το δωμάτιο με τους «γαλάζιους μελισσοφάγους», που χρωστούσε τʼ όνομά του στην ταπετσαρία που κάλυπτε τους τοίχους: ένα βαμβακερό ύφασμα γιαπωνέζικης τεχνοτροπίας, που χάρη στα παλιωμένα χρώματά του αποκτούσε μια λεπτεπίλεπτη ευγένεια. Δυσκολεύτηκα να βρω χώρο για τα πράγματά μου ανάμεσα στα τόσα μικροαντικείμενα, αλλά αυτός ο διάκοσμος, σαν άγαλμα μπαρόκ μέσα σε κοχύλι, αποκτούσε νόημα μόνο μέσα από την υπερβολή. 
Η Γκέρντα μου σύστησε κάποια εστιατόρια, μου εμπιστεύτηκε μιαν αρμαθιά κλειδιά και με άφησε για να διανύσει με το ποδήλατο τα δέκα χιλιόμετρα που τη χώριζαν από το σπίτι της. 
Διάλεξα το πανδοχείο που βρισκόταν πιο κοντά στην έπαυλη Κίρκη, μεταθέτοντας το περπάτημα για την επομένη. Μεθυσμένος ήδη από τον θαλασσινό αέρα, κοιμήθηκα αμέσως μόλις πλάγιασα κάτω από τα βαριά, πικέ, πουπουλένια παπλώματα που κάλυπταν το κρεβάτι μου. 
Το πρωί, ύστερα από ένα πλουσιοπάροχο πρωινό που έφερε η Γκέρντα —μανιτάρια, αβγά, πατατοκεφτέδες— συνάντησα ξανά, δίχως την παραμικρή έκπληξη, την Έμμα Βαν Α. στο πόστο της, μπροστά στο παράθυρο. 
Καθώς δεν με είχε ακούσει να κατεβαίνω, και το φως της μέρας έμπαινε θρασύ στο δωμάτιο, διέκρινα καλύτερα τα χαρακτηριστικά και τις κινήσεις της οικοδέσποινάς μου. 
Ενώ δεν έκανε τίποτε, κάτι έδειχνε να την απασχολεί. Ποικίλα συναισθήματα διέτρεχαν τις κόρες των ματιών της, σκέψεις τσίτωναν και χαλάρωναν το μέτωπό της, τα χείλη της συγκρατούσαν χίλια λόγια που επιθυμούσαν νʼ αποδράσουν. Ξέχειλη από έντονη εσωτερική ζωή, η Έμμα Βαν Α. ζούσε μέσα στις σελίδες ενός μυθιστορήματος ανοιχτού πάνω στα γόνατά της, και σε μια συρροή ονείρων που την κατέκλυζαν μόλις σήκωνε το κεφάλι προς τον κόλπο. Είχα την εντύπωση πως υπήρχαν δύο πλοία που ταξίδευαν ξεχωριστά: το πλοίο των σκέψεών της και το πλοίο του βιβλίου. πού και πού, όταν χαμήλωνε τα βλέφαρα, τα αυλάκια τους μπερδεύονταν για λίγο ενώνοντας τα απόνερά τους, κι ύστερα το δικό της το σκαρί ακολουθούσε την πορεία του. Διάβαζε με στόχο να μην παρεκκλίνει μόνη, διάβαζε όχι για να καλύψει κάποιο πνευματικό κενό, αλλά για να συντροφέψει μια εξαιρετικά ισχυρή δημιουργικότητα. Αφαίμαξη λογοτεχνίας προς αποφυγή του πυρετού. 
Η Έμμα Βαν Α. θα πρέπει να ήταν πολύ ωραία ακόμη και σε ώριμη ηλικία, όμως κάποια πρόσφατη ασθένεια —εγκεφαλική αιμορραγία κατά την Γκέρντα— της είχε δώσει τη χαριστική βολή: ως κι η γερασμένη ομορφιά της δεν ήταν πια παρά μια αβέβαιη ανάμνηση. Οι μύες της είχαν πλαδαρέψει και το κορμί της δεν ήταν πια λεπτό, αλλά ισχνό. Έδειχνε τόσο ελαφριά, που φανταζόσουν τα πορώδη κόκαλά της έτοιμα να σπάσουν. Οι αρθρώσεις, φαγωμένες από την αρθρίτιδα δυσκόλευαν τις κινήσεις της, εκείνη όμως δεν έδειχνε να το προσέχει: τέτοια ήταν η φλόγα που κατοικούσε μέσα της. Τα μάτια παρέμεναν αξιοπρόσεκτα, μεγάλα — ένα μπλε φωτεινό όπου ταξίδευαν σύννεφα του Βορρά. 
Τη χαιρέτησα αποσπώντας την από τους στοχασμούς της. γύρισε και με κοίταξε συνοφρυωμένη. Εκείνη τη στιγμή θα την έλεγα βασανισμένη. Αμέσως όμως ήρθε το χαμόγελο, ένα αληθινό χαμόγελο, καθόλου υποκριτικό, ξέφωτο σε ωκεάνιο κλίμα. 
«Αχ, καλημέρα. Κοιμηθήκατε καλά;» 
«Τόσο καλά που δεν θυμάμαι τίποτε. Πάω νʼ ανακαλύψω την Οστάνδη.» 
«Πόσο σας ζηλεύω... Καλή σας μέρα, κύριε.» 
Τριγύρισα κάμποσες ώρες στην Οστάνδη. Περπατούσα στους εσωτερικούς δρόμους δίχως να ξεμακραίνω ποτέ πάνω από είκοσι λεπτά από την θάλασσα, κι επέστρεφα πάντοτε στην προκυμαία ή στον κυματοθραύστη, σαν γλάρος που τον καλεί ο πελαγίσιος αέρας. 
Η θάλασσα του Βορρά είχε τα χρώματα του στρειδιού. από το πρασινοκαφέ στα κύματα, ώς το μαργαριταρένιο λευκό του αφρού. αυτοί οι τόνοι, που άλλαζαν διαρκώς σε πολύτιμες αποχρώσεις, με ξεκούραζαν από τις εκτυφλωτικές μου αναμνήσεις από τη Μεσόγειο — καθαρόαιμο μπλε και κίτρινη άμμος, χρωματισμοί τόσο ζωηροί και στοιχειώδεις, σαν παιδική ζωγραφιά. Λόγω αυτών των ήπιων τόνων που θύμιζαν τις ιωδιούχες χαρές που δοκιμάζουμε όταν γευό­μαστε θαλασσινά στις μπρασερί, εκείνη η θάλασσα φαινόταν και πιο αλατισμένη. 
Παρόλο που δεν είχα έρθει ποτέ πριν στην Οστάνδη, συναντούσα εκεί αναμνήσεις και άφηνα τις παιδικές αισθήσεις να πλημμυρίσουν το μυαλό μου. Με το παντελόνι ανασηκωμένο ώς το γόνατο, πρόσφερα τα πόδια μου στις δαγκωνιές της άμμου κι ύστερα στην ανταμοιβή του νερού. Όπως παλιά, προχώρησα στο κύμα μέχρι τη μέση της γάμπας και φοβήθηκα να ριψοκινδυνεύσω παραπάνω. Όπως παλιά, ένιωσα μικροσκοπικός μπροστά σʼ έναν απέραντο ουρανό. μπροστά σε άπειρα κύματα. 
Γύρω μου, λίγος κόσμος. Γέροντες. Μήπως γιʼ αυτό οι παλιοί αγαπούν τόσο πολύ την ακτή; Επειδή στο κολύμπι δεν υπάρχει ηλικία, επειδή ξαναβρίσκουμε την ταπεινότητα, τις απλές, παιδικές απολαύσεις; Επειδή τα κτίρια και το εμπόριο μπορεί να καταγράφουν το πέρασμα του χρόνου, η άμμος όμως και τα κύματα μένουν παρθένα, αιώνια, αθώα; Η παραλία παραμένει ένας ευλογημένος κήπος, ανέγγιχτος από το χρόνο. 
Αγόρασα γαρίδες, τις έφαγα στα όρθια βουτώντας τες σʼ ένα χωνάκι μαγιονέζα κι ύστερα συνέχισα το σουλάτσο. 
Επιστρέφοντας στην έπαυλη Κίρκη, κατά τις έξι το απόγευμα, ήμουν μεθυσμένος από ήλιο και αέρα, και ονειροπολούσα ώς το μεδούλι. 
Η Έμμα Βαν Α. στράφηκε προς το μέρος μου, χαμογέλασε διακρίνοντας τη χαρούμενη νηφαλιότητά μου και με ρώτησε με δαιμόνιο ύφος: 
«Λοιπόν; Πώς πήγε η εξερεύνηση της Οστάνδης;» 
«Γοητευτική πόλη.» 
«Μέχρι πού πήγατε;» 
«Μέχρι το λιμάνι. Γιατί, για να είμαι ειλικρινής, δεν θα μπορούσα να εγκατασταθώ εδώ χωρίς να ταξιδεύω.» 
«Α, ναι; Θα μένατε εδώ υπό τον όρο να φεύγετε; Αυτή κι αν είναι ανδρική σκέψη.» 
«Βλέπετε, οι άντρες γίνονται ναυτικοί κι οι γυναίκες...» 
«Σύζυγοι ναυτικών! Κι ύστερα, χήρες ναυτικών.» 
«Τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς, όταν ζει σʼ ένα λιμάνι στην άκρη της γης;» 
Ευαίσθητη στην απρέπεια της ερώτησης, με κοίταξε τρυφερά, με συμπάθεια, δίχως νʼ απαντήσει, ενθαρρύνοντάς με να συνεχίσω. Συνέχισα, λοιπόν. 
«Μπορεί να περιμένει μια αναχώρηση...» 
Ανασήκωσε τους ώμους για να αποκλείσει την πιθανότητα. 
«Μπορεί να περιμένει μιαν επιστροφή...» 
Οι μεγάλες, γκρίζες ίριδες των ματιών της καρφώθηκαν πάνω μου. Είχα την εντύπωση ότι διέκρινα ένα παράπονο, αλλά ο σθεναρός τόνος της φωνής της με διέψευσε: 
«Μπορεί να θυμάται, κύριε. Να θυμάται.» 
Ύστερα, το πρόσωπό της στράφηκε προς το πέλαγος. Έδειχνε και πάλι τόσο απασχολημένη, που εγώ δεν υπήρχα πια. κάρφωσε το βλέμμα της στον ορίζοντα όπως εγώ καρφώνω με τα μάτια τη λευκή, άγραφη σελίδα, κι αφέθηκε αποφασιστικά στα όνειρα. 
Τι θυμόταν; Τίποτε κάτω απʼ αυτή τη στέγη δεν μιλούσε για το δικό της παρελθόν. όλα ανήκαν σε παλαιότερες γενιές: βιβλία, έπιπλα, πίνακες. Είχα την εντύπωση πως είχε έρθει εδώ σαν κίσσα με τα κλοπιμαία της, είχε αποθηκεύσει τους θησαυρούς της, και το μόνο που έκανε ήταν να αερίζει τα υφάσματα στις κουρτίνες και τους τοίχους. 
Όταν βρέθηκα στον πάνω όροφο, ρώτησα την ανιψιά της: 
«Γκέρντα, η θεία σας μου εμπιστεύτηκε ότι περνάει τις ημέρες της με τις αναμνήσεις της. Θυμάται το παρελθόν. Κατά τη γνώμη σας, τι θυμάται;» 
«Δεν έχω ιδέα. Δεν έχει δουλέψει ποτέ. Κι έμεινε και γεροντοκόρη.» 
«Αλήθεια;» 
«Αυτό, το επιβεβαιώνω. Δεν γνωρίσανε άντρα στην καημένη τη θεία Έμμα. Ποτέ. Αυτό το ξέρει η οικογένεια. Μην ακούσει για κάποιον κύριο ή για γάμο! Αμέσως κλείνεται σαν στρείδι.» 
«Είχε άτυχους αρραβώνες; Έναν αρραβωνιαστικό που να πέθανε στον πόλεμο; Κάποια αποτυχία που την θεώρησε προσωπικό της δράμα και η οποία την έσπρωξε να καλλιεργήσει τόσο πολύ τη νοσταλγία;» 
«Ούτε καν! Εκείνη την εποχή, όταν ήτανε πιο μεγάλη η οικογένεια, θείοι και θείες προσπάθησαν να της κάνουν αξιοπρεπή προξενιά. Μάλιστα, μάλιστα. Πολύ καθωσπρέπει αρραβωνιαστικούς. Το ένα φιάσκο μετά το άλλο, κύριε, το πιστεύεις αυτό;» 
«Είναι παράξενο...»
«Τι; Να μείνεις μόνη σου; Αυτό, ναι! Εγώ, δεν θα μπορούσα... Δεν παντρεύτηκα και τον ωραιότερο άντρα της ακτής, αλλά τουλάχιστον είναι εδώ και μού ʼδωσε και τα παιδιά μου. Ζωή σαν και της θείας μου; Δεν αυτοκτονώ καλύτερα;» 
«Κι όμως, δε δείχνει δυστυχισμένη.» 
«Εδώ, πρέπει να την παινέψουμε: δεν διαμαρτύρεται. Ακόμα και τώρα που την αφήνουν οι δυνάμεις της και που τα λεφτά της έλιωσαν σαν το βούτυρο, μπα, δε διαμαρτύρεται! Όχι. Γυρνάει στο παράθυρο, χαμογελάει και ονειρεύεται. Μπορεί να μην έχει ζήσει τίποτα, αλλά έχει ονειρευτεί με το παραπάνω...» 
Η Γκέρντα είχε δίκιο. Η Έμμα ζούσε αλλού — όχι ανάμεσά μας. Μήπως όμως υπήρχε στη στάση του κεφαλιού της —πρόσωπο λοξό πάνω σʼ έναν ισχνό, γερμένο λαιμό— κάτι που έδινε την εντύπωση ότι τα όνειρά της είχαν μεγάλο βάρος; 
Μετά από αυτή τη συζήτηση, την έλεγα στα κρυφά η ονειροπαρμένη... Η ονειροπαρμένη της Οστάνδης. 
 
Την επομένη, με άκουσε να κατεβαίνω και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου τσουλώντας το καροτσάκι της. 
«Θέλετε να πιείτε μαζί μου καφέ;» 
«Ευχαρίστως.» 
«Γκέρντα, δύο καφέδες σε παρακαλώ.» 
Μουρμούρισε για να την ακούσω μόνο εγώ: 
«Ο καφές της είναι νερόπλυμα — τόσο ελαφρύς που δεν θα τάραζε ούτε νεογέννητο.»
Η Γκέρντα μάς έφερε όλο περηφάνια δύο αχνιστά φλιτζάνια, λες και η επιθυμία μας να φλυαρήσουμε πίνοντας αυτό το ρόφημα αποτελούσε επιβράβευση των μαγειρικών της επιδόσεων. 
«Κυρία Βαν Α., αναστατώθηκα απʼ αυτό που υπονοήσατε το πρώτο βράδυ.» 
«Ποιο;» 
«Βρίσκω γρήγορα παρηγοριά από αυτό που με έδιωξε από το Παρίσι: δεν έχασα, λοιπόν, πολλά δίνοντας τέλος σʼ αυτή τη σχέση. Θυμάστε; Είχατε δηλώσει πως συνερχόμαστε όταν κάτι δεν είναι σημαντικό. αντίθετα, δεν συνερχόμαστε από έναν ουσιαστικό έρωτα.» 
«Κάποτε είδα τον κεραυνό να πέφτει σʼ ένα δέντρο. Ένιωσα πολύ κοντά στο δέντρο. Έρχεται μια στιγμή όπου καιγόμαστε, καιγόμαστε, κι είναι έντονο, είναι θαυμάσιο. Ύστερα, μένουνε μονάχα οι στάχτες.» 
Γύρισε προς τη θάλασσα. 
«Κι ένα κούτσουρο, έστω και ζωντανό, δεν μπορεί να ξαναδώσει ζωή σε ολόκληρο δέντρο.» 
Σʼ αυτό το σημείο ένιωσα ξαφνικά πως εκείνη, στο καροτσάκι της, ήταν το καθηλωμένο, το καμένο κούτσουρο... 
«Έχω την αίσθηση πως μου μιλάτε για σας» είπα γλυκά. 
Ρίγησε. Ξαφνική ανησυχία —σχεδόν πανικός— τάραξε τα δάχτυλά της. της κόπηκε η ανάσα. Για να δείξει αυτοκυριαρχία, άρπαξε το φλιτζάνι της, ήπιε, κάηκε, τα ʼβαλε με το ζεματιστό του περιεχόμενο. 
Προσποιήθηκα ότι πίστεψα το τέχνασμά της και κρύωσα τον καφέ της προσθέτοντάς του νερό. 
Ωστόσο, μόλις συνήλθε, συμπλήρωσα: 
«Κυρία Βαν Α., να ξέρετε ότι δεν σας ζητώ τίποτε. σέβομαι το μυστικό σας. δεν θα το πλησιάσω.» 
Ξεροκατάπιε και με κοίταξε καλά, σαν να ʼθελε να σιγουρευτεί για την ειλικρίνειά μου. ενθάρρυνα την προσοχή της. Πείστηκε κι έγειρε τέλος το κεφάλι μουρμουρίζοντας με αλλιώτικη φωνή: 
«Ευχαριστώ». 
Είχε έρθει για μένα η ώρα να της χαρίσω ένα από τα βιβλία μου, που είχα αγοράσει στην πόλη. το έβγαλα από την πίσω τσέπη. 
«Ορίστε. Σας έφερα το μυθιστόρημά μου που θεωρώ προσωπικά πιο πετυχημένο. Θα με υπέρ-ευχαριστούσε αν είχατε την ευκαιρία να το διαβάσετε κι αν το βρίσκατε της αρεσκείας σας.» 
Με κοίταξε εμβρόντητη. 
«Εγώ; Μα... είναι αδύνατον...» 
Ακούμπησε το χέρι στην καρδιά της. 
«Καταλαβαίνετε, διαβάζω μόνο κλασικούς. Δεν διαβάζω... αυτά... αυτά...» 
«Δεν διαβάζετε νεωτερισμούς...» 
«Ναι. Δεν διαβάζω νέες κυκλοφορίες. Περιμένω.» 
«Τι περιμένετε;» 
«Να επιβεβαιωθεί η φήμη του συγγραφέα, να θεωρηθεί το έργο του άξιο για μιαν αληθινή βιβλιοθήκη, να...» 
«Να πεθάνει μήπως;» 
Μου είχε ξεφύγει. Βλέποντας την Έμμα Βαν Α. να ξεφυσάει μπροστά στο παρόν μου, επαναστατούσα. 
«Πείτε το, λοιπόν: οι καλύτεροι συγγραφείς είναι νεκροί! Μην ανησυχείτε, θα μου συμβεί κι εμένα. Θα έρθει η μέρα που θα ζήσω κι αυτήν την επικύρωση του θανάτου και, την επομένη, μπορεί και να με διαβάσετε!» 
Γιατί τέτοια λύσσα; Τι σημασία είχε να με θαυμάσει ή να μη με θαυμάσει αυτή η γεροντοκόρη; Γιατί είχα την ανάγκη να την κάνω να ενδιαφερθεί για μένα; 
Τεντώθηκε στο κάθισμά της προσπαθώντας να ανασηκωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο και, παρόλο που βρισκόταν πιο χαμηλά από μένα, με κάρφωσε μες στα μάτια: 
«Κύριε, λάβετε υπόψη σας την ηλικία μου και τις αλλεπάλληλες κρίσεις μου και πάψτε να είστε υπερόπτης: θα πεθάνω μάλλον σύντομα —πριν από σας — κι ο θάνατος δε θα μου προσδώσει κανένα ταλέντο. Ούτε και σʼ εσάς, άλ­λωστε.» 
Το καροτσάκι της στριφογύρισε. ελίχθηκε ανάμεσα στα έπιπλα της βιβλιοθήκης. 
«Είναι θλιβερό, αλλά πρέπει να το αποδεχτούμε: δεν θα συναντηθούμε.» 
Σταμάτησε τις ρόδες της μπροστά στο τεράστιο παράθυρο που έβλεπε στα κύματα. 
«Καμιά φορά, άνθρωποι πλασμένοι για να πάρουν μαζί φωτιά δεν ζουν το μεγάλο πάθος της Μοίρας τους, επειδή ο ένας είναι πολύ μικρός κι άλλος πολύ μεγάλος.» 
Συνέχισε με σπασμένη φωνή: 
«Κρίμα, θα ήθελα πολύ να σας διαβάσω...» 
Ο πόνος της ήταν ειλικρινής. Αυτή η γυναίκα αναστάτωνε στʼ αλήθεια τις σκέψεις μου. Πήγα κοντά της. 
«Κυρία Βαν Α., ήταν ανάρμοστο εκ μέρους μου που οργίστηκα, ανόητο που σας έφερα αυτό το δώρο, άτιμο που θέλησα να σας το επιβάλω. Συγχωρήστε με.» 
Γύρισε προς το μέρος μου και είδα δάκρυα στα μάτια της — τα συνήθως τόσο στεγνά. 
«Επιθυμώ να καταβροχθίσω το βιβλίο σας, αλλά δεν μπορώ.» 
«Γιατί;» 
«Φανταστείτε να μη μου αρέσει...» 
Και μόνο που το σκέφτηκε ανατρίχιασε από φρίκη. Η θέρμη της με συγκίνησε. Της χαμογέλασα. Το παρατήρησε και μου ανταπέδωσε το χαμόγελο. 
«Θα ήταν τρομερό: μου είστε τόσο συμπαθής.» 
«Και, ως κακός συγγραφέας, θα έπαυα να σας είμαι συμπαθής;» 
«Όχι. θα γινόσαστε γελοίος, κι εγώ τοποθετώ τόσο ψηλά τη λογοτεχνία που δεν θα σας ανεχόμουν ως μέτριο.» 
Σύγκορμη —για τα καλά σύγκορμη, υπερβολικά σύγκορμη— παλλόταν από ειλικρίνεια. 
Μου ήρθε να γελάσω. Γιατί να βασανιζόμαστε για λίγες σελίδες; Ξαφνικά, μου φανήκαμε συγκινητικοί. 
«Ας μη στεναχωριόμαστε κυρία Βαν Α., το παίρνω πίσω το μυθιστόρημά μου. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.» 
«Ούτε κι αυτό είναι δυνατόν.» 
«Γιατί;» 
«Γιατί εγώ δεν μπορώ να διηγηθώ αυτά που θέλω.» 
«Και ποιος σας εμποδίζει;» 
Προσπάθησε να ξεφύγει, αναζήτησε βοήθεια γύρω της διατρέχοντας τα ράφια για να ξετρυπώσει κάποιο στήριγμα, παραλίγο να απαντήσει μια φορά, αναθεώρησε, κι ύστερα πέταξε με εξασθενημένη φωνή: 
«Εγώ.» 
Αναστέναξε κι επανέλαβε με θλίψη την απάντησή της: 
«Μάλιστα, εγώ.» 
Τα μάτια της στάθηκαν ξαφνικά στα δικά μου και μου πέταξε με θυελλώδη ενεργητικότητα: 
«Ξέρετε, κάποτε υπήρξα νέα και γοητευτική.» 
Γιατί μου το έλεγε αυτό. Τι σχέση είχε; Επιτόπου, έμεινα με το στόμα ορθάνοιχτο. 
Επέμενε νεύοντας με το κεφάλι. 
«Ναι, ήμουν ελκυστική. Και με είχαν αγαπήσει!» 
«Είμαι βέβαιος.» 
Με κατακεραύνωσε έξαλλη. 
«Όχι, δεν με πιστεύετε!» 
«Κι όμως...» 
«Λίγη σημασία έχει. Σκοτίστηκα για το τι πιστεύουν ή για το τι πίστευαν κάποτε για μένα. Όχι μόνο σκοτίστηκα, αλλά είμαι και η πηγή όλων αυτών των ανοησιών που έχουν ειπωθεί. Τις έχω προκαλέσει.» 
«Τι διαδόσεις έσπειραν εις βάρος σας, κυρία Βαν Α.;» 
«Μα, εδώ είναι το θέμα: το τίποτε.» 
Μικρή παύση. 
«Τίποτε. Απολύτως τίποτε.» 
Ανασήκωσε τους ώμους. 
«Δεν σας μίλησε η Γκέρντα;» 
«Για ποιο πράγμα;» 
«Γιʼ αυτό το τίποτε. Η οικογένειά μου θεωρεί πως η ζωή μου ήταν άδεια. Ομολογήστε...» 
«Εμμμ...» 
«Νάτο. Σας το πέταξε! Η ζωή μου, ένα τίποτε. Κι όμως, κάποτε υπήρξε πλούσια η ζωή μου. Είναι πολύ λάθος αυτό το ʽʽτίποτεʼʼ.» 
Την πλησίασα. 
«Θέλετε να μου διηγηθείτε;» 
«Όχι. Το έχω υποσχεθεί.» 
«Παρακαλώ;» 
«Έχω υποσχεθεί να τηρήσω το μυστικό.» 
«Σε ποιον; Σε τι;» 
«Η απάντηση θα ήταν η αρχή της προδοσίας...» 
Αυτή η γυναίκα με μπέρδευε. Μέσα σʼ αυτήν την πολυκαιρισμένη δεσποινίδα κατοικούσε ένα σκληραγωγημένο, χαλύβδινο ταμπεραμέντο που το φουρτούνιαζε η έξαψη και το ακόνιζε η ευφυΐα. οι λέξεις της έκοβαν σαν ξυράφια. 
Γύρισε προς το μέρος μου. 
«Με αγάπησαν, ξέρετε. Με τόσο σπάνιο τρόπο. Κι εγώ αγάπησα. Εξίσου. Ω, ναι, εξίσου — αν είναι ποτέ δυνατόν...» 
Τα μάτια της βούρκωσαν. 
Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο της για να την ενθαρρύνω. 
«Δεν απαγορεύεται να διηγείται κανείς μια ιστορία αγάπης.» 
«Σʼ εμένα, απαγορεύεται. Γιατί αυτό βάζει σε κίνδυνο πολύ υψηλά ιστάμενα πρόσωπα.» 
Χτύπησε με τα χέρια τα γόνατά της, λες και επιχειρούσε να επιβάλει σιωπή σε όσους θα ʼθέλαν να μιλήσουν. 
«Σε τι θα ωφελούσε να έχω σωπάσει τόσα χρόνια, αν σπάσω τώρα τη σιωπή; Ε; Όλες μου οι προσπάθειες, σχεδόν από πάντα, να γίνουνε καπνός;» 
Τα ροζιασμένα δάχτυλά της άρπαξαν τις ρόδες του καροτσιού, έδωσαν ένα γερό σπρώξιμο κι άφησε το δωμάτιο για να κλειστεί στην κάμαρά της. 
 

 

ΣΜΙΤ ΕΡΙΚ-ΕΜΑΝΟΥΕΛ