ΑΡΚΕΤΑ ΜΙΛΗΣΑΜΕ ΓΙ' ΑΓΑΠΗ

ΑΡΚΕΤΑ ΜΙΛΗΣΑΜΕ ΓΙ' ΑΓΑΠΗ

Συγγραφέας: ΛΕ ΤΕΛΙΕ ΕΡΒΕ
Μετάφραση: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Εκδόθηκε: 16/05/2011
ISBN: 978-960-8397-42
Σελίδες: 254

€15.26 €16.96

  Στο καλαθι βιβλια

 «Της αρέσει η φωνή του στο τηλέφωνο, ο τρόπος του να ʽʽτραβάειʼʼ λίγο τις λέξεις, να επιβραδύνει το ρυθμό, την προβληματίζουν ο τρόπος του σαν να ψάχνει τα λόγια του, η αυτοσυγκέντρωσή του, οι δισταγμοί του. Της αρέσουν η χροιά της φωνής του, το τίμπρο της, οι εκφράσεις του που είναι σαν να τις έχει γραμμένες. Διακρίνει σʼ αυτές μια ένταση, κι αυτή η ένταση τη διαπερνά, σʼ αυτήν διαβάζει την ουσία της ζωής, κάτι που φέρει ο ίδιος, μέσα του, όχι κάτι που θα του το γεννήσει αυτή. Αυτός ο άνδρας δεν της οφείλει τίποτα. Δεν περίμενε εκείνην για να ζήσει, και το ανοίκειο ενός ανδρικού παρελθόντος όπου εκείνη δεν υπάρχει, τη ρουφάει σαν δίνη.»

 
Διαβάζοντας το Αρκετά μιλήσαμε γι' αγάπη, έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι στη δεκαετία του 1970, ανάμεσα σε μια ταινία του Κλοντ Σοτέ και ένα μυθιστόρημα του Ζορζ Περέκ. Οι καρδιές είναι cafés γεμάτα με αναμνήσεις και παλιούς καπνιστές. Τα πούλια αυτού του γοητευτικού αφηγηματικού ντόμινο είναι κατ' αρχάς δύο ζευγάρια: ένας επιστήμονας και η σύζυγός του, δικηγόρος, Λουίζ Μπλουμ, και ένας οφθαλμοχειρουργός και η σύζυγός του, Άννα Στάιν. Επίσης, δύο εργένηδες: ο ψυχαναλυτής Τομά Λε Γκαλ, που παρακολουθεί την Άννα και γίνεται εραστής της Λουίζ, και ο συγγραφέας Ιβ Ζανβιέ, που γίνεται εραστής της Άννας. Τα πρόσωπα είναι γύρω στα σαράντα, γερνούν χωρίς να γεράσουν. Διαβάζεις τις συναντήσεις τους, τις διασταυρώσεις τους, τις αμφιβολίες τους, τις ατυχίες τους, τους χωρισμούς τους. Η Άννα, ας πούμε, προσδοκά το ανέφικτο: «έναν εραστή που να την αγαπάει τρελά, αλλά να είναι αδιάφορος». Άλλα θέματα που θίγονται, είναι η ερωτική επιθυμία, η εβραϊκότητα, ο τροτσκισμός, η αυτοχειρία. Στη λέξη «αγάπη» που δεσπόζει στο αφήγημα, θα πρόσθετα και δύο άλλες που χαρακτηρίζουν πιο πολύ το στιλ: «ευγένεια» και «λεπτότητα».
Philippe Lançon, «Libération»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
 
 
Εκείνη τηχρονιά, ο πλανήτης γνώρισε το πιο ζεστό του φθινόπωρο μετά από πέντε αιώνες. Ωστόσο, για την ουρανόπεμπτη κλιματική εύνοια, που μπορεί και να ʼπαιξε το ρόλο της, δε θα ξαναγίνει λόγος.
Η αφήγηση αυτή καλύπτει ένα χρονικό διάστημα τριών μηνών, ίσως και λίγο μεγαλύτερο. Όποια ή όποιος δε θέλειή δε θέλει πιανʼ ακούει να του μιλούν γιʼ αγάπη, ας μη συνεχίσει την ανάγνωση.
 
 ΤΟΜΑ
 
 
Κάθε μεγαλούπολη χρειάζεται μεγάλα πάρκα. Τα πάρκα είναι βασική προϋπόθεση, προκειμένου η ζωή των νέων ανθρώπων να σκοντάφτει κάπου κάπου, να λοξοδρομεί, να παίρνει μιαν απρόβλεπτη διακλάδωση, έτσι ώστε να πραγματώσει ένα μέρος των δυνατοτήτων της. Σʼ ένα τέτοιο πάρκο, αυτό του Λουξεμβούργου, ένα πρωί του Φεβρουαρίου 1974, μπαίνει ένας έφηβος. Έχει μακριά μαλλιά, φοράει μάλλινο κασκόλ και λέγεται Τομά, Τομά Λε Γκαλ.
Ο Τομά είναι καλός μαθητής. Παρʼ όλο που είναι μόλις δεκάξι, προετοιμάζεται να εκπληρώσει τις φιλοδοξίες που τρέφει γιʼ αυτόν η μητέρα του: να μπει στο πανεπιστήμιο· ει δυνατόν, στο Πολυτεχνείο. Όμως, εκείνο το πρωινό του Φεβρουαρίου, ο Τομά βγήκε από το σπίτι του, πήρε το μετρόμένει κοντά στη στάση Μπαρμπές, στο 18ο Διαμέρισμακαι δεν κατέβηκε από το συρμό στη στάση του λυκείου του. Συνέχισε στη γραμμή 4 ώς τη στάση Σεν-Μισέλ, κι ύστερα ανηφόρισε τη λεωφόρο ίσαμε το πάρκο. Κατευθύνεται προς τo Μεγάλο Σιντριβάνι, διασχίζει την αλέα με τις προτομές των βασιλισσών της Γαλλίας, κάθεται σε μια μεταλλική καρέκλα. Έχει προσχεδιάσει τη δραπέτευσή του. Η τσάντα του είναι γεμάτη βιβλία. Δεν κάνει και πολύ κρύο.
Το βράδυ, γυρίζει στους γονείς του. Πεινάειείναι όλη μέρα μʼ ένα σάντουιτς κι ένα φρούτο.
Την επομένη, τη μεθεπομένη και, εφεξής, κάθε μέρα, ο Τομά πηγαίνει στους Κήπους του Λουξεμβούργου. Το πάρκο γίνεται η βάση του. Καμιά φορά, συναντιέται εκεί με κά­ποιους μποέμ συντρόφους: μια συνομήλική του, ονόματι Μανόν, ξανθιά, γαλλική μυτούλα και φακίδες, ακόμα πιο ταλαίπωρη απʼ αυτόν, και τον Καντέρ, έναν ψηλό μαύρο, καμιά τριανταριά, κιθαρίστα, που ασκεί το λειτούργημά του στο μετρό. Όταν βρέχει, ο Τομά βρίσκει καταφύγιο κάτω από ένα κιόσκι ή πηγαίνει να ζεστάνει το κοκαλάκι του στο Malebranche, ένα ντουμανιασμένο café όπου συχνάζουν οι υποψήφιοι σπουδαστές από το Λύκειο Λουί-λε-Γκραν. Κουβεντιάζει μαζί τους για πολιτική, για λογοτεχνία, τσακώνεται για τον Προυστ, τον Αλτουσέρ, τον Τρότσκι και τον Μπαρτ, με πάθος ευθέως ανάλογο της άγνοιάς του για τα κείμενα. Όταν, αργότερα, θα τα διαβάσει, θα ντραπεί για τις βλακείες που έλεγε, και θα εκπλαγεί για την ατιμωρησία της απάτης του.
Έρχεται ο Μάρτιος, και μετά ο Απρίλιος. Οι καθηγητές του Τομά ξέρουν ότι έχει παρατήσει το σχολείοτους το είπε ο ίδιος. Στους γονείς του, όμως, λέει ψέματα. Ανακαλύπτει πόσο εύκολο και πόσο συναρπαστικό είναι να λέει ψέματα, αλλά και πόσο προικισμένος είναι σʼ αυτό. Μυρίζει τσιγαρίλα; Φταίνε οι άλλοι που καπνίζουν απʼ την αγωνία τους στη διάρκεια των διαγωνισμών. Δεν έχει λεφτά να ψωνίσει κάτι να φάει; Υποψιάζεται ότι τον κλέβει ο καντινιέρης. Γυρίζει, κατά λάθος, νωρίς; Κάτι πήγε στραβά σʼ ένα πείραμα οξειδοαναγωγής και —«δε θα το πιστέψετε»— ο καθηγητής τής χημείας λαμπάδιασε. Δεν έχει μιλήσει ποτέ περισσότερο για τις σπουδές του απʼ όσο όταν τις διέκοψε.
Ένα βράδυ του Μαΐου, με το που γυρίζει σπίτι του, ο Τομά αρχίζει να κεντάει την επιφυλλίδα της ημέρας. Ο πατέρας τον περιεργάζεται σιωπηρά. Ξαφνικά, η μητέρα εκρήγνυται. Ξέρουν. Τους τηλεφώνησαν από το προπαρασκευαστικό λύκειο: δεν έχει επιστρέψει ένα βιβλίο στη Βιβλιοθήκη, παρά τη φυγομαχία του εδώ και τρεις μήνες. Καβγάς, οργή, διάρρηξη σχέσεων. Ο Τομά δε θα μπει ποτέ στο πανεπιστήμιο. Εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία, βρίσκει άσυλο στο σπίτι ενός φίλου. Ζει με μικροδουλειέςη μηδενική ανεργία εκείνη την εποχή το επιτρέπει ακόμα—, παρακολουθεί, τρόπος του λέγειν, κάτι μαθήματα ψυχολογίας και κοινωνιολογίας, παρατείνει κατά δέκα χρόνια την εφηβεία του. Ένα πρωινό του Μαΐου, τον πετάει έξω απʼ αυτήν ένα τηλεφώνημα από το αστυνομικό Τμήμα: η κοπέλα του, η Πιετ, που νοσηλευόταν για κατάθλιψη κι είχε πάρει άδεια εξόδου, έπεσε στις γραμμές του τρένου. Σε τρεις μέρες μέσα, ο Τομά διεκπεραιώνει όλα τα απαραίτητα γραφειοκρατικά, οργανώνει την κηδεία, θάβει τη φιλενάδα του. Με το που σκεπάζεται ο τάφος, γυρίζει σπίτι του. Δε θα ξαναβγεί παρά μετά από μια βδομάδα, ξυρισμένος και σχεδόν γουλί. Ξαναρχίζει τις σπουδές, τις σπουδές του. Τη στιγμή που αρχίζει η παρούσα αφήγηση, μια χάλκινη πλάκα, βιδωμένη στην είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού Μονζ 28, όχι και πολύ μακριά απʼ τους Κήπους τού Λουξεμβούργου, συγκεφαλαιώνει τη διαδρομή του.
 
ΔΡ ΤΟΜΑ ΛΕ ΓΚΑΛ
ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ, ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗΣ
ΤΕΩΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ
ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ
 
 
 Η πλάκα αποπνέει σοβαρό επαγγελματισμό, αλλά σήμερα, όπως και να το κάνουμε, ο Τομά Λε Γκαλ είναι πολύ επαγγελματίας.
Στον τέταρτο όροφο, ένα οικογενειακό τριάρι έχει μετατραπεί σε γραφείο ψυχανάλυσης. Ο Τομά έχει διατηρήσει τη μοντέρνα και ευρύχωρη κουζίνα. Καμιά φορά, τρώει εκεί κανένα spring roll που έχει αγοράσει από ένα κινέζικο εστιατόριο. Το δωμάτιο αριστερά της εισόδου είναι σήμερα αίθουσα αναμονής: το παρκέ, δύο βαθιές πολυθρόνες κι ένα χαμηλό τραπεζάκι την κάνουν να θυμίζει αγγλική λέσχη· από το παράθυρο χωρίς κουρτίνες, φαίνεται ο δρόμος. Οι ημίωρες συνεδρίες είναι οργανωμένες ανά ώρα, κι έτσι οι αναλύοντες δε διασταυρώνονται. Ο Τομά δέχεται με ραντεβού στο διπλό σαλόνι: η θέα στον ουρανό και στα πλατάνια της αυλής θα ήταν απερίσπαστη αν τα στόρια από εξωτικό ξύλο δε διύλιζαν το φως. Η πόρτα είναι καπιτονέ με μαύρο βελούδο, και το λαδί δέρμα του ντιβανιού υποτίθεται ότι δρα χαλαρωτικά. Αφρικανικές μάσκες εποπτεύουν το χώρο με ευμένεια, όπως τα αγάλματα Μοάι, με την πλάτη γυρισμένη στη θάλασσα, προστατεύουν το Νησί του Πάσχα. Πίσω απʼ το γραφείο Louis-Philippe, ένα βιομηχανικό τοπίο του Στίβεν Λόουρι, γαλαζωπής γκριζάδας. Στον τελευταίο τοίχο, ένας πολύ μικρός και πολύ σκοτεινός πίνακας του Μπραμ φαν Φέλντε, από την εποχή της φιλίας του με τον Ματίς. Αυτό είναι και το μόνο έργο αξίας. Ο Τομά το αγόρασε στο Ντρουό, μάλλον πανάκριβα (αν υποτεθεί ότι έχει κάποιο νόημα νʼ αγοράζεις πανάκριβα την τέχνη), ακριβώς για να μη διανοηθεί να ξαναγοράσει στο Ντρουό.
Ο Τομά δεν αγνοεί ότι αυτός ο χώρος είναι η καρικατούρα ενός γραφείου ψυχαναλυτή. Μπορεί, βέβαια, να απέφυγε το κλασικό τοτέμ και το φετίχ με τα καρφιά, αλλά ξέρει πως ό,τι εκφράζεται με τη διακόσμηση έχει σημασία, και του δίνει ιδιαίτερη προσοχή.
Στη μακρόστενη βιβλιοθήκη του τελευταίου τοίχου, η λογοτεχνία συγχρωτίζεται με την ψυχανάλυση σε μια ατμόσφαιρα πολιτισμένης σύγκρουσης. Ο Τζόις πλευρίζει τον Πιερ Καν, ο Λερίς στριμώχνεται με τον Λακάν, ένας στραβοτοποθετημένος Κενόκαλό σημάδι αυτό για ένα βιβλίοακουμπά πλάτη με πλάτη στον Ντελέζ. Όταν ο Κενό πέθανε, ο Τομά δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαπέντε. Si tu crois xava, xava xava xa, xava durer toujours la saison des za la saison des zamours  Πάει καιρός τώρα που ο Τομά Λε Γκαλ έχει πάψει να το πιστεύει. Οι ρυτίδες χαράζονται, τα κατσαρά μαλλιά (ποτέ δεν ήταν πιο γκρίζα) υποχωρούν στο μέτωπό του, το πρόσωπο έχει παχύνει, έχει κάπως πλαδαρέψει, ο πρώην σαραντάρης οδεύει ολοταχώς προς τον εξηντάρη, και τα χειρότερα έπονται.
Το ρολόι σε σχήμα μισοφέγγαρου πάνω στο τζάκι δείχνει εννέα. Ο Τομά έχει απενεργοποιήσει το μηχανισμό τού κουδουνίσματος, για να είναι προσηλωμένος στη συνεδρία. Καθισμένος στην πολυθρόνα του, περιμένει. Διαβάζει την προχθεσινή «Le Monde», τακτοποιεί κάτι χαρτιά. Το πρώτο ραντεβού του έχει καθυστερήσει. Πάντα καθυστερεί η Άννα Στάινδύο, δέκα, καμιά φορά και δεκαπέντε λεπτά, πάντα με κάποια δικαιολογία: δεν ήρθε η μπέιμπι-σίτερ, ο δρόμος είχε κίνηση, δεν έβρισκε να παρκάρει. Ο Τομά τής πρότεινε μιαν άλλη ώρα, εκείνη αρνήθηκε. Μπορεί και να της αρέσει να στήνει τον άλλον. Ο Τομά έχει εμπιστοσύνη στη σοφία των λαϊκών εκφράσεων.
Άννα Στάιν. Δώδεκα χρόνια ψυχανάλυση που φτάνει στο τέλος της. Τα πρώτα χρόνια, όπως πολλοί άλλοι, η Άννα δεν έκανε άλλο από το νʼ αφηγείται. Ξεδίπλωσε τη ζωή της, και μετά, όταν εξαντλήθηκαν οι αναμνήσεις της, ένιωσε σαν στραγγισμένο ποτάμι κι άρχισε να γυρίζει στον αέρα για κάνα χρόνο, ίσως και παραπάνω. Όμως, μόνον όταν παραδέχτηκε ότι είχε νικηθεί, και πέταξε οργισμένη ένα «Μα τι άλλο θέλετε να σας

ΛΕ ΤΕΛΙΕ ΕΡΒΕ