ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΓΕΛΙΑ

ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΓΕΛΙΑ

Συγγραφέας: ΤΟΥΣΕΤ ΠΑΜΠΛΟ
Μετάφραση: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόθηκε: 27/07/2012
ISBN: 978-960-8397-50
Σελίδες: 272

€15.26 €16.96

  Στο καλαθι βιβλια

      ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΕ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ !

Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΕ ΕΜΦΥΛΙΟ !
 Όχι σαν τον προηγούµενο, µεταξύ των Εθνικιστών του Φράνκο και των Δηµοκρατικών, αλλά σε έναν µοντέρνο εµφύλιο, γλωσσολογικής φύσης και αφορµής. Καταλανοί εναντίον Καστιλιάνων, Βάσκοι εναντίον Καταλανών, Καστιλιάνοι εναντίον Καταλανών, Ανδαλουσιανοί εναντίον Βαλενθιανών, ΕΤΑ εναντίον εξουσιαστών, βασίλισσα εναντίον σοσιαλιστών και βασιλιά, υπουργοί εναντίον άλλων υπουργών... και τρεις γελαστοί νεκροί στην Κόστα Μπράβα.
    Το ανεξήγητο φαινόμενο δεν δείχνει να προβληματίζει τον ενωμοτάρχη της χωροφυλακής Ραφαέλ Κοράλες («Θα τους τσίμπησαν τίποτα μέδουσες...»), όμως ο γιαπωνέζος Επιθεωρητής της Ιντερπόλ και διδάσκαλος ζεν, Σακαμούρα, που ερευνά την υπόθεση, έχει εντελώς άλλη άποψη. Υποψιάζεται (δικαίως) πως πίσω από αυτούς τους πεθαμένους στα γέλια κρύβεται πολιτικός δάκτυλος, κάτι που αναγκάζει τον διοικητή της περιφέρειας της Καταλονίας να αναθέσει στην εξωπραγματικά χυμώδη πράκτορα 69 να μποϊκοτάρει τις έρευνές του, χρησιμοποιώντας τον σεξουαλικό της εξοπλισμό  και  τη  λευκή  της  porsche...

ΕΝΑ
 
Το τρίτο πτώμα βρέθηκε στο κατάστρωμα της θαλαμηγού του και ειλικρινά είχε τα χάλια του.
Δεν έφταιγε μόνο το μουστάκι που φύτρωνε πάνω σʼ ένα ολοστρόγγυλο μούτρο, απʼ αυτά που δεν επιδέχονται τριχωτό διάκοσμο. Δεν έφταιγε ούτε το ογκώδες γυμνό σώμα, που εύκολα θα το περνούσες για θαλάσσιο κήτος, εάν δεν υπήρχε το μανιτάρι που στόλιζε την κοιλιακή του χώρα σαν εξωτερικό γεννητικό όργανο — ακριβώς σαν επιστόμιο σωσίβιου με σχήμα φώκιας. Το τρίτο πτώμα ήταν απαίσιο, προπαντός επειδή έμοιαζε νʼ ανασαίνει. Την εντύπωση αυτή σου προξενούσε η κίνηση της θάλασσας που πηγαινόφερνε δώθε-κείθε το τεράστιο προκοίλι μʼ ένα ζελατινώδες λίκνισμα. Ωστόσο, παρά την τρομακτική εικόνα του μετά θάνατον λαχανιάσματος, δεν έβλεπες πουθενά ίχνη αίματος ή πληγής, και η έκφραση του μυστακοφόρου προσώπου ήταν χαμογελαστή, γεμάτη ικανοποίηση. Θα έλεγες πως απέπνεε μια ευτυχία πολύ συγγενική με την ηλιθιότητα.
Ο αστυνομικός επιθεωρητής και Δάσκαλος Σακαμούρα είχε σταθεί μερικά μέτρα μακριά από την ξύλινη ξαπλώστρα όπου κειτόταν εκείνος ο άσχημος και πανευτυχής νεκρός. Έμεινε ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα, με τα μικροσκοπικά του πόδια ανοιχτά και τα χέρια στην πλάτη, εποπτεύοντας ολόγυρα με τα σχιστά του ματάκια που άστραφταν στο μισοσκόταδο, κάτω από την τέντα του καταστρώματος, σαν δυο κεφάλια καρφίτσας. Οποιοσδήποτε συνάδελφός του από τη Διεύθυνση Ειδικών Ερευνών με μόνιμη έδρα τη Λιόν της Γαλλίας, θα είχε καταλάβει ότι ο επιθεωρητής φωτογράφιζε νοητά τη σκηνή. Βεβαίως, ο φωτογράφος των Μόσος ντʼ Εσκουάδρα είχε ήδη τραβήξει δεκάδες φωτογραφίες από κάθε δυνατή οπτική γωνία, όμως, ούτε οι πιο μοντέρνες ψηφιακές μηχανές της Αστυνομίας της Αυτόνομης Πολιτείας της Καταλονίας δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τις τρισδιάστατες εικόνες που κατέγραφε η οπτική μνήμη του απεσταλμένου της Ιντερπόλ και λατρευτού Διδασκάλου Ζεν.
Στο πλευρό του επιθεωρητή, επάνω στο κατάστρωμα της θαλαμηγού, ο ενωμοτάρχης της ισπανικής Χωροφυλακής Ραφαέλ Κοράλες ίσιωσε με μια ασυνείδητη χειρονομία την αυτοκόλλητη ισπανική σημαία που διακοσμούσε το κούμπωμα του ρολογιού του, προέλευσης Ρεάλ Μαδρίτ. Ταυτόχρονα, αποτόλμησε μια εξήγηση για εκείνον τον πρωτάκουστο πολλαπλασιασμό γελαστών πτωμάτων:
«Σίγουρα είναι οι μέδουσες. άκου που σου λέω».
Όμως, ο επιθεωρητής Σακαμούρα του ζήτησε να κάνει ησυχία σχηματίζοντας αργά με τα ευλύγιστα μπράτσα του έναν κύκλο που έμοιαζε να τον επεξεργάζεται χρόνια ώσπου να πετύχει την τελειότητα. Έπειτα, για να ολοκληρώσει τη δειγματοληπτική του ανάλυση, οσφρίστηκε τον αέρα με ελαφρές κινήσεις των πτερυγίων της μύτης.
Σε λίγο, με μια φωνή ελαφρώς τσιριχτή και τη χαρακτηριστική προφορά του Κιότο, είπε:
«Πιπέρι... Ντομάτα... Σέλινο... Όχι πολύ λεμόνι... Καθαρό σάκε...»
«Θα ʼναι κανά μπλοντιμέρι» είπε ο ενωμοτάρχης Κοράλες, δείχνοντας ένα ποτήρι που στεκόταν πάνω στο τραπεζάκι δίπλα στην ξαπλώστρα μαζί με μια διπλωμένη εφημερίδα.
«Αααα...» αναφώνησε ο επιθεωρητής Σακαμούρα, σαν νʼ άναψε ένα ξαφνικό φως μέσα στο νου του. «Τι πράγμα είναι Μπλοντιμέρι;»
«Αυτό το κόκκινο ζουμί  που ετοιμαζόταν να πιει ο μακαρίτης.»
«Αααα... Πικάντικο ισπανικό ποτό;»
«Κατά πάσα πιθανότητα» είπε ο Κοράλες, όχι και τόσο σίγουρος, όπως κάθε φορά που τον ρωτούσαν για ένα θέμα για το οποίο δεν είχε ξεκάθαρη άποψη. «Είναι, κατά κύριο λόγο δηλαδή, ένα ποτό της Ανδαλουσίας. Σαν το γασπάτσο, να πούμε, αλλά χωρίς σκόρδο...»
«Αααα...» έκανε ο Διδάσκαλος Σακαμούρα, πάλι μʼ αυτό το ύφος θριαμβευτικής ανακάλυψης. «Τι πράγμα είναι το Γα Πάτσο;»
«Εεε... αυτό που τρως το καλοκαίρι αντί για σούπα...»
«Μπλόντι Μέρι είναι σούπα για καλοκαίρι;»
«Όχι, όχι, το Μπλοντιμέρι πίνεται χωρίς κουτάλι και, κατά κύριο λόγο, είναι για το χαγκόβε...»
«Αααα, Χαν Γκο Βε... Πιάτο Ισπανική Κουζίνα;»
«Όχι, δεν έχει σχέση με πιάτο. Χαγκόβε είναι όταν γίνεσαι λιώμα στα ξύδια, να πούμε, και το πρωί σε πεθαίνει στον πόνο το κρανίο...» Ο Κοράλες συνόδευσε τις εξηγήσεις με μια κλασική χειρονομία για το πιοτό και άλλη μία με το χέρι στο μέτωπό του.
«Αααα...» αναφώνησε πάλι ο επιθεωρητής, κι αυτή τη φορά μόρφασε με τόση ευφυΐα, που διπλασιάστηκε η λάμψη στα μάτια του — σχεδόν αόρατα πίσω από τις μικρές σχισμές των βλεφάρων του.
«Λοιπόν; Εσείς τι λέτε;...» ρώτησε ο Κοράλες, που ένιωθε έναν αόριστο θαυμασμό για τους Ιάπωνες, τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, ενώ είχε πληροφορηθεί από τους ανωτέρους του ότι ο επιθεωρητής Σακαμούρα ήταν μεγάλη διάνοια σε διεθνείς έρευνες.
«Ω! Μακαρίτης πάει κολυμπήσει θάλασσα» είπε ο επιθεωρητής κάνοντας μια χαριτωμένη κίνηση Ζεν με τα μπράτσα του. «Μαλλιά βρεγμένα αλάτι...» Έδειξε τα δικά του μαλλιά, πιο αραιά και άσπρα από τα μαλλιά του κήτους στην ξαπλώστρα, που επίσης φαίνονταν υγρά και πατικωμένα. «Έπειτα, πτώμα βγαίνει από θάλασσα και πιει πικάντικη ισπανική σούπα... Σούπα χωρίς κουτάλι, σούπα για Χαν Κο βε...» Έκανε αυτή την παρατήρηση πάρα πολύ σοβαρά, σαν να είχε πολύ μεγάλη σημασία. «Και τότε, τσακ, πεθαμένος πεθαίνει πολύ μυστηριώδης.»
«Διάολε... και γαμώ τις αναλύσεις! Και γιατί γελάει ο μυστηριώδης νεκρός;» επέμεινε ο Κοράλες, που τώρα παρατηρούσε το μούτρο του πτώματος με τα χέρια χωμένα στις τσέπες του γαλάζιου παντελονιού, που πάντα του έπεφτε λιγάκι.
«Αααα... Μεγάλο κοάν... Μεγάλο αίνιγμα για συλλογισμό σιωπηλό...»
Ο Κοράλες, που σιγά σιγά χαλάρωνε και δεν πρόσεχε τόσο τις διατυπώσεις του καθώς εξοικειωνόταν με τον διδάσκαλο, ανασήκωσε τους ώμους.
«Για μένα, το πράμα είναι ξεκάθαρο. Τρεις τουρίστες νεκροί, κι οι τρεις γελαστοί. Μια Εγγλέζα την Κυριακή στη παραλία, ένας Ολλανδός την Τετάρτη σʼ ένα παγκάκι στον πεζόδρομο και τώρα ένας Γερμανός στη θαλαμηγό του... Κατακόκκινοι και οι τρεις σαν καβούρια. Είναι μέδουσες, σίγουρα. Στάνταρ. Πρέπει να έχουν ένα δηλητήριο που πειράζει μόνο τουρίστες, γιατί εμείς ή έχουμε ανοσία ή καλύτερο δέρμα... Θα ξεδιαλύνει αμέσως η ιστορία μόλις βγει η αυτοψία για την Εγγλέζα... Δηλητήριο μέδουσας που πειράζει τους μυς του γέλιου.» Τσίμπησε το δεξί του μάγουλο κι έφτιαξε ένα σαρδόνιο γέλιο στο μούτρο του. «Αυτό που κατά κύριο λόγο ονομάζεται: ʽʽΘηλητηρίαση από τοκισίνεςʼʼ και στον τόπο...»
Ο επιθεωρητής Σακαμούρα άκουγε τον Κοράλες προσπαθώντας να καταλάβει έστω και τα μισά απʼ όσα του έλεγε, όμως, η προνομιούχα διάνοιά του είχε ήδη ξεφύγει κι έκανε περίπλοκους υπολογισμούς.
«Έχει πολλά δολοφονίες στην Καλαμπέγια;» ρώτησε.
«Δολοφονίες; Εδώ;» ο Κοράλες πλατάγισε πολλές φορές τη γλώσσα του σε μία κατηγορηματική άρνηση. «Εδώ, τα μεγάλα ψάρια του χωριού δεν αφήνουν ούτε ντισκοτέκ νʼ ανοίξει, για να μη τυχόν και γίνουν τίποτα καβγάδες και νταβαντούρια... Ετούτοι οι Καταλανοί του Αμπουρδάν είναι πολύ ξύπνιοι... Νομίζετε πως αν γίνονταν δολοφονίες στην Κόστα Μπράβα θα έρχονταν οι τουρίστες νʼ ακουμπάνε τα λεφτουδάκια τους; Να μου λέγατε για το Γιορέ ή το Καστελντεφέ, εντάξει, δεν έχω αντίρρηση. Όμως, στην Καλαμπέγια...;»
«Και τώρα, τρεις δολοφονίες μία εβδομάδα, χι, χι, χι» είπε ο Διδάσκαλος Σακαμούρα σηκώνοντας τρία δάχτυλα μʼ ένα γέλιο ακατανόητο, λες κι είχε πει κανένα καλό γιαπωνέζικο ανέκδοτο.
Ο Κοράλες, παρόλη τη συμπάθεια, δεν μιλούσε ούτε γιαπωνέζικα, ούτε γερμανικά, ούτε ιταλικά, και πλατάγισε πάλι τη γλώσσα του:
«Αποκλείεται. Μέδουσες είναι... Σας το λέω εγώ που είμαι αποσπασμένος εδώ τριάντα χρόνια και βαριέμαι σαν σκύλος με φλάουτο.»
«Αααα...» είπε ο Διδάσκαλος Σακαμούρα, όπως κάθε φορά που ένα μυστήριο φωτιζόταν μέσα στο νου του. «Δηλαδή, εσύ όχι γεννήσει στην Καλαμπέγια;»
«Καμία σχέση... Εγώ είμαι από Μαδρίτη, πάππου προς πάππου. Και μάλιστα, από το Καραμπαντσέλ, την πιο διάσημη γειτονιά της Μαδρίτης, άμα λάχει...»
«Αααα» αναφώνησε ο επιθεωρητής, «εγώ φάει σαρδέλες του Καραμπαντσέλ...»
Ο ενωμοτάρχης Κοράλες άργησε κάμποσα δευτερόλεπτα να καταλάβει τον περίπλοκο συνδυασμό συλλογισμών που είχε κάνει το μυαλό του λατρευτού διδασκάλου:
«Τι σαρδέλες του Καραμπαντσέλ και πράσινʼ άλογα... εσκαμπέτσε το λένε, σαρδέλες εσκαμπέτσε» διόρθωσε τον επιθεωρητή, με ελαφρά πληγωμένο πατριωτικό εγωισμό.
«Α, ναι. Πολλές πικάντικες ισπανικά φαγητά» είπε χαμογελώντας ο διδάσκαλος. 
Αμέσως μετά στράφηκε προς τους δύο αστυνομικούς που ήταν φρουροί στο κατάστρωμα της θαλαμηγού, χαιρέτησε με γκάσο —ενωμένες παλάμες, ελαφρά υπόκλιση— και αποσύρθηκε προς τη σκάλα της πρύμης.
 
Ο Εντιμότατος Πρόεδρος της Τζενεραλιτάτ της Καταλονίας εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία όταν η γυναίκα του ήταν στο μπάνιο για να απελευθερώσει κάτω από τα σεντόνια κάμποσες ατμόσφαιρες ενοχλητικά αέρια που του έπρηζαν την κοιλιά. Με μεγάλη ηδονή άκουσε το μακρόσυρτο βορβορυγμό, αλλά αναγκάστηκε να τον καταστείλει προβλέποντας την ανεπιθύμητη υγρή κατάληξη. Αμέσως μετά, και με το φόβο ότι η γυναίκα του θα επέστρεφε ανά πάσα στιγμή στο κρεβάτι —είχε σταματήσει νʼ ακούγεται το νερό στο καζανάκι της τουαλέτας— αέρισε με δύναμη τα σεντόνια για να απομακρύνει κάθε ίχνος εγκλωβισμένου μεθανίου. 
Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε ένας πολυτονικός ήχος στο κινητό που ο πρόεδρος άφηνε πάντα στο κομοδίνο του:
Segur que tomba, tomba, tomba, i ens podrem alliberar... 
Ήταν ο ήχος που είχε επιλέξει για τις κλήσεις από τα μέλη της κυβέρνησής του. Στην οθόνη διάβασε τη λέξη «Εντού», υποκοριστικό του μικρού ονόματος του συμβούλου της Προεδρίας. 
Φυσικά, δεν ήταν διόλου καλό σημάδι να τηλεφωνεί ένας σύμβουλος στον πρόεδρο λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα.
«Τι σκατά έγινε;» είπε ο πρόεδρος με το που πάτησε το πράσινο κουμπάκι για νʼ απαντήσει.
«Κοιμόσουν;» ακούστηκε η φωνή του συμβούλου, στα καταλανικά. 
«Σχεδόν. Τι θέλεις;» ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή του προέδρου, επίσης στα καταλανικά. 
«Άσχημα μαντάτα...»
«Έχεις σκοπό να με πρήξεις για πολύ ακόμα; Είχα ξαπλώσει...»
«Εντάξει, έρχομαι στο ψητό. Θυμάσαι το Πείραμα Καταλονία;»
«Σσσστ... φυσικά και θυμάμαι... τι τρέχει;...» απάντησε ο πρόεδρος, χαμηλώνοντας εμφανώς τη φωνή του.
«Αυτό που “τρέχει” είναι ότι τρεις από τους εθελοντές πέθαναν κάτω από πολύ παράξενες συνθήκες...»
Ο πρόεδρος έμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα.
«Ακόμα δε μας έχουν έρθει τα πορίσματα από τις νεκροψίες, όμως και οι τρεις βρέθηκαν νεκροί και... χαμογελαστοί, λες και πέθαναν από... ευτυχία. Έτσι ακριβώς μου τα είπε ο διοικητής της αστυνομίας. Ο τελευταίος βρέθηκε σήμερα το απόγευμα. Είναι γερμανός επιχειρηματίας που συνήθως αράζει τη θαλαμηγό του στην Καλαμπέγια.»
Ο πρόεδρος δεν μπόρεσε νʼ αξιολογήσει αμέσως ποια από τις πληροφορίες εκείνες ήταν η πιο ανησυχητική.
«Και περίμενες να βρεθούν τρεις νεκροί για να μʼ ενημερώσεις;»
«Εγώ, πριν από λίγο το έμαθα. Όλα έγιναν μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα. Το πρώτο πτώμα βρέθηκε την Κυριακή. Ήταν μια Αγγλίδα, μόνιμη κάτοικος της Καλαμπέγια. Έπειτα, την Τετάρτη, ένας Ολλανδός, επίσης μόνιμος κάτοικος. Και σήμερα το απόγευμα... ο Γερμανός...»
Ο πρόεδρος ανακάτεψε τα μαλλιά στους κροτάφους του.
«Και πιστεύεις ότι έχει κάποια σχέση με το... Πείραμα;»
«Κοίταξε... Αν πάρουμε υπόψη ότι έχουν υποβληθεί στη διαδικασία συνολικά δέκα ξένοι εθελοντές και μέσα σε μια βδομάδα πέθαναν οι τρεις χωρίς προφανή αιτία αλλά κάτω από παρόμοιες συνθήκες... πώς το βλέπεις; Εμένα, πάντως, μου φαίνονται πολλές οι συμπτώσεις.»
«Καλά... εμείς ας πάρουμε τα μέτρα μας καλού-κακού. Σταματήστε αμέσως το πείραμα. Βρες μια πειστική δικαιολογία και μη δημιουργήσεις τον παραμικρό ντόρο. δε θέλω ούτε να σκεφτώ τι έχει να γίνει έτσι κι ακουστεί τίποτα στη Μαδρίτη.»
«Δε νομίζω να είναι τόσο απλό... Ο Γερμανός ήταν από τους βασικούς μετόχους του ομίλου Φολκσβάγκεν, οπότε τα νέα θα κυκλοφορήσουν όχι μόνο στη Μαδρίτη, αλλά και στη μισή Ευρώπη.»
«Μάρε ντε Ντέου! Και ποιος είχε τη φαεινή ιδέα να βάλει στο Πείραμα Καταλονία ένα μεγαλοστέλεχος της Φολκσβάγκεν;»
«Κοίταξε, οι προϋποθέσεις για το πείραμα ήταν ακριβώς οι εξής: δέκα άτομα διαφόρων εθνικοτήτων, ηλικιών και φύλων, και από διάφορα κοινωνικά στρώματα...»
«Τότε τη βάψαμε...» Υπό το πρίσμα των περιστάσεων, ο πρόεδρος είχε πατήσει πλέον τα πόδια του στο πάτωμα και προσπαθούσε να οργανώσει την άμυνά του. «Λοιπόν, άκου, θέλω να συναντηθούμε αμέσως με τον διοικητή της αστυνομίας... Πρέπει να φροντίσουμε οι έρευνες να παραμείνουν αυστηρά στον κύκλο της...» 
«Άσε, μην κουράζεσαι, Αντρέου. Είναι πια πολύ αργά.»
«Πολύ αργά για τι πράγμα;»
«Για να κρατήσουμε την υπόθεση υπό έλεγχο.»
Ο πρόεδρος αναστέναξε.
«Για να δούμε... Τι άλλο κάναμε λάθος;»
«Όπως προκύπτει, ο δεύτερος νεκρός, ο Ολλανδός, ήταν μεταφραστής σε κάποια ανάθεμα-κι-αν-ξέρω-κι-εγώ-τι υπηρεσία ερευνών που συνδέεται με την Ιντερπόλ, οπότε η ίδια η Ιντερπόλ αποφάσισε να στείλει έναν δικό της πράκτορα στην Καλαμπέγια. Κι απʼ ό,τι φαίνεται, είναι ένας Γιαπωνέζος με μεγάλη φήμη. Αμέσως ήρθαν σʼ επαφή με το Υπουργείο Εσωτερικών και...»
«Και; Τι; Μίλησαν με τη Μαδρίτη;»
«Έτσι φαίνεται...»
Ο πρόεδρος, καθισμένος στο κρεβάτι, αντιλήφθηκε μια ελαφρά υγρασία στην πιτζάμα του και σκέφτηκε ότι δεν ήταν αρκετά γρήγορος για να συγκρατήσει την ανεπιθύμητη κατάληξη των αερίων του.
«Ένας Γιαπωνέζος της Ιντερπόλ; Μάρε ντε Ντέου... Θέλω να βάλετε αμέσως κάποιον δικό μας να γίνει σκιά του. Να μην τον αφήσει ούτε λεπτό από τα μάτια του. Κάποιον της απολύτου εμπιστοσύνης μας. Θα τον παρουσιάσουμε σαν οδηγό του, σαν συνεργάτη, ή... ξέρω ʼγω, σαν αμφιτρύωνα — βρες ό,τι σου κατέβει...»
«Πάλι πολύ αργά. Από τη Μαδρίτη τού έδωσαν για βοηθό έναν ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής. Έναν απʼ αυτούς που έχουν απομείνει στο λιμάνι της Καλαμπέγια για τους τελωνειακούς ελέγχους...»
«Ένα χωροφύλακα του λιμανιού; Είσαι μεγάλο καθίκι, Εντού. Πες μου τώρα αμέσως ότι μου κάνεις πλάκα...»
«... έχω το φάκελό του: Ραφαέλ Κοράλες, 53 ετών, αποσπασμένος στην Καλαμπέγια από το 1970...»
«Σταμάτα. Βάλε μια τελεία. Με παίρνεις μες στʼ άγρια μεσάνυχτα για να μου πεις ότι έχουμε έναν κερατά γιαπωνέζο μπάτσο κι έναν καραβανά χωροφύλακα που ερευνούν το θάνατο τριών εθελοντών του Πειράματος Καταλονία; Αυτό μου λες δηλαδή; Ορκίσου αυτή τη στιγμή ότι δεν τα βγάζεις απʼ το κεφάλι σου για με κάνεις να πάθω κάνα έμφραγμα και να κατέβεις εσύ επικεφαλής του ψηφοδελτίου.»
«Σου τʼ ορκίζομαι.»
Όταν ο πρόεδρος έκλεισε το τηλέφωνο, η γυναίκα του είχε επιστρέψει στο κρεβάτι.
«Τι έγινε;» ρώτησε τον σύζυγό της.
«Τη βάψαμε» έκανε ο πρόεδρος τραβώντας το πίσω μέρος του παντελονιού της πιτζάμας του και τρέχοντας προς το μπάνιο.
 
Φυσικά, ο επιθεωρητής Σακαμούρα είχε αλλάξει τη διαρρύθμιση όλου του δωματίου στο ξενοδοχείο Μαρίνα Μπράβα, σύμφωνα με τις αρχές του φενγκ σούι, την τέχνη να εναρμονίζεις το χώρο και τα αντικείμενα για την καλύτερη ροή του τσι, για θετική ενέργεια, αλλά και για να εξισορροπείς τις εντάσεις ανάμεσα στο γιν και το γιανγκ.
Στις πέντε το πρωί, ήδη ντυμένος με την παραδοσιακή γιαπωνέζικη ενδυμασία κέσα, καθόταν σε θέση ζα-ζεν, με τα πόδια στη στάση του πλήρους λωτού, την πλάτη όρθια, τα χέρια στα γόνατα... Βρισκόταν σε απόλυτη ακινησία, ωστόσο διαισθανόσουν μια μεγάλη ένταση στη μορφή του, όπως σʼ ένα τεντωμένο τόξο λίγο πριν απελευθερώσει το βέλος του.
Παρέμεινε έτσι, σε κατάσταση έντονου διαλογισμού, ελέγχοντας κάθε στιγμή το ίκι, την αναπνοή, ώσπου το καμπαναριό της Καλαμπέγια σήμανε έξι.
Μετά, για να ξεμουδιάσουν τα πόδια του, περπάτησε μέσα στο δωμάτιο σύμφωνα πάντα με την πανάρχαια παράδοση κιν-χιν: έναν ρυθμικό βηματισμό, όπως του φασιανού, όπου εναλλάσσονται φάσεις έντασης και χαλάρωσης, σαν να αφήνει κανείς στην άμμο ένα αποτύπωμα σταθερό και αθόρυβο, όπως τα ίχνη ενός ληστή.
Ύστερα από άλλα δεκαπέντε λεπτά τάι τσι και άλλα δεκαπέντε τσι κουνγκ, ο επιθεωρητής βγήκε στο μπαλκόνι τού ξενοδοχείου για να εξασκηθεί ακόμη περισσότερο στις πολεμικές τέχνες — αυτή τη φορά στον καθαρό αέρα. Μπροστά στην κουπαστή του τετάρτου ορόφου πήρε τη στάση του γερανού, ισορροπώντας απόλυτα πάνω στο δεξί του πόδι, και παρέμεινε εκεί αθόρυβος για τρία λεπτά. Ώσπου, με βροντερή ιαχή επίθεσης, που αντήχησε σε όλη την έρημη και σκοτεινή λεωφόρο, κραύγασε:
«Ούτουουουου, ασσάααααααα, ισόοοοοοοοοοοο...».
Και άρχισε μια μεγάλη επίδειξη του σι-σέι —στάσεις και ταχύτητα— μαζί με τους αντίστοιχους λαρυγγισμούς και τις παραληρηματικές κραυγές. Άρχισε με έναν όμορφο χορό αϊκίρο, την τέχνη να εξαφανίζεις το κορμί σου από τα μάτια του αντιπάλου —ούπαααααα, ούπαααααα, ούπαααααααα—, ακολούθησε ένα ρεσιτάλ ποδιών που εκτοξεύονται σε στιλ τάε κβο ντο —νισίιιιιι, νισίγιαααααα— και αμέσως μετά μια αλληλουχία από κοφτά χτυπήματα καράτε — γιόουουου, γόουουυο, οουτασίοοοο.
Ο δάσκαλος ήταν τόσο απορροφημένος, που δεν αντιλήφθηκε ότι ορισμένοι γείτονες απʼ τα διπλανά διαμερίσματα είχαν βγει σε μπαλκόνια και παράθυρα.
«Ας του σβουρίξει κάποιος μια κλοτσιά στη μουσούδα, να σκάσει το βρομόσκυλο. Μας πήρε τʼ αφτιά πρωί πρωί» φώναξε ένας ένοικος του ίδιου ξενοδοχείου που βγήκε στο μπαλκόνι με τα σώβρακα.
Μετά το σιπαλκίντο —τον δρόμο των δεκαοχτώ τεχνικών πάλης—, ο διδάσκαλος Σακαμούρα ξεθηκάρωσε το κοφτερό πλην ανύπαρκτο σπαθί του, και με τα μάτια σφαλιστά διέσχισε σαν ανεμοστρόβιλος το μπαλκόνι κάνοντας άλματα κέντο, από την πανίσχυρη ιαπωνική ξιφασκία: ικόοοοοοο, για, ικόοοοοο, για, ικόοοοο...
«Για όνομα του Θεού...» ικέτεψε μια παραθερίστρια από το ξενοδοχείο Βικ, τυλιγμένη σε μια πετσέτα παραλίας, «υπάρχουν και άνθρωποι που κοιμούνται...»
Όταν ο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου άφησε το τηλέφωνο που δε σταματούσε να χτυπά και βγήκε στο δρόμο να δει τι τρέχει στο μπαλκόνι του τετάρτου ορόφου, ο λατρευτός διδάσκαλος είχε ξαναβάλει στη θήκη το φανταστικό του ξίφος και χαιρετούσε με τα χέρια σε θέση γκάσο, όχι μόνο τους αξιότιμους και φανταστικούς αντιπάλους του, αλλά και τα αξιότιμα πιτσιρίκια που τον χειροκροτούσαν από το απέναντι διαμέρισμα, καθώς και τον αξιότιμο μεθυσμένο που επέστρεφε στο σπίτι και είχε για λίγο σταματήσει για να απολαύσει το θέαμα.
Η ησυχία επανήλθε οριστικά στο δρόμο, όταν ο επιθεωρητής αποσύρθηκε στο εσωτερικό του δωματίου. Είχε έρθει η στιγμή να βρέξει τη φανέλα που πάντοτε κουβαλούσε στις αποσκευές του και, γονατιστός, να σφουγγαρίσει ευσυνειδήτως το πάτωμα του δωματίου. Μετά, έστρωσε το κρεβάτι και, τέλος, μπήκε στο μπάνιο για τις καθιερωμένες πλύσεις πριν από το πρόγευμα. Συνήθως ο επιθεωρητής έκανε νηστεία μέρα παρά μέρα —εκτός εάν βρισκόταν σε περίοδο σα σιν, οπότε και νήστευε για εφτά συνεχόμενες μέρες—, τώρα όμως είχε αποφασίσει να τρώει καθημερινά, προβλέποντας τα αποθέματα ενέργειας που θα απαιτούσε η τρέχουσα έρευνα. 
Φόρεσε τη μία από τις δύο άσπρες πουκαμίσες που είχε αγοράσει στη Λυών όταν είχε μάθει για το ταξίδι του στην Ισπανία, κατέβηκε στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, και περιεργάστηκε με μεγάλη περισυλλογή τον μπουφέ του πρωινού. Απέρριψε τα αλλαντικά, το μπέικον, τις φρυγανιές, τα βούτυρα και τις μαρμελάδες διαφόρων γεύσεων, και επικεντρώθηκε σʼ ένα μεγάλο καλάθι με φρούτα. Ύστερα από βαθύτατο διαλογισμό, διάλεξε ένα μικρό μήλο και γύρισε στο δωμάτιό του να το φάει σύμφωνα με τις αρχές του ζεν, μασώντας μεθοδικά και χωρίς να αποσπά το μυαλό του η παραμικρή σκέψη που δε σχετιζόταν με το αντικείμενο της τροφής του. Έτσι λοιπόν, αφήνοντας τη νόηση να πλανιέται σαν ένα περαστικό σύννεφο στον ουρανό, ήρθε η στιγμή που το εσωτερικό του ρολόι τον πληροφόρησε πως έπρεπε να πάει στο ραντεβού με τον ενωμοτάρχη Κοράλες. 
Η συνάντηση θα είχε πραγματοποιηθεί με συνέπεια μηχανισμού ακριβείας, όμως ο ενωμοτάρχης Κοράλες μπήκε στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου Μαρίνα Μπράβα στις οχτώ και είκοσι τέσσερα, δηλαδή είκοσι τέσσερα λεπτά μετά από τη συμφωνημένη ώρα. Η εξήγηση γιʼ αυτήν την εντυπωσιακή παρασπονδία ήταν ότι κάποτε, σε άσχετη στιγμή, ο ενωμοτάρχης Κοράλες είχε ακούσει να λένε ότι η συνέπεια ήταν η ευγένεια των βασιλέων, κι έτσι αυτός, πληβείος σωστός, είχε απαλλάξει τον εαυτό του από παρόμοιες συμπεριφορές. 
«Πώς πάει, δάσκαλε;» χαιρέτισε μόλις μπήκε και είδε τον επιθεωρητή να περιμένει όρθιος, όπως πάντα, με τα χέρια του σταυρωμένα στην πλάτη.
Ο επιθεωρητής κινήθηκε για να χαιρετίσει σε γκάσο, και αμέσως μετά, χωρίς να προφέρει λέξη, επανήλθε στην προηγούμενη στάση αναμονής.
«Λοιπόν, πάμε;...» έκανε ο Κοράλες.
«Εσύ περιμένει τώρα» ήταν η απάντηση του επιθεωρητή.
Προς μεγάλη απογοήτευση του Κοράλες, που δεν μπορούσε να καπνίσει και δεν έβρισκε ούτε μια άθλια καρέκλα να κάτσει σʼ εκείνη την αφιλόξενη ρεσεψιόν, πέρασαν είκοσι τέσσερα ολόκληρα λεπτά μέχρι να βγουν έξω στο δρόμο. 
 
Ο Πρόεδρος της Ισπανικής Κυβέρνησης κατευθυνόταν προς το κοινοβούλιο μέσα σʼ ένα υπηρεσιακό Άουντι Α8, ένα τεράστιο θαλασσί χρηματοκιβώτιο με μαύρα τζάμια και θωρακισμένο ώς την εξάτμιση, δίχως όμως σημαίες κι άλλα διακριτικά που θα ʼδιναν στους Ακατονόμαστους περισσότερες πληροφορίες από τις εντελώς απαραίτητες.
Άκουγε ως συνήθως την πρωινή εκπομπή του αγαπημένου ραδιοφωνικού σταθμού όλων των ταξιτζήδων της Μαδρίτης, όπου ο πικρόχολος δημοσιογράφος-έχω-βαλθεί-να-αποκαλύψω-κάθε-ξεδιαντροπιά κύριος Χοσέ Δομίνγκο ντε λα Κασκάδα περιέλουζε πατόκορφα τον υπουργό Οικονομικών, που το προηγούμενο απόγευμα είχε παρουσιάσει σε συνέντευξη Τύπου ένα επείγον πακέτο μέτρων για να επιταχυνθεί η έξοδος από την κρίση.
«Αυτός ο φτωχομπινές που τώρα μας κάνει τον καμπόσο νομίζει πως οι Ισπανοί τρώνε κουτόχορτο» έλεγε η ραδιοφωνική φωνή. «Ακούστε, κύριε υπουργέ του Φραγκοδίφραγκου, έχουμε πάρει χαμπάρι πια τις καλπουζανιές σας...»
Ο πρόεδρος υποσχέθηκε στον εαυτό του να ψάξει τη λέξη «καλπουζανιά» στο μεγάλο λεξικό με το που θα έφτανε στο γραφείο του, κι ύστερα εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή που ο οδηγός έδινε σκληρή μάχη με το πρωινό μποτιλιάρισμα, για να σκαλίσει τη μύτη με το μικρό του δάχτυλο, αναζητώντας κάπου βαθιά ένα κάκαδο που του δυσχέραινε την αναπνοή. Οι εκσκαφές έφεραν αποτέλεσμα, και μόλις κολλημένο στο νύχι του κάτι που έμοιαζε με φύτρο σόγιας, με κρούστα στην κορυφή και μεγάλη διάφανη ουρά που ʼχε απλωθεί στο ακροδάχτυλο.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άρχισε να χτυπάει το κινητό τηλέφωνο που ο πρόεδρος συνήθιζε να κουβαλάει στην τσάντα του. 
Φάνηκες στην πίστα του νάιτ κλαμπ / κι εγώ σε υποδέχτηκα με φίνα πιρουέτα / ήσουν ιδρωμένη / ήταν μια νύχτα φωτιά.
Ο πρόεδρος κατάφερε να χαμηλώσει την ένταση του ραδιοφώνου από τα κουμπιά πάνω στην πόρτα, όμως συνειδητοποίησε ότι χρειαζόταν και τα δυο του χέρια για νʼ ανοίξει την κλειδαριά ασφαλείας στην τσάντα του, οπότε και άρχισε να αναζητά τρόπους να ξεφορτωθεί εκείνο που είχε κολλημένο στο δάχτυλο.
Κι εγώ, μεθυσμένος να προσπαθώ / να παίξω τον γενναίο και τον τολμηρό.
Δοκίμασε να το φυτέψει στο κάτω μέρος του δερμάτινου καθίσματος, αλλά εκείνο το γλοιώδες σκουλήκι αρνιόταν να εγκαταλείψει το σώμα όπου είχε ανδρωθεί για να πάει να ζήσει επιτέλους τη ζωή του σαν μεγάλο. 
Στο μεταξύ, το πολυτονικό τηλέφωνο συνέχιζε να δυναμώνει την έντασή του μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο:
Δε φταίω όμως εγώ αλλά το τσα τσα / κι εσύ που μʼ έκανες μαζί σου να χορέψω.
Επιτέλους, κάποια στιγμή το τρυφερό πλάσμα καταδέχτηκε να θρονιαστεί στην ταπετσαρία και ο πρόεδρος άνοιξε το βαλιτσάκι κι έβγαλε το κινητό. «Αντρέου», έγραφε η οθόνη. Ήταν το μικρό όνομα του νεαρού συντρόφου του στο κόμμα, την εποχή του Φελίπε Γκονσάλες, που ήταν εδώ και τρία χρόνια πρόεδρος της Καταλονίας, δηλαδή πρόεδρος της Τζενεραλιτάτ. 
«Αντρέου, φίλε μου, τώρα μόλις σκεφτόμουν την περίπτωσή σου...» έκανε τάχα μου ο πρόεδρος με όλο το σοσιαλιστικό του ύφος.
«Πακίτο, τι κάνεις;» είπε ο ένας πρόεδρος, χρησιμοποιώντας το χαριτωμένο υποκοριστικό του άλλου προέδρου, με το οποίο τον φώναζαν φίλοι και συγγενείς.
«Με πετυχαίνεις στο αμάξι, ακούω τον ηλίθιο στο ράδιο... Δε μου λες κάτι, εσύ ξέρεις τι είναι η “καλπουζανιά”; Είπε ότι ο Χοσέ Μιγκέλ κάνει “καλπουζανιές”.»
«Τρέχα γύρευε. Εμένα τις προάλλες με αποκάλεσε “τατσιμιτσικότση των περιφερειών”.»
«Απορώ πού τα βρίσκει όλʼ αυτά τα επίθετα ο τύπος...»
«Θα τα έμαθε φαίνεται όταν ήταν στα παπαδοπαίδια...» είπε ο πρόεδρος κι έσκασε ένα αντικληρικό γελάκι, όμοιο με του έτερου προέδρου στην άλλη άκρη της γραμμής. Μετά, όμως, ακολούθησε μια μεγάλη σιγή. 
«Λοιπόν, γιʼ αυτό σε πήρα κι εγώ, για τη συνέντευξη Τύπου του Χοσέ Μιγκέλ» είπε τελικά ο πρόεδρος της Τζενεραλιτάτ. «Πήγε πολύ καλά, εεεε... Εδώ τουλάχιστον έκανε καλή εντύπωση. Την είδα μαζί με τον Οριόλ από την τράπεζα Λα Κάισα, έδειχνε να έχει επιχειρήματα. Διάβασες το κεντρικό άρθρο της σημερινής ʽʽΛα Βανγκουάρδιαʼʼ;»
«Όχι, δεν πρόλαβα ακόμα, αλλά την έχω στην τσάντα μου» είπε πάλι ψέματα ο πρόεδρος, πάντα μες στην ευγένεια.«Τον ανεβάζουν αρκετά, να ξέρεις. Νομίζω ότι μετέδωσε σιγουριά, κυρίως όταν είπε αυτό το “να πιάσουμε τον ταύρο από τα κέρατα”...»
«Ναι, ναι, αυτό ήταν όλα τα λεφτά...»
Ακολούθησε πάλι ένα κενό και ο πρόεδρος της Τζενεραλιτάτ, αφού εν πάση περιπτώσει εκείνος είχε τηλεφωνήσει, έσπευσε να το καλύψει με μια φράση όλο αμηχανία:
«Εντάξει, λοιπόν... Κανένα νέο από τη Μαδρίτη;».
«Α, μπα, τίποτα. Όλα εντάξει...»
«Καλά... Δεν έχουμε τίποτα επείγον αυτή τη στιγμή;»
«Όχι απʼ όσο ξέρω. Δε μου λες, διάβασα στη ʽʽΜάρκαʼʼ ότι πήρατε τον Βραζιλιάνο της Λίβερπουλ. Είναι αλήθεια;»
«Αααα, αυτό είναι κρατικό μυστικό... Αλλά, τέλος πάντων, δεν μπορώ να το αρνηθώ...»
«Είστε φοβεροί... Αλλά θα το χάσετε πάλι το πρωτάθλημα, το ξέρεις...»
«Αυτό θα το δούμε...» ξανά σιωπή. «Καλά, λοιπόν, εντάξει, αυτά. Δώσε τα συγχαρητήριά μου στον Χοσέ Μιγκέλ. Πρέπει να σʼ αφήσω γιατί έχω να εγκαινιάσω ένα κέντρο ξέρω-ʼγω-τι για κάτι γυναίκες στη Μανρέσα. Βαριέμαι μόνο και που το σκέφτομαι...»
«Μα, φίλε μου, γιʼ αυτά τα πράγματα εγώ στέλνω την υπουργό Ισότητας... Εσύ φταις, που έχεις λίγες γυναίκες στην κυβέρνησή σου. σʼ το ʼχω ξαναπεί...»
«Ναι, είναι απʼ αυτά τα πράγματα που τα αφήνεις, τα αφήνεις, και μετά...»
Όταν τελικά έκλεισαν, ο πρόεδρος έμεινε σκεφτικός μέσα στο αμάξι, που είχε με τη σειρά του εγκλωβιστεί για τα καλά σʼ ένα απίθανο μποτιλιάρισμα στην Γκραν Βία.
Υπήρχε κάτι στο τηλεφώνημα του προέδρου Αντρέου που δεν του καθόταν καθόλου καλά.
Έπιασε πάλι το τηλέφωνο κι έψαξε στον κατάλογο ώσπου βρήκε το όνομα «Αλμπέρτο», του υπουργού Εσωτερικών.
«Μπέρτο, σε πετυχαίνω σε ακατάλληλη στιγμή;»
«Όχι, είμαι παγιδευμένος στην Γκραν Βία...»
«Γαμώτο, κι εγώ το ίδιο... Σε ποιο ύψος;»
«Λίγο πριν από την οδό Μοντέρα. Εσύ;»
Ο πρόεδρος κατέβασε το φιμέ τζάμι ίσα ίσα για να βγει η μύτη του, και στη διπλανή σειρά, μόνο λίγα αυτοκίνητα πιο μπροστά, ξεχώρισε ένα ακόμη Άουντι Α8 με φιμέ τζάμια.
«Σε βλέπω. Είμαι πίσω σου, στα είκοσι μέτρα» είπε ο πρόεδρος.
«Κατέβα κι έλα να μπεις στο αμάξι μου.»
«Κι εγώ σε βλέπω. Άμα κατέβω, όμως, θα πάθουν νευρικό κλονισμό οι τύποι της Ασφάλειας...»
Ο πρόεδρος παρατήρησε τα δύο βανάκια της καμουφλαρισμένης φρουράς που συνόδευαν τα δύο θαλασσί Άουντι, το ένα μπροστά και το άλλο πίσω.
«Ναι, πράγματι... Άκου να σου πω. Σε πήρα γιατί μόλις μίλησα με τον Αντρέου, της Τζενεραλιτάτ.» 
«Α, ναι; Και τι λέει;»
«Τίποτα... Ότι εχτές τα πήγε πολύ καλά ο Χοσέ Μιγκέλ, ότι είδε τη συνέντευξη Τύπου με τον πρόεδρο της Λα Κάισα, και μπλα, μπλα, μπλα...»
«Παράξενο μου φαίνεται. Δε συμφωνεί ποτέ με τον Χοσέ Μιγκέλ, ούτε και μαζί μου...»
«Υπάρχει κάτι ακόμα πιο παράξενο... Μιλούσαμε γύρω στα πέντε λεπτά και δεν πρόφερε ούτε μια φορά τις λέξεις “περιφερειακή χρηματοδότηση”. Και σκέψου ότι μετά από μια δημόσια εμφάνιση του Χοσέ Μιγκέλ είχε την καλύτερη ευκαιρία για να σπρώξει το θέμα...»
«Διάολε, πράγματι. Αυτό είναι μυστήριο.»
«Τι σου λέω... Διάβασες εσύ τη σημερινή ʽʽΛα Βανγκουάρδιαʼʼ;»
«Όχι. Σήμερα, σύμφωνα με το πρόγραμμά μου, πρέπει να διαβάσω τις ʽʽΕλ Φάρο δε Βίγοʼʼ και ʽʽΕλ Οριέντε δε Αστούριαςʼʼ. Αλλά νομίζω ότι τελικά σου τηλεφώνησε για να σε ψαρέψει ή για να δει μήπως εσύ θα έλεγες κάτι απʼ αυτά που περίμενε νʼ ακούσει.»
«Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ... Μήπως έχεις μάθει μπας και ψήνεται τίποτα στα κρυφά στη Βαρκελώνη;»
«Μπα... Εκτός από τον Βραζιλιάνο της Λίβερπουλ, τίποτʼ άλλο.»
«Ρίξε μια ματιά στις καταλανικές εφημερίδες και κάνε μερικά τηλεφωνήματα, διακριτικά... Τα λέμε το απόγευμα.»
Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ο πρόεδρος βρήκε την ευκαιρία, —καθώς ξεκινούσε πάλι το αυτοκίνητο κι ο οδηγός δεν κοιτούσε από το εσωτερικό καθρεφτάκι— να επιδοθεί στις κλασικές ανασκαφές ανασύροντας έτερο κάκαδο, που αυτή τη φορά του έφραζε το αριστερό ρουθούνι.
 
Επειδή η χήρα του γερμανικού κήτους ήταν ακόμα σε άσχημη κατάσταση, ο επιθεωρητής Σακαμούρα προτίμησε να αρχίσει τις έρευνές του με μια επίσκεψη στον σύντροφο της πρώτης μακαρίτισσας, της Αγγλίδας που είχε βρεθεί νεκρή στην παραλία.
Ο ενωμοτάρχης Κοράλες τον οδηγούσε στους απόκρημνους δρόμους της παλιάς συνοικίας της Καλαμπέγια, όλο και πιο μακριά από τον τουριστικό συνωστισμό της λεωφόρου Μαγιόρ. Σταμάτησαν στη χαμηλή και στενή πόρτα ενός μικρού σπιτιού. Ήταν βαμμένη μοβ και ταίριαζε σαν κομμάτι του ίδιου μωσαϊκού με τα άλλα σπιτάκια που ήταν ίδια αλλά διαφορετικού χρώματος.
Ο ενωμοτάρχης Κοράλες χτύπησε το κουδούνι.
Ύστερα από μισό λεπτό δεν είχε ανοίξει κανείς την πόρτα, όμως το εξασκημένο αφτί του επιθεωρητή άκουσε μουσική από το εσωτερικό του σπιτιού —They tried to make me go to rehab / I said no, no, no— και η βάση δεδομένων του εγκεφάλου του προσπαθούσε να ταξινομήσει ακριβώς την πληροφορία που του έστελνε ο εκπληκτικός του λαβύρινθος, κάτι σαν ξερά φύλλα που καίγονται. 
Ο Κοράλες αντάλλαξε ένα βλέμμα αλληλεγγύης με τον επιθεωρητή και μετά ξαναχτύπησε. Αμέσως σταμάτησε η μουσική, ακούστηκε βήχας, και μια φωνή από μέσα:
«ΟΚ, ΟΚ, give me just a minute...».
Όταν τελικά άνοιξε η πόρτα, δεν απόμενε πια καμία αμφιβολία στον επιθεωρητή Σακαμούρα: μύριζε μαριχουάνα, μεταλλαγμένη, ποικιλίας ΧΡ4, που ήταν αναμειγμένη με ξανθό καπνό μάρκας Λάκι Στράικ και στριμμένη μέσα σε ριζόχαρτο. Ο άντρας που άνοιξε την πόρτα θα ήταν γύρω στα τριάντα, μάλλον ψηλός, πολύ αδύνατος, και με αρκετά τσουλούφια πλεγμένα σε κοτσίδες που κατέληγαν σε χρωματιστές χαντρούλες. Στάθηκε και κοίταζε μια την ελαφρώς πλαδαρή μορφή του ενωμοτάρχη Κοράλες που ήταν σε πρώτο πλάνο, και μια την πολύ μικρότερη και λιγνή φιγούρα του επιθεωρητή, με τα χέρια στην πλάτη και τα ακίνητα ματάκια, που ούτε που τα ʼβλεπες πίσω από τις μεγάλες και καλοσχηματισμένες βλεφαρίδες.
«Γεια» είπε ο νέος στα ισπανικά, βλέποντας την κλασική ισπανόφατσα του Κοράλες.
«Καλημέρα. Ενωμοτάρχης Κοράλες, της Χωροφυλακής» συστήθηκε ο Κοράλες με απροσδόκητη άρθρωση τηλεπαρουσιαστή δελτίου ειδήσεων. «Από δω, ο επιθεωρητής Σακαμούρα, της Ιντερπόλ...»
Ο επιθεωρητής είχε βγάλει μια χρυσή ταυτότητα που ένας Θεός ξέρει τι έγραφε, και χαιρέτησε με γκάσο σκύβοντας ελαφρώς το πρόσωπο.
«Ο επιθεωρητής ερευνά τον πρόσφατο θάνατο της συντρόφισσάς σας» συνέχισε ο Κοράλες. «Θα μπορούσαμε να σας απασχολήσουμε για μερικά λεπτά;»
«Μα ήδη μίλησα με τους αστυνομικούς της Αυτόνομης Αστυνομίας της Καταλονίας κι έδωσα κατάθεση στο αστυνομικό τμήμα» απολογήθηκε ο νέος, με έντονη προφορά Σταν Λόρελ και Όλιβερ Χάρντι.
«Είμαστε ενήμεροι και κατανοούμε τη δυσκολία της στιγμής, όμως είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ορισμένες λεπτομέρειες που μπορεί να έχουν σημασία. Μπορούμε να περάσουμε; Δε θα σας απασχολήσουμε για πολύ.» Ο Κοράλες έκανε ένα νεύμα δείχνοντας προς το εσωτερικό.
«Ναι, ναι, βεβαίως» είπε ο νεαρός ανόρεχτα, φοβούμενος νʼ αρνηθεί ένα αίτημα από τη μια τόσο ευγενικά και ορθά διατυπωμένο, κι από την άλλη τόσο επίμονο και αποφασιστικό, που έμοιαζε να βασίζεται σε κάποιου είδους συγκαλυμμένη απειλή. Σύμφωνα με τον Κοράλες, αυτό ήταν το κομψό και ψυχρό στιλ του Εφ Μπι Άι που είχε δει σε τόσες ταινίες, και τώρα, επιτέλους, έβρισκε την ευκαιρία να βάλει σʼ εφαρμογή. Με τη σκέψη αυτή είχε φύγει από το σπίτι με τα γυαλιά ηλίου που συνήθως φορούσε για να οδηγεί, κι είχε μάλιστα σκεφτεί να φορέσει και το γαμπριάτικο κοστούμι ενός ανιψιού του, για να τελειοποιήσει το ρόλο του, όμως η μέρα προμηνυόταν εξαιρετικά ζεστή και αρκέστηκε να ζητήσει από τη γυναίκα του να του σιδερώσει ένα άσπρο κοντομάνικο πουκάμισο. Το σύνολο με το πουκάμισο και το γαλάζιο ντρίλινο παντελόνι τον έκανε να μοιάζει ελαφρώς με μορμόνο σε εκστρατεία προσηλυτισμού, όμως ο σίγουρος τόνος της φωνής του παρέπεμπε αναμφισβήτητα σε αστυνομικό.
Ακολούθησαν τον νεαρό σʼ ένα διάδρομο βαμμένο στο ίδιο μοβ χρώμα της πρόσοψης, κι έφτασαν σʼ ένα μικροσκοπικό σαλόνι. Η σύντομη εκείνη διαδρομή ήταν αρκετή για να καταλάβει ο επιθεωρητής Σακαμούρα ότι το σπίτι είχε ένα φενγκ σούι απολύτως φρικαλέο, με το γιν και το γιανγκ να καλπάζουν αχαλίνωτα όπως τους κάπνιζε. Εκτός αυτού, στην εσωτερική αυλή όπου έβγαζε το σαλόνι, ξεχώριζαν τέσσερα πυκνόφυλλα δενδρύλλια μαριχουάνας που έλαμπαν καταπράσινα στον ήλιο, και ο επιθεωρητής κατάλαβε επίσης ότι, παρόλη την αρνητική τοποθέτηση της επίπλωσης, εκείνο το σημείο πρέπει να ήταν το μόνο ευπαρουσίαστο της κατοικίας, ειδάλλως ο νεαρός θα τους είχε οδηγήσει σε κάποιο άλλο δωμάτιο, όπου δε θα γινόταν τόσο φανερή η έφεσή του στην ψυχοδραστική κηπουρική.
«Θέλετε να καθίσετε;» ρώτησε ο νέος.
Ο Κοράλες, αφού είχε πια εκπληρώσει το χρέος του να κάνει τον αναγκαίο πρόλογο, κάθισε στη μια άκρη του γωνιακού καναπέ, και ο άγγλος αμφιτρύωνας κάθισε στην άλλη. 
Ήταν η σειρά του επιθεωρητή να παίξει το ρόλο του, και ο Κοράλες ετοιμάστηκε να απολαύσει ένα κορυφαίο μάθημα εκφοβιστικής ανάκρισης. Το λοιπόν, ο επιθεωρητής, που αδυνατούσε να καθίσει σε καναπέ με την πλάτη στην πόρτα, στάθηκε όρθιος παρατηρώντας τα τέσσερα ανισομεγέθη και διαφορετικής παλαιότητας πόστερ στους τοίχους, που ήταν βαμμένοι σε χρώμα ροζ της τσιχλόφουσκας, σε αντίστιξη με το πράσινο παπαγαλί στις πόρτες. Στο πρώτο πόστερ χαμογελούσε ο Μπομπ Μάρλεϊ με τα μαύρα δόντια του κι έναν από τους πολύχρωμους σκούφους του. Το δεύτερο πόστερ έδειχνε το σημαδεμένο πρόσωπο του Λου Ριντ στην τζάνκι εποχή του. Στο τρίτο ήταν η Τζάνις Τζόπλιν σε κατάσταση πλήρους μέθης και στο τελευταίο η Έιμι Γουάινχαουζ κοιτάζοντας την κάμερα με ύφος τώρα ρίχνω τούβλο στο κεφάλι του φωτογράφου. Τα έπιπλα, παλιά και αταίριαστα, ορισμένα βαμμένα με πινέλο, θα πρέπει να τα ʼχε κονομήσει από φίλους και γείτονες, ή ίσως και να είχαν προκύψει απευθείας από τον κάδο σκουπιδιών. Δεν υπήρχαν βιβλία, αλλά μόνο κάτι περιοδικά στο τραπεζάκι του κέντρου, που κίνησαν κάπως την περιέργεια του επιθεωρητή, κι επίσης μερικές δεκάδες ανακατεμένα σιντί. Οι στάχτες αιωρούνταν παντού, ωστόσο πουθενά δεν υπήρχαν σταχτοδοχεία, και ο επιθεωρητής συμπέρανε ότι θα πρέπει να είχαν αποσυρθεί βιαστικά λίγο πριν ανοίξει η πόρτα.
«Τι δουλεύετε εσείς;» ρώτησε ο δάσκαλος Σακαμούρα απροσδόκητα, κοιτάζοντας τον Εγγλέζο με λαμπερά μάτια.
Ο νεαρός κατάλαβε τι ακριβώς τον ρωτούσε.
«Πουλάω βραχιόλια στον πεζόδρομο» απάντησε σηκώνοντας τον καρπό του για να δείξει το χειροποίητο προϊόν που ο ίδιος κατασκεύαζε.
«Αααα» έκανε ο επιθεωρητής με το συνηθισμένο ύφος της αιφνίδιας αποκάλυψης. «Εσείς θέλατε να δεχτείτε εμάς άλλη μέρα, μεθαύριο παρακαλώ;»
Αυτό δεν το είχε πολυκαταλάβει ο Άγγλος, κι όχι επειδή ήταν Άγγλος, αλλά επειδή το ύφος και συνεπώς η πρόθεση της ερώτησης θα είχαν προκαλέσει σύγχυση στον οποιονδήποτε. 
«Ναι, βέβαια» απάντησε ο νέος για κάθε ενδεχόμενο.
«Καλά, ευχαριστώ, αντίο» κατέληξε ο επιθεωρητής λες και απάγγελλε από μνήμης τα ονόματα των Τριών Μάγων. Έπειτα κατευθύνθηκε προς την πόρτα του διαδρόμου περιμένοντας τον αμφιτρύωνα να τον οδηγήσει στην έξοδο.
Ο Κοράλες άργησε σχεδόν το ίδιο όσο και ο νεαρός να καταλάβει ότι έπρεπε να σηκωθεί και να ετοιμαστεί να φύγει. Όταν το κατάλαβε, εφάρμοσε όσο καλύτερα μπορούσε το στιλ Εφ Μπι Άι, τακτοποιώντας τα σκούρα γυαλιά του και προσπαθώντας να κρύψει και τη δική του αμηχανία.
Μόνο όταν είχαν πια βγει έξω, τόλμησε να ρωτήσει τον δάσκαλο:
«Αυτό ήταν; Μόνο αυτό θέλατε να ρωτήσετε;»
«Ναι, αυτό. Εντάξει» αποκρίθηκε ο επιθεωρητής.
«Και για να μάθετε τι δουλειά κάνει ο Άγγλος ήρθαμε ώς εδώ; Αφού έχουμε τις αναφορές... Ή θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε τους αστυνομικούς...»
Ο επιθεωρητής, κοντοστάθηκε λίγο με τα χέρια του στην πλάτη, και στρέφοντας γιʼ άλλη μια φορά τα αόρατα ματάκια του προς τον Κοράλες, είπε:
«Το άτομο σημαντικό. Το άτομο με σώμα και σπίτι ολόκληρο. Αναφορές όχι σημασία».
Και συνέχισε το περπάτημα αφήνοντας πίσω τον ενωμοτάρχη.
«Όχι, εντάξει, εμένα δε με πειράζει να πούμε...» είπε ο Κοράλες, προσπαθώντας να φτάσει τον επιθεωρητή. «Αλλά μιας και η έρευνα πάει τόσο γρήγορα, δεν πάμε να πιούμε καμιά μπιρίτσα προτού πάμε στο σπίτι του Ολλανδού, ε;»
«Μόνο ένα πράγμα: Τι πράγμα είναι μπι λί τσα;»
«Όχι μπιλίτσα, μπιρίτσα. Ισπανικό ρόφημα για το καλοκαίρι. Εφεύρεση δική μας, ντόπια. Την ανακαλύψαμε στο Καραμπαντσέλ, την εποχή που δεν υπήρχε ακόμα το ερκοντίσιον.»
«Αααααα» έκανε ο επιθεωρητής Σακαμούρα. 
 
Ο λεεντακάρι Σατρούστεγκι είχε καταφέρει να πλησιάσει αρκετά τις πατούσες του ώστε να μπορεί να κόψει το νύχι του αριστερού μεγάλου δαχτύλου, όμως το έκοψε τόσο άτσαλα, σαν να του το ʼχε ροκανίσει χάμστερ. Αφού πέρασε κάμποσα λεπτά ξεφυσώντας πάνω στην άκρη της μπανιέρας, κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσει τον αγώνα ενάντια στο προφανές: έπρεπε να ξεκινήσει αυστηρή δίαιτα, όσο κι αν απεχθανόταν κάθε αυστηρότητα, επειδή παρέπεμπε σε εφιαλτικούς αυταρχισμούς διαφόρων ειδών. 
Βγήκε από το μπάνιο με το μπλουζάκι και το σώβρακο και φώναξε προς την κουζίνα:
«Μαϊτέτσου! Έλα μια στιγμή και δεν τα καταφέρνω.»
«Τι έπαθες;»
«Έλα εδώ που σου λέω.»
Η Μαϊτέτσου εμφανίστηκε σκουπίζοντας τα χέρια της.
«Τι θέλεις;»
«Δεν μπορώ να κόψω τα νύχια μου.»
«Έκανες μπάνιο;»
«Θα κάνω μπάνιο μετά...»
«Κάνε μπάνιο πρώτα, και μετά.»
«Μα αφού χτες το βράδυ έκανα.»
«Τότε να ξανακάνεις γιατί βρομάνε. Τα πόδια σου.»
«Όχι, όχι, δε βρομάνε». Ο λεεντακάρι μύρισε τα δάχτυλα του χεριού που βαστούσε την πατούσα του και του ξέφυγε μια γκριμάτσα που διέψευδε τους ισχυρισμούς του.
«Φέρε εδώ αυτές τις κάλτσες να τις πάω στο πλυντήριο... Και βάλε Πεουσέκ, ακούς;»
Εκείνη τη στιγμή, πάνω στην εταζέρα του νιπτήρα ακούστηκε το προσωπικό κινητό του λεεντακάρι:
Έχουμε κοτόπουλο ψητό-το-το-το-το και σαλατούλα / ωραίο κύριε φαγητό-το-το-το-το.
Στην οθόνη φάνηκε η λέξη «Κόλντο», το μικρό όνομα του επικεφαλής του ψηφοδελτίου του Βασκικού Κόμματος των Πράσινων Κοιλάδων, του Εουσκαλντούν δε λος Βάγιες Βέρδες, που συμμετείχε στην τελευταία εφτακομματική κυβέρνηση των Βάσκων. Ο λεεντακάρι συνειδητοποίησε με δυσφορία ότι ήταν αναγκασμένος να μιλήσει στην εουσκέρα, γλώσσα που είχε άρχισε να μαθαίνει στα τριάντα έξι του και στην οποία, παρʼ όλες τις προσπάθειες, δεν είχε ποτέ του καταφέρει να μιλήσει σωστά, παρά μόνο αν είχε να βγάλει κάποιο λόγο — οπότε κι έκανε πρόβες. 
Κάθισε πάνω στο καπάκι της λεκάνης για να το αντιμετωπίσει πιο άνετα και πάτησε το κουμπί νʼ απαντήσει.
«Τι χαμπάρια, Κόλντο;» είπε στην εουσκέρα.
«Μόλις έμαθα κάτι που θα σʼ ενδιαφέρει» απάντησε πάλι στην εουσκέρα η φωνή του Κόλντο.
«Για λέγε...»
«Κρατήσου. Μου είπαν ότι οι Καταλανοί έχουν τον Αναδιαμορφωτή...»
Ο λεεντακάρι αναπήδησε πάνω στο πρόχειρο κάθισμα.
«Τι λες; Είναι σίγουρο;»
«Σίγουρο.»
«Ρε τους μπάσταρδους. Πώς το έμαθες;»
«Από πολύ έμπιστη πηγή, δε θέλω να πω περισσότερα.» 
Ο λεεντακάρι κατάλαβε ότι ο Κόλντο μιλούσε για τους Ακατονόμαστους, που λόγω των παράνομων δραστηριοτήτων τους στο μισό πλανήτη, είχαν πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες. 
«Και πώς κατάφεραν να τον πάρουν; Κι εμείς προσπαθήσαμε, αλλά ήταν αδύνατον...»
«Αυτό ακόμα δεν το ξέρουμε, όμως μου λένε ότι έκαναν την επαφή κάπου στο Ντουμπάι ή ίσως στα Αραβικά Εμιράτα... Πρέπει να τους κόστισε όσο ένας πυρηνικός αντιδραστήρας, και μέσα σε τέτοια κρίση...»
«Μπα... Αυτοί οι Καταλανοί είναι τρομεροί. βγάζουν λεφτά ακόμα και κάτω από τις πέτρες. Πάω στοίχημα ότι θα έχουν τα υπόγεια της Σαγράδα Φαμίλια τίγκα στο χρήμα, γιʼ αυτό δεν ήθελαν να περάσει το τρένο υψηλής ταχύτητας από κάτω. Κι αν φερθούν έξυπνα, θα κάνουν μέχρι απόσβεση του ποσού σε τρεις μήνες. Και ξέρεις πόσο ξύπνιοι είναι σε κάτι τέτοια... Και δε μου λες, λειτουργεί καλά; Δεν έχει παράπλευρες συνέπειες; Έλεγαν ότι μπορεί να είναι επικίνδυνος, με την ακτινοβολία ή κάτι τέτοιο...»
«Δεν έχω ιδέα. Αν το δοκίμασαν ήδη με κάποιον, μάλλον έχουν κρατήσει καλά το μυστικό.»
«Θα το έχουν δοκιμάσει σίγουρα... Ρε τους κερατάδες... Κοίταξε, θέλω να με ενημερώσεις αν μάθεις κάτι ακόμα...»
Όταν ο λεεντακάρι έκλεισε το τηλέφωνο, φάνηκε πάλι η γυναίκα του στην πόρτα του μπάνιου.
«Τι έγινε; Ακόμα δεν πλύθηκες;»
«Μα... μιλούσα με τον Κόλντο, από το Βάγιες Βέρδες.»
«Και τι λέγατε τόση ώρα;»
«Τίποτα. Δικά μας θέματα. Κρατικά...»
 
Το διαμέρισμα του ολλανδού νεκρού βρισκόταν ακριβώς μπροστά στη θάλασσα και ο ενωμοτάρχης Κοράλες οδήγησε πάλι τον επιθεωρητή Σακαμούρα μέσα από το κέντρο της Καλαμπέγια. Θα ήταν εύκολο νʼ αποφύγουν το κυκλοφοριακό χάος στην οδό Μαγιόρ που ήταν φίσκα με τουρίστες που χάζευαν τα μπιζού με την ελπίδα να βρουν κάτι να σπαταλήσουν τα λεφτά τους όπως και δήποτε, όμως, στον Κοράλες άρεσε πολύ νʼ ανταλλάσσει απόψεις με ορισμένες εκλεκτές παραθερίστριες.
«Πας στην παραλία, αγαπούλα;» πέταξε σε μια Γαλλίδα αρκετά καλοδιατηρημένη. «Να έρθω να σου κάνω λιγουλάκι σκιά να μην τσουρουφλιστείς και ξεφλουδίσεις;»
«Ta gueule...» απάντησε η Γαλλίδα πίσω από τα γυαλιά ηλίου της και το φλας της μηχανής της άστραψε μπρος στο μούτρο του Κοράλες.
«Είδατε; Μʼ έβγαλε φωτογραφία. Της άρεσα» κοκορεύτηκε ο Κοράλες γυρίζοντας λίγο προς τον επιθεωρητή. «Αν δεν ήμουν υπηρεσία... Περιμένετε μια στιγμή να μπω στο καπνοπωλείο να αγοράσω Δουκάδος...»
Ο επιθεωρητής Σακαμούρα δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι πράγμα ήταν τα Δουκάδος, έτσι, απλώς ακολούθησε τον Κοράλες και πέρασε μαζί του τις αυτόματες γυάλινες πόρτες που χώριζαν τον κλιματιζόμενο χώρο από την καυτή ατμόσφαιρα έξω.
Αυτό ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία για τον δάσκαλο. Στα εξήντα οχτώ του χρόνια —μολονότι δεν έδειχνε ούτε πενήντα εφτά—, ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στο εσωτερικό ενός καπνοπωλείου. Ξαφνικά, του φάνηκε πως είχε βυθιστεί σε μια ψυχρή κόλαση, έντονα αρωματισμένη από το ξύλο των κουτιών με τα πούρα και τις ναρκωτικές αναθυμιάσεις από τις σακούλες με καπνό πίπας. Προπαντός όμως, ο επιθεωρητής Σακαμούρα μαγεύτηκε από το πολύχρωμο μωσαϊκό από τα χιλιάδες πακέτα τσιγάρα που κάλυπταν τον τοίχο πίσω απʼ τον πάγκο. Παρατήρησε έκθαμβος τον τρόπο με τον οποίο οι δύο πωλήτριες εξυπηρετούσαν τις δύο σειρές των τουριστών· με ακρίβεια ρομπότ γυρνούσαν προς τα ράφια και αφαιρούσαν αμέσως τη μάρκα που τους ζητούσε ο πελάτης χωρίς καν να κοιτάξουν, βασισμένες μονάχα στην ευφυΐα του χεριού τους, που πήγαινε μόνο του.
Στον δάσκαλο Σακαμούρα, η όλη διαδικασία του φάνηκε πολύ ζεν.
«Πιάσε ένα Δουκάδος να σκοτώσω τα μικρόβια» ζήτησε ο Κοράλες από την πιο ηλικιωμένη πωλήτρια, την ίδια που του πουλούσε τσιγάρα από το 1979. «Πολλοί ξανθομπούμπουροι τουρίστες σήμερα το πρωί, ε; Όλοι αυτοί δεν είναι από την Καν Φάνγκα...»
«Εμένα μου λες; Ήρθε σήμερα το πρωί ένα πλοίο γεμάτο Άγγλους και τρέχουμε και δε φτάνουμε...» απάντησε η πωλήτρια στα καταλανικά.
«Τι να κάνεις;» είπε ο Κοράλες. «Πούλα μαλακά ναρκωτικά στους Εγγλέζους μέχρι να πάθουν ασφυξία...»
Ο επιθεωρητής Σακαμούρα, παρόλη τη γιορτή των μεθυστικών αρωμάτων, παρακολούθησε με προσοχή το διάλογο. Περίμενε να βγουν πάλι στο δρόμο για να σταματήσει κάποια στιγμή τον Κοράλες και, κοιτάζοντάς τον σταθερά, με τα αστραφτερά σχιστά του μάτια, να τον ρωτήσει:
«Μόνο ένα πράγμα: Γιατί εγκώ καταλαβαίνω εσένα και δεν καταλαβαίνω γυναίκα που μιλάει για τσιγάρα;».
«Θα είναι επειδή εγώ μιλάω καστελιάνικα κι εκείνη καταλανικά...»
«Αααα, κα τα λά νι κα...» Ο επιθεωρητής γέλασε λίγο, χι, χι. «Τι πράγμα είναι κα τα λά νι κα;»
Πήραν πάλι το δρόμο προς τον παραλιακό πεζόδρομο και στο μεταξύ ο Κοράλες έκανε στον δάσκαλο Σακαμούρα μερικά βασικά μαθήματα γλωσσολογίας της ιβηρικής χερσονήσου, όπως τα θυμόταν από τα σχολικά του χρόνια:
«Τα καταλανικά είναι μια διάλεκτος της ισπανικής που στην προφορά τους θυμίζουν τα γαλλικά. Το ίδιο και τα γαλικιανά, μόνο που αυτά προφέρονται, κυρίως, σαν τα πορτογαλικά. Μετά υπάρχουν και τα βασκικά, που είναι άλλη διάλεκτος της καστελιάνικης, όμως αυτά πρέπει να είναι ανακατεμένα με ελληνικά ή κάτι άλλο παράξενο, γιατί όταν τα μιλάνε δεν καταλαβαίνεις γρυ».
«Ααααα... Πολύ γλώσσες διαφορετικές ισπανικά...»
«Όχι, δηλαδή, γλώσσα-γλώσσα υπάρχει μόνο μία, την ανακαλύψαμε εμείς να πούμε, στη Μαδρίτη την εποχή των Ρωμαίων... Σας το λέω εμπιστευτικά γιατί είστε έξυπνος άνθρωπος εσείς και καταλαβαίνετε, όμως αυτό να μην το πείτε σε κανέναν Καταλανό γιατί γίνονται έξω φρενών. Καταλάβατε; Α πα πα... μια φορά το είπα στη γυναίκα μου και μʼ άφησε δύο βδομάδες νηστικό.» Έκανε ένα νεύμα με το δείκτη και τον αντίχειρα κατά μήκος της μύτης του.
«Ααααα» έκανε ο επιθεωρητής. «Δική σου σύζυγος είναι Καταλανή;»
«Από το Ολότ, βασικά, γιατί εκεί ήταν η πρώτη μετάθεσή μου. Έκανα τη βλακεία να την καλέσω μια μέρα να πάμε σινεμά κι έμεινε έγκυος. Διαφορετικά, θα παντρευόμουν εγώ τόσο που μʼ αρέσουν οι γυναίκες; Τον μικρό τον έχω τώρα στη Στρατιωτική Ακαδημία Αεροπορίας. Άντρακλας έχει βγει, σαν τον πατέρα του...»
«Ένα πράγμα μόνο: και στο Καραμπαντσέλ μιλάνε καταλανικά;»
Ο Κοράλες πλατάγισε τη γλώσσα του και σταμάτησε να κοιτάξει τον επιθεωρητή από την κορφή μέχρι τα νύχια, όπως έκανε πάντα όταν κάποιος του έθιγε την πατριωτική του υπερηφάνεια. 
«Με σκοτώνεις τώρα, δάσκαλε... Εμείς στο Καραμπαντσέλ έχουμε δική μας διάλεκτο. Επιστημονικώς λέγεται καραμπαντσελί, ή τσέλι, για συντομία. Όμως, κυρίως μιλάμε σαν χριστιανοί άνθρωποι.»
«Ααααα...» έκανε ο επιθεωρητής πασχίζοντας να αφομοιώσει τις τόσες εμπιστευτικές πληροφορίες που του πρόσφερε αφειδώς ο ξεναγός του. «Καταλανικά δεν είναι χριστιανικά αλλά αραβικά, από Ισλάμ;»
«Όχι, βρε αδερφέ, όχι... Τα καταλανικά βγήκαν επειδή η επαρχία της Χερόνας είναι η πιο μακρινή από τη Μαδρίτη και παλιά οι αυτοκινητόδρομοι δεν ήταν όπως τώρα, βασικά... Όμως στην Καν Φάνγκα, που έχει καλύτερες συγκοινωνίες, να πούμε, τώρα πια μιλάνε περισσότερο κανονικά ισπανικά.»
«Μόνο ένα πράγμα: Τι είναι καν φαν γκα;»
«Καν Φάνγκα είναι, δηλαδή, κατά κύριο λόγο, η Βαρκελώνη, αλλά όπως ήταν η ονομασία στα αρχαία καταλανικά.»
«Ααααα... Εγώ λίγη ώρα στην Καν Φάνγκα, στο αεροδρόμιο Πρατ» είπε ο δάσκαλος. «Πολύ ωραία, αρχιτεκτόνες μοντερνικοί.»
«Μπα... Φαίνεται πως ήθελαν να κάνουν ένα πράμα σαν τη Μαδρίτη, αλλά τους βγήκε μικρότερη και χωρίς τόση αρχοντιά... Εντάξει, έχουν θάλασσα, όμως οι δρόμοι είναι όλοι ίδιοι και, για να κρύψουν τις τσαπατσουλιές τους, τη βάφτισαν Ενσάμπλ δε Σαρντά, που ήταν ο παππούς εκείνου του τηλεπαρουσιαστή που είχε γκόμενα τη Βενένο, δεν ξέρω αν το έπαιζαν αυτό στην Ιαπωνία.... Μετά έχουν και τη Σαγράδα Φαμίλια, που έμεινε στη μέση γιατί τον αρχιτέκτονα τον πάτησε το τραμ και τώρα δε βρίσκουν τα σχέδια. Είχαν κι έναν άσπρο γορίλα στο ζωολογικό κήπο, αλλά λύσσαξαν να γκαστρώσουν ένα σωρό μαϊμούδες μήπως βγάλουν άσπρα μαϊμούδια και τον κακομοίρη τον πέθαναν στη μαλακία. Με το συμπάθιο...»
«Αααα, όμως και Ολυμπιάδα στην Καν Φάνγκα. Αμίγος παρά σιέμπρε, ναινο, νάινο, νάινο, να, τραγούδησε ο επιθεωρητής. «Εγώ, αυτό είδα στο Κιότο τηλεορασικώς...»
«Μπα... Μεγάλη κομπίνα η Ολυμπιάδα, αδερφέ μου... Δε θυμάστε που το μεγάλο κεφάλι των αγώνων ήταν ένας ζάμπλουτος Καταλανός, που τα πήρε όλα για πάρτι του; Άμα τότε έκανε κουμάντο στην Ολυμπιάδα ο Χεσούς Χιλ από την Ανδαλουσία, σίγουρα θα την είχαν κάνει στην Μαρμπέγια, μην τσιμπάς...»
Είχαν φτάσει πια στην παραλιακή και βάδιζαν πάνω στο κεντρικό τμήμα από πατημένο χώμα, σαφώς καλύτερο από τα σοκάκια της παλιάς πόλης. Ο επιθεωρητής Σακαμούρα έδειχνε κάτι να επεξεργάζεται μέσα του:
«Μόνο ένα πράγμα: Εσύ καταλαβαίνεις πολύ καταλανικά;»
«Βέβαια. Εγώ όλα τα καταλαβαίνω, δε βλέπετε που στο τελωνείο έρχονται τουρίστες από όλο τον κόσμο... Μια μέρα μου ήρθε μέχρι κι ένα αυστραλέζικο φορτηγό καράβι. Όχι αυστραλέζικο από την Αυστρία. αυστραλέζικο από την Αυστραλία, που είναι ακόμα πιο μακριά...
»Ω, ρε μάνα μου, προσοχή στη βιτρίνα, δάσκαλε. Η γκόμενα που έρχεται κατά δω γουστάρει νταραβέρι...
»Να σε βοηθήσω να σηκώσεις τα βάρη, ομορφιά μου; Σε βλέπω πολύ φορτωμένη...»
Η ερωτηθείσα δεν καταδέχτηκε νʼ ανοίξει το στόμα.
«Τα μισά απʼ αυτά είναι σιλικόνη, δάσκαλε. Σας το λέω εγώ που το μάτι μου κόβει...»
Όμως ο επιθεωρητής Σακαμούρα σκεφτόταν κάτι άλλο.
«Ένα μόνο πράγμα: Εσύ μπορείς διδάξεις εμένα λίγη λέξη καταλανικά;»
«Κόφʼ την πλάκα, δάσκαλε... Αφού δε χρειάζεται διδασκαλία, αυτά τα μαθαίνεις μονάχος, όπως τα τσέλι...»
 

 

ΤΟΥΣΕΤ ΠΑΜΠΛΟ