Η Αριάδνη στη Νάξο

Η Αριάδνη στη Νάξο

Συγγραφέας: ΑΣΠΕΙΤΙΑ ΧΑΒΙΕΡ
Μετάφραση: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόθηκε: 15/12/2003
ISBN: 960-7073-96-7
Σελίδες: 280

€14.31 €15.90

  Στο καλαθι βιβλια

Αχαιοί πολεμιστές καταλαμβάνουν την ακμάζουσα, φιλειρηνική, αλλά ανοχύρωτη, πόλη της Κνωσσού, αντικαθιστώντας το μητριαρχικό-αναρχικό σύστημα διακυβέρνησης από ένα καθεστώς απολυταρχικό, πολεμοχαρές και πατριαρχικό. Επιβάλλουν τη λατρεία των δικών τους, βίαιων θεών, προκειμένου να εκμηδενίσουν έννοιες όπως «ελεύθερος χρόνος», «απόλαυση», «ελευθερία των ηθών», «ανεμπόδιστη σεξουαλικότητα» κ.λπ. Όμως, με έναν μυστηριώδη τρόπο, η πόλη αποκτά διπλή υπόσταση και συντηρεί κρυφά τα αρχαία έθιμα χάρη στην Ευρώπη, την Πασιφάη και την Αριάδνη, τις τρεις βασίλισσες που διαδέχθηκαν η μία την άλλη στην υπεράσπιση και τη διάσωση των αξιών του πολιτισμού τους. Ο Πολύιδος, ένας νεαρός ξένος από τους Δελφούς που παριστάνει το μάντη, εμπλέκεται άθελά του στην ανακάλυψη του κρυμμένου μυστικού της Ευρώπης και αναλαμβάνει να σώσει την Κνωσσό από την καταστροφή. Μια καταιγιστική αλληλουχία επεισοδίων αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη από την πρώτη σελίδα τού βιβλίου: ψέματα, απαγωγές, ταξίδια στο χρόνο, δολοφονίες, μετενσαρκώσεις — τα πάντα μπορεί να συμβούν σ' αυτόν το χρόνο μεταξύ μυθολογίας και Ιστορίας μέσα στον οποίο κινείται το μυ-θιστόρημα του Χαβιέρ Ασπέιτια. Από την απαγωγή της Ευρώπης μέχρι την είσοδο του Θησέα στο Λαβύρινθο, περνώντας από τη γέννηση του Μινώταυρου και το θάνατο του Ίκαρου, Η Αριάδνη στη Νάξο αποτελεί μία γοητευτική αλληγορία των αντιφάσεων μιας κουλτούρας που συνηθίζουμε να την ονομάζουμε «δυτική».

Νύχτα κυνηγιού Ένα φύσημα του ανέμου ψηλά, έδιωξε τα σύννεφα που έκρυβαν το ολόγιομο φεγγάρι. Το λευκό φως του μητρικού άστρου χύθηκε πάνω στους ανιχνευτές, προκαλώντας τους ρίγος στη ραχοκοκκαλιά. Έσκυψαν ακόμα περισσότερο πίσω από τους θάμνους που τους κάλυπταν. Νομίζοντας ότι τους προστάτευε η φευγαλέα σκοτεινιά της νύχτας, κατάλαβαν και οι δύο ότι είχαν ζυγώσει πάρα πολύ σ' εκείνη την ομάδα των ιθαγενών γυναικών. Τώρα, κάθε τους κίνηση μπορούσε να τους προδώσει. «Πάμε να φύγουμε, Δεκαπέντε» είπε ο ένας. «Αν αφήσουμε τα όπλα μας εδώ δεν θα καταφέρουν να μας πιάσουν ακόμα κι αν μας δουν να τρέχουμε.» «Τρελάθηκες, Μορμολύκειε;» αναφώνησε ο άλλος. «Τι στο διάβολο θέλεις; Να φτάσεις μπροστά στον Αστερίωνα άοπλος και με την ουρά στα σκέλια; Προτιμώ να κάτσω εδώ να χορεύω όλη τη νύχτα με τις μάγισσες.» Πράγματι, οι γυναίκες χόρευαν έναν άτακτο χορό, ελαφροντυμένες με δέρματα που έμοιαζαν ελαφιού. Στα χέρια τους βαστούσαν κάτι που οι ξένοι στρατιώτες είχαν πάρει ως εκείνη τη στιγμή για εύκαμπτα κλαδιά. Με το φως του φεγγαριού, όμως, κατάλαβαν το λάθος τους. «Που να κατέβει ο Δίας να μου ξεριζώσει τα γένια, αν αυτά που βαστούν δεν είναι φίδια ζωντανά!» είπε σχεδόν φωνάζοντας ο Μορμολύκειος. Τότε, μια από τις χορεύτριες σταμάτησε και, στρέφοντας το κεφάλι προς τη συστάδα των θάμνων που έκρυβαν τους δύο κατάσκοπους, οσμίστηκε τον αέρα με άγριες διαθέσεις. Ξαφνικά έβγαλε ένα ουρλιαχτό που έκανε τις συντρόφισσες της να παραλύσουν και τις τρίχες των παρείσακτων να ορθωθούν κάγκελο. Οι γυναίκες μαζεύτηκαν γύρω από εκείνη που είχε ουρλιάξει, κινούμενες από το ένστικτο κινδύνου. της αγέλης. Μονομιάς, χωρίς καν να κοιτάξει ο ένας τον άλλον, ο Δε καπέντε και ο Μορμολύκειος πήδηξαν έξω από την κρυψώνα τους και το έβαλαν στα πόδια πανικόβλητοι, αφήνοντας καταγής τα δόρατα τους. Πίσω τους ακούστηκαν γυναικεία χάχανα και ποδοβολητό ζώων. Το κυνήγι είχε αρχίσει. Το όνειρο του Αστερίωνα Μέσα στη σκοτεινή νύχτα, ο Αστερίων προχωρούσε με όλη την ταχύτητα που του επέτρεπαν οι βαριές του δρασκελιές, παραμερίζοντας με τα χέρια τα χαμηλά κλαδιά των δέντρων που του μαστίγωναν το πρόσωπο, πασχίζοντας να ξεχάσει τις κράμπες στα πόδια του. Εξαντλημένος, στάθηκε να πάρει μερικές βαθιές ανάσες ρουφώντας τον ελάχιστο αέρα που έμπαινε μέσα στο πυκνό δάσος. Συνάμα, κρύφτηκε πίσω από τον πελώριο κορμό ενός δέντρου. Τότε ένιωσε πως είχε ξαναζήσει την αγωνία αυτής της φυγής. «Τώρα» σκέφτηκε, «θα γυρίσω να δω, κι αυτή θα βρίσκεται εδώ, πλάι στο δέντρο,όμορφη και λευκή σαν εφιάλτης.» Τρέμοντας, τέντωσε το κεφάλι του και τότε την είδε. Το στομάχι του σφίχτηκε λες και το τρύπησε σπαθί... «Μεγαλειότατε, γύρισε η περίπολος.» Ο Αστερίων ανασηκώθηκε απότομα πάνω στο χορταρένιο στρώμα του. Πέρασαν μερικές στιγμές ακόμα ώσπου να θυμηθεί τη σπηλιά όπου είχε περάσει τη νύχτα του. Στην είσοδο διαγραφόταν, κόντραστο φως, η μορφή του φρουρού. «Θέλω να πω... ένα μέρος της περιπόλου.» Ο Αστερίων σηκώθηκε όρθιος χωρίς να πει λέξη. Ήταν πιο ψηλόςκαι πιο σωματώδης από τον νεαρό στρατιώτη, μα η γύμνια του και το ελαφρό τρέμουλο εξαιτίας του εφιάλτη που έβλεπε, τον έκαναν να δείχνει ξεψυχισμένος. Ο φρουρός, ντροπαλά, του έριξε επάνω του μια κάπα από προβιά, και απόθεσε στο χώμα, δίπλα του, ένα ποτήρι μεζεστό λίπος αγριογούρουνου. Ο Αστερίων πήρε το δοχείο και ήπιε το παχύρρευστο κι αναζωογονητικό υγρό, προσπαθώντας συνάμα να επανέλθει στην πραγματικότητα, ξεφεύγοντας από τον κόσμο των ονείρων. Την προηγούμενη μέρα είχε φτάσει σ' αυτό το νησί με μια χούφτα άντρες, φοβερούς πολεμιστές. Ταξίδεψαν πάνω σε κάτι πλεούμενα που με το ζόρι κατάφερναν να κουμαντάρουν. Επιτέλους, είχαν ανακαλύψει τη μαγική Κρήτη. Ύστερα από τόσα χρόνια περιπλανήσεων στην άγονη γειτονική χερσόνησο, ύστερα από τόσα χρόνια άκαρπων λεηλασιών και μάταιων αιματοχυσιών, είχε φτάσεισ' εκείνη τη γη αναζητώντας τα ασημένια σανδάλια για τα οποία μιλούσαν οι θρύλοι άλλων νομαδικών λαών που είχε συναντήσει στην ξέφρενη πορεία του, από την ημέρα που εγκατέλειψε τη μακρινή στείρα γη του, πριν από πάρα πολύ καιρό. Επανέλαβε πολλές φορές με το νου του όλες αυτές τις αλήθειες προτού βγει από τη σπηλιά, με το φρουρό στο κατόπι του. Έξω, μερικοί στρατιώτες του στριμώχνονταν γύρω από κάποιον άνθρωπο. Όταν αντιλήφθηκαν ότι ερχόταν, όλοι γύρισαν προς το μέρος του και άνοιξαν τον κλοιό. Καθισμένος καταγής, με τα ρούχα ξεσκισμένα και το δέρμα του γεμάτο βαθιές γρατσουνιές, είδε τον έναν από τους δύο άντρες του που είχαν πάει για ανίχνευση το περασμένο βράδυ. ΟΑστερίων δεν έκρυψε τη δυσφορία του. «Τι συνέβη; Πού είναι τα όπλα σου; Κι ο σύντροφος σου;» Ο δύστυχος στρατιώτης έμεινε ατάραχος. Οκλαδόν, κοιτούσε τα γυμνά και ματωμένα πόδια του, θαρρείς και μετρούσε τα δάχτυλα του. ΟΑστερίων έσκυψε δίπλα του, και πιάνοντας τον από το σαγόνι, τον ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια. «Πώς λέγεσαι;» «Μορμολύκειος. Ονομάζομαι Μορμολύκειος.» «Καλά, Μορμολύκειε, σε ξέρω. Είσαι καλός στρατιώτης, αν και λίγο μεθύστακας. Για πες μου, τώρα, πού είναι τα όπλα σου και ο σύντροφος σου;» «Ονομάζομαι Μορμολύκειος» είπε ο στρατιώτης, και μαζεύοντας όλες του τις δυνάμεις στάθηκε όρθιος μπροστά στο βασιλιά του. «Ο Δεκαπέντε είναι ηλίθιος. Του λέω: "Ψάχνουμε να βρούμε χωριό, πάμε να φύγουμε από 'δω" μα γυρίζει και με κοροϊδεύει: "Φαίνεται πως ύστερα από τόσον καιρό με άντρες, δεν γουστάρεις πια γυναίκες", μου λέει. Εγώ το ήξερα πως ήταν επικίνδυνο, και οι διαταγές που είχαμεήταν άλλες. Και να τώρα, δες τα χάλια του.» Ο Μορμολύκειος έσκυψε ξανά και άρπαξε χωρίς διόλου σέβας με το τρεμάμενο χέρι του το μπράτσο του βασιλιά του, ενώ έδειχνε ένα σημείο κοντινό, που βρισκόταν, όμως, στη φαντασία του. «Τον βλέπεις; Να τα κομμάτια του, να τα σκορπισμένα πάνω στα κλαδιά των δέντρων, να το αίμα του που γίνεται βορά των φιδιών. Παρά τρίχα γλίτωσα, φίλε μου.Με κυνηγούσαν σα λυσσασμένες σκύλες, κι είχαν υπερφυσικές δυνά Ι μεις. Τα δέντρα έγερναν επάνω μου και με γράπωναν στα κλαδιά τους. Βλέπεις τα μούτρα μου; Όλο το δάσος ήταν ζωντανό. Έτσι θα καταλήξουμε όλοι: κομματιασμένοι.» Το χαστούκι του Αστερίωνα έσκασε πάνω στο μούτρο του Μορμολύκειου μ' έναν ξερό ήχο που αντήχησε στο χάραμα. Ο στρατιώτης έπεσε πίσω κι έμεινε σωριασμένος στο χώμα, να παραληρεί και να κλαψουρίζει. «Πάει, παλάβωσε από το πιοτό» είπε ο Αστερίων, «Δέστε τον και, προπαντός, φιμώστε τον. Ώσπου να ξαναβρεί τα λογικά του.» Γνώριζε καλά τους άντρες του. Ήξερε ότι ο φόβος ήταν υπόθεση ωρών και ο πανικός υπόθεση ημερών. Χρειαζόταν επειγόντως λίγα κατοικημένα σπίτια. Ένα μέρος να λεηλατήσουν και να καταστρέψουν. Σιχαμερή ψυχή των Αχαιών. «Για να δούμε, θέλω τέσσερις εθελοντές για νέα ανίχνευση.» Προτού ξεκινήσουν οι ανιχνευτές, ο Αστερίων φρόντισε να βουλιάξει τα πλοία ανοίγοντας μια τρύπα στην καρίνα. Δεν ήθελε λιποταξίες. Είχε ξεχάσει εντελώς το όραμα που του είχε στείλει η θεά. Δεν μπόρεσε να συνδέσει το όνειρο με τη μυστηριώδη καταδίωξη που του περιέγραψε ο στρατιώτης του. Πολεμόχαροι και άμυαλοι, τέτοιοι είναιοι Αχαιοί. Τόσο ξεροκέφαλοι, που γκρέμιζαν τείχη με τα κεφάλια τους. Κνωσός, η φιλόξενη πολιτεία Ύστερα από μερικές μέρες, οι άντρες του Αστερίωνα είχαν φτάσει στα όρια της αντοχής τους. Η επόμενη ομάδα ανιχνευτών βρήκε το κεφάλι του Δεκαπέντε καρφωμένο πάνω σ' ένα πελεκημένο καλάμι, αδειασμένο και ξαναγεμισμένο με παράξενα βοτάνια. Η ανακάλυψη ήρθε να θεριέψει την απελπισία τους, στην οποία συνέβαλε και η στάσιμη κατάσταση του Μορμολύκειου, που δεν έλεγε να συνέλθει από την προχωρημένη τρέλα του. Σε τίποτα δεν βοήθησαν οι τεράστιες προσπάθειες του βασιλιά Αστερίωνα να απασχολήσει τους άντρες του σε σχετικά αποτελεσματικές εργασίες, όπως η αναζήτηση τροφής και η αναγκαστική κατασκευή προχείρων καταλυμάτων. Για πολλοστή φορά, ο στρατιώτης Μορμολύκειος την είχε κοπανήσει από την ομάδα του, παραβιάζοντας τον κανονισμό εκστρατείας. Καθόταν πάνω σ' ένα βράχο, όταν ένα μικρό χτύπημα στο σβέρκο τον έκανε να συνέλθει από τις ονειροπολήσεις του. Γύρις εάφοβα το κεφάλι. Πίσω του, ένα αγόρι ντυμένο όμορφα μ' έναν ασημόχρωμο χιτώνα έκρυβε το χέρι που, το δίχως άλλο, είχε πετάξει το μικρό πετραδάκι. «Αμα σε τσακώσω» του είπε ο Μορμολύκειος, «θα σου βγάλω το πετσί σε λουρίδες και θα φτιάξω καμτσίκι να σου τσακίσω τα παΐδια.» Ετοιμάστηκε να συνεχίσει τον ύπνο του, όταν, κάποιο φως άναψε μέσα στο θολωμένο του μυαλό. Πετάχτηκε απότομα επάνω. «Μη φοβάσαι, φιλαράκο. Ο Μορμολύκειος είναι φίλος σου. Δεν θα σου κάνω τίποτα.» Η αλήθεια είναι πως δεν έδειχνε φόβο εκείνος ο μικρός ιθαγενής με το λεπτεπίλεπτο ύφος. Παρατηρούσε αδιάφορος τον ξένο να τον ζυγώνει, παρόλο που είχε άγρια φάτσα και ζοριζόταν να πάρει μια δήθεν γλυκιά έκφραση. Ο Μορμολύκειος είχε αιώνες να αντικρίσει παιδί. Χάιδεψε το κεφάλι του αγοριού, αγγίζοντας τα μαύρα ίσια μαλλιάτου. «Πώς σε λένε, μικρέ; Με καταλαβαίνεις;» «Είμαι ο Μίνωας, ο γιος της Ευρώπης» είπε το αγόρι. Μιλούσε μια παραλλαγή της γλώσσας των Αχαιών, κάπως απότομα και αποφασιστικά. «Πολύ ωραία, περίφημα, θέλεις ένα δωράκι; Έχω κάτι εδώ για σένα. Μα τι έγινε, γιατί δεν είναι στο ταγάρι μου; Έλα, θα το έχει κάποιος άλλος φίλος μου. Έρχεσαι μαζί μου;» Μπροστά στον Αστερίωνα, ο μικρός αποκάλυψε πως εκεί κοντά βρισκόταν η πόλη της Κνωσού. Με μεγαλοψυχία, εκείνο το αγόρι πρόσφερε στους Αχαιούς τη φιλοξενία του λαού του. Του έκαναν το χατίρι, φυσικά. Μπήκαν στην πόλη θαμπωμένοι από τη λάμψη της, με τα όπλα στα θηκάρια, αλλά πανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε ξαφνική επίθεση. Ταράχτηκαν μ' αυτά που αντίκρισαν. Η πόλη ήταν ανοιχτή, κάθε δρόμος ήταν και είσοδος. Δεν υπήρχαν αμυντικά τείχη γύρω από τα σπίτια, δεν υπήρχαν φρουροί κι επάλξεις. Ποιο άγνωστο σύστημα είχαν οι ντόπιοι για να αντιμετωπίζουντις επιθέσεις των γειτονικών λαών, των πειρατών ή των εποίκων και κατακτητών; Ο πρίγκιπας Μίνωας οδήγησε τους Αχαιούς στο παλάτι που ορθωνόταν πάνω σ' ένα ύψωμα, μπροστά στην πόλη. Στο δρόμο τους ακολούθησε ένα πλήθος περίεργων που ήταν πολυτελώς ντυμένοι. Οι γυναίκες φορούσαν φούστες στολισμένες με χρωματιστά βολάν, οιάντρες είχαν το στήθος γυμνό κι έφεραν όμορφες βράκες από δέρμα ή λινό. Όλοι ήταν φορτωμένοι με πολύτιμα πετράδια, ασημένια κοσμήματα και χρυσάφι. Σκουλαρίκια, δαχτυλίδια, περιδέραια... Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τόσο πλούσιο τόπο, ανοχύρωτο κι αδιάφορο στον ερχομό μιας πολυάριθμης ένοπλης ομάδας ξένων. Το μεγαλείο της πολιτείας, η μεγαλοπρέπεια του παλατιού που ορθωνόταν μπροστάστα μάτια τους, τους τρόμαζε ολοένα και περισσότερο. Προτού μπουν μέσα, ο Μίνωας τους ζήτησε να αφήσουν τα όπλα τους σε μια κοντινή αποθήκη. Έτρεμε η φωνή του Αστερίωνα όταν ρώτησε το μικρό βασιλόπουλο: «Είμαστε αιχμάλωτοι;» «Σε καμία περίπτωση. Δεν είστε υποχρεωμένοι ν' αφήσετε τα όπλα σας εάν δεν σας το επιτρέπουν οι στρατιωτικοί κανονισμοί σας. Εξάλλου, μπορείτε να τα πάρετε πίσω όποτε το θελήσετε. Είναι μια ευγενική χειρονομία για την οποία θα σας είμαστε ευγνώμονες, αν θελήσετε να μας κάνετε τη χάρη.» Οι Αχαιοί κοιτάχτηκαν αποσβολωμένοι. Ο Αστερίων πρώτος απόθεσε τη ζώνη από την οποία κρεμόταν το σπαθί του, το τόξο και η φαρέτρα του. Οι άλλοι τον μιμήθηκαν σιωπηλοί. Στην είσοδο του παλατιού τους υποδέχτηκε η μητέρα του Μίνωα, η Ευρώπη, που συστήθηκε ως Κυρία της Σελήνης. Ο Αστερίων είχε πάνω από τρία φεγγάρια να δει γυναίκα, κι αυτή παρουσιάστηκε μπροστά του με την αμφίεση της θεάς. Τη βλέπω τώρα σαν να ήμουνα μπροστά. Είναι συγκλονιστική... Το δέρμα της είναι βαμμένο κάτασπρο και τα γυμνά της στήθη ακουμπούν σ' ένα στηθόδεσμο. Πάνω τους πέφτει μια διάφανη μπλούζα που σφίγγεται από μια μακριά φούστα. Η Ευρώπη δεν ήταν τότε μήτε τριάντα ετών, και κάτω από την άσπρη βαφή έλαμπε η εκθαμβωτική ομορφιά του προσώπου της. Ψελλίζοντας, ο Αστερίων ρώτησε πού ήταν ο βασιλιάς. «Εγώ είμαι η αντιπρόσωπος της θεάς, μα αν προτιμάς να μιλήσειςμε κάποιον άντρα, διάλεξε έναν και κουβέντιασε μαζί του» είπε η Ευρώπη, και οι γυναίκες της ακολουθίας της έσκασαν στα γέλια. Από το στόμα εκείνης της βασίλισσας με τα βαθιά μάτια, έμαθαν οι Αχαιοί ποια ήταν η κατάσταση τους. Απλώς και μόνο επειδή είχαν μπει στην πόλη, θεωρούνταν πολίτες της Κνωσού. Αν αποφάσιζαν να περάσουν εκεί τη νύχτα τους, θα τους πρόσφεραν κατάλυμα σε ειδικά σπίτια για τους επισκέπτες. Αν, όμως, ήθελαν να μείνουν για καιρό, τότε θα ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται τρεις ώρες την ημέρα,όπως και κάθε άλλος πολίτης της Κνωσού. «Είμαστε πολεμιστές» δήλωσε με έπαρση ο Αστερίων, προσπαθώντας να μάθει όσο πιο γρήγορα μπορούσε περισσότερες πληροφορίεςγια την άμυνα του τόπου, «Μπορούμε να δουλέψουμε στο στρατό σας.» «Αυτή δεν είναι δουλειά. Η θεά μας προστατεύει. Δεν υπάρχει στρατός στην Κνωσό, ούτε σε άλλη πόλη του νησιού. Η Κνωσός είναι η μεγαλύτερη, μα σ' όποια κι αν πάτε θα σας προσφέρουν τα ίδια. Αν θέλετε, μπορούμε να σας δείξουμε διάφορα επαγγέλματα για να διαλέξετε. Όμως, τώρα πρέπει να ξεκουραστείτε. Μείνετε στα σπίτια για τους ξένους όσον καιρό θέλετε, ώσπου ν' αποφασίσετε αν θα φύγετε ή θα μείνετε. Αν μας το ζητήσετε, θα σας ετοιμάσουμε και θα σαςδώσουμε δικά σας σπίτια.» Προτού φύγουν για τα σπίτια των ξένων, ο Αστερίων και οι άντρεςτου πήραν πίσω τα όπλα τους. . «Συμπάθα με, κυρία, που είμαστε δύσπιστοι, αλλά πρώτη φορά μαςφέρνονται τόσο καλά. Εξάλλου, δύο άντρες μας δέχτηκαν επίθεση από μια ομάδα γυναικών πολεμιστών, και ήδη έχουμε έναν νεκρό σε τούτη τη χώρα. Δεν θα μας άρεσε να πέσουμε σε παγίδα.» «Δεν ήταν γυναίκες πολεμιστές, ήταν ιέρειες» είπε η Ευρώπη. «Να πεθάνει στις ετήσιες γαμήλιες τελετές της θεάς και του Διονύσου, είναι μια τιμή που θα έκανε πανευτυχή κάθε άντρα της πόλης ετούτης. Είσαι ελεύθερος να πάρεις τα όπλα σου, αλλά όχι να τα χρησιμοποιήσεις.»

ΑΣΠΕΙΤΙΑ ΧΑΒΙΕΡ