ΤΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΤΙΠΟΤΑ

ΤΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΤΙΠΟΤΑ

Συγγραφέας: ΒΑΛΔΕΣ ΖΟΕ
Μετάφραση: ΚΡΙΤΩΝ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόθηκε: 00/00/0000
ISBN: 960-7073-34-7
Σελίδες: 168

€10.49 €11.66

  Στο καλαθι βιβλια

Η Ζοέ Βαλδές τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της πατρίδας της με αυτό το μυθιστόρημα που την έκανε διάσημη στις περισσότερες χώρες του κόσμου και την οδήγησε στην εξορία. Χαρακτηρίστηκε από τη διεθνή κριτική ως: «Η Ιζαμπέλ Αλιέντε της Κούβας».

Ηρωική γέννηση Ήταν Πρωτομαγιά του 1959, όπως αφηγείται η μητέρα μου. Είχε κλείσει τον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης και ήξερε πως ήμουν κορίτσι. Λέει πως ξεκίνησε με τα πόδια από την Παλιά Αβάνα και περπάτησε ώρες ολόκληρες μέχρι την Πλατεία της Επανάστασης, για να ακούσει τον Κομαντάντε. Καταμεσής στην ομιλία άρχισα να της σπρώχνω τον κόλπο με το κεφάλι μου, να της ανοίγω τα κόκαλα. Χρειάστηκε να την κουβαλήσουν στους ώμους μέχρι την κλινική Κίντα Ρέινα. Εγκαταλείποντας βιαστικά την πολυάνθρωπη συγκέντρωση την πέρασαν σηκωτή μπροστά από το βήμα κι ο Τσε απίθωσε την κουβάνικη σημαία πάνω στην κοιλιά της. Εκείνη όμως δεν πήρε χαμπάρι, γιατί εγώ συνέχιζα να την αφανίζω με τους διαβολεμένους πόνους που της προκαλούσα. Κι ο Φιντέλ συνέχιζε τη φλογερή ομιλία του, καταπράσινη σαν τις φοινικιές. Κι εγώ δώσ' του να δίνω κεφαλιές, αγκωνιές, μπουνιές, να θέλω να βγω από το κορμί της, από παντού. Η κοιλιά της κατέβηκε ως την ήβη. Λέει πως ένιωσε μέσα της κάτι σαν γαλαξιακή έκρηξη. Έκλεισε τα μάτια και απόλαυσε τον πόνο της αναμονής. Για άλλη μια φορά περίμενε, μα τώρα ήταν διαφορετικά. Ο πατέρας μου κατέφθασε λουσμένος στο κοκκινόχωμα που 'πέφτε παντού απ' το κορμί του, με το ψάθινο καπέλο κατεβασμένο ως τα φρύδια και τη ματσέτα στο χέρι. Τον ειδοποίησαν στα χωράφια. Έσκυψε ν' αγκαλιάσει την κοιλιά της και αναρίγησε από συγκίνηση, όταν ανακάλυψε τη σημαία. Εκείνη του είπε ότι την απόθεσε εκεί ο ίδιος ο Τσε, κι αυτός παραλίγο να λιποθυμήσει από περηφάνια· το στήθος του φούσκωσε, χαμογέλασε ικανοποιημένος. Η μάνα μου λέει πως εκείνη τη στιγμή δεν ήταν σίγουρη ότι οι πόνοι ήταν της γέννας. Ίσως να ήταν απλά στομαχόπονοι. Έπειτα από κάμποσες συσπάσεις κατάλαβε πως δεν μπορούσε να συμβαίνει οτιδήποτε άλλο, λιγότερο σημαντικό στο κορμί της και να νιώθει τέτοια έσχατη απόλαυση. Το σώμα της το 'νιώθε τελείως διαφορετικό, να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στη μικροσκοπική και τη μακροσκοπική διάσταση. Ο πυρήνας της ύπαρξης της απλωνόταν, μεγάλωνε ως το άπειρο, σαν μια μαθηματική εξίσωση. Απείχε μια δρασκελιά από το τίποτα. Κι όμως, πόση ζωή μέσα της! Ο πατέρας μου, νευρικός, ορκιζόταν και ξαναορκιζόταν πως την αγαπούσε. Εκείνη, δίχως αυτόν, δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Ήταν σκληρή, ή έκανε τη σκληρή. Πήγε πολλές φορές στο μπάνιο και γέμισε το χώρο με αίματα και πρασινίλες. Πέρασε τη νύχτα επαναλαμβάνοντας χαμηλόφωνα: «θα γεννήσω. Τώρα ξέρω πως θα γεννήσω.» Ο πατέρας μου, μου λέει διαρκώς πως ήταν πάντα πολύ γενναία. Εγώ ήμουν η πρώτη και μοναδική της κόρη. Αγνοούσε —όπως όλες— πόσο επώδυνο μπορεί να είναι και η απειρία έθρεφε την περιέργεια της. Δεν αφηνόταν όμως ελεύθερη στη συμπεριφορά της. Την έντυσαν με μια ρόμπα γελοία, πολύ κοντή και ξώπλατη. Την ξάπλωσαν σ' ένα υγρό φορείο, κάθιδρη. ʼνοιξε τα πόδια. θα μάθαινε επιτέλους πόσο πονάει αυτό... Ο γυναικολόγος της είπε να πιέζει κάθε φορά που θα είχε σύσπαση. Εκείνη έχωσε το χέρι της στην κοιλιά και ψαχούλεψε, βάλθηκε να σπρώχνει. Πονούσε του θανατά. Μέσα εκεί υπήρχε η ζωή, αλλά κάπως έτσι πρέπει να πονάει κι ο θάνατος. Δεν της είχαν ακόμη σπάσει τα νερά. Της τα έσπασαν μ' ένα εργαλείο μακρύ, λευκό, από πλαστικό. Ξεχύθηκε από μέσα της άφθονο υγρό που γλιστρούσε ζεστό κι ευχάριστο, κι αυτό της έδωσε κουράγιο. Το χέρι του ειδικού ταρακούνησε με βία την κοιλιά. Εκεί ακριβώς όπου βρίσκομαι εγώ. Όπου βρισκόμουν. Την πήγαν σ' ένα σαλονάκι φωτισμένο. Έξω, ο πατέρας μου έτρωγε τα νύχια του, τραβούσε τα μαλλιά του. Ούτε καν τολμούσε να καπνίσει. Οι τοίχοι του σαλονιού ήταν γκρίζοι, λιγδιασμένοι, οι πολυθρόνες λεκιασμένες, δυο κρεβάτια κρυμμένα πίσω από ένα παραβάν. Σε κάθε πολυθρόνα βογκούσε και μια έγκυος, με τον ορό κρεμασμένο στα μελανιασμένα χέρια της. Εκεί περίμενε, ξεψυχισμένη μες στη γελοία ρόμπα, αλλά με την κουβάνικη σημαία που της έβαλε ο Τσε ακόμη πάνω στην κοιλιά της. Η Ελένα Λους, μια γιατρίνα αντάρτισσα, διαπίστωσε πως η μητέρα μου είχε ήδη διαστολή έξι εκατοστά κι ήταν έτοιμη να γεννήσει, αλλά οι συσπάσεις ήταν πολύ αραιές. Της έβαλαν έναν ορό στο χέρι της, που ήταν καμένο από τον ήλιο της διαδήλωσης της Πρώτης του Μάη, της Παγκόσμιας Ημέρας των Εργατών. Η μητέρα μου διηγείται πως ένιωσε σαν ζώο ανοιχτό, όμοια με τον διάσημο πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου. Εγώ δεν μπορούσα να ελέγξω τον ρυθμό των πόνων που της προκαλούσα. Όλοι οι γιατροί έρχονταν να πασπατέψουν την κοιλιά της και να χώσουν μέσα τα γεμάτα περιέργεια χέρια τους. Πήγε από την γκρίζα πολυθρόνα ως το κρεβάτι και τανάπαλιν, αρκετές φορές. Οι γιατροί της ζητούσαν να πιέζει. Δεν ήθελε να λιποθυμήσει. Τα ξένα χέρια ξανάνοιξαν τον κόλπο της και σουλατσάρισαν πέρα-δώθε. Ο κόλπος της ήταν σαν λαιμός ζιβάγκο τον χειμώνα. Εκείνη μάτωσε από τον κόλπο, την κλειτορίδα, τον πρωκτό, κατούρησε, άδειασε τα σωθικά της. Εξέθετε το ανοιχτό κορμί της στην παρατήρηση της ρουτινιάρικης μετριότητας που ανακάλυπτε στα βλέμματα των γιατρών. Το μυαλό της παγώνει μ' όλα αυτά που βλέπει, αρπάζει δυνατά τα γόνατα και σπρώχνει μ' ένα ουρλιαχτό λέαινας. Της ξεφεύγει το ένα πόδι και ο ορός πέφτει στο πάτωμα. Της τρυπούν το άλλο χέρι. Πάλι το τρομερό ανακάτεμα στα σωθικά της και οι απερίγραπτοι πόνοι. Σύμφωνα με τους ειδικούς ήταν έτοιμη να γεννήσει, σύμφωνα με την ίδια πέθαινε, άδειαζε. Την οδήγησαν περπατώντας μέχρι το σαλόνι. Στα μισά του δρόμου μια χαραματιά ανοίγει σαν μαχαιριά τον κόλπο μέχρι τον πρωκτό. Αυτό είναι το κεφάλι μου! Στο σαλόνι, πήδησε πάνω από το χερούλι του φορείου, στο κρεβάτι. Και ξανά σπρώξιμο, αλλά τίποτα. ʼλλο ένα σπρώξιμο παρατεταμένο και τρισδιάστατο. Το κεφάλι μου ήταν κολλημένο. Κι άλλο. Η τελική σπρωξιά της βούλησης, αυτή που έκανε εκείνη μάνα κι εμένα κόρη. Φλογερή. Σε ελάχιστη απόσταση από τον θάνατο. Σ' εκείνη τη σπρωξιά —λέει— συναντήθηκαν η ζωή και το άγνωστο που βρίσκεται πιο πέρα: «Να είναι αυτό ο θεός;» ακόμη αναρωτιέται. Θέλησε να τα δει όλα. Όταν βγήκα από το σώμα της έκλαψα απαλά, ένα κλάμα σαν γουργουρητό. Ήμουν εύκολη και γλιστερή. Ήμουν ξένη από μένα κι ακόμη είμαι ξένη. Η μητέρα μου έπαψε να είμαι εγώ. Εγώ έπαψα να είμαι εκείνη. Την ξέπλυναν εσωτερικά, επιμελώς, με άφθονο νερό. Της έδειξαν τον τεράστιο πλακούντα, όμορφο σαν γλυπτό. Εκείνη ακόμη πονάει σαν το τίποτα και σαν το όλο. Την έραψαν αργά και κατάλαβε πως έχανε πολύ αίμα. Ως πότε θα πονά η δύναμη της ζωής; Εγώ, έξω από το σύμπαν της πλέον, άρχιζα το δικό μου. Για εκείνη τελείωσε ο πόνος. Για εμένα τώρα μόλις ξεκινούσε. Ο πατέρας μου πηδούσε από χαρά, αν και κάπως απογοητευμένος, γιατί δεν είχα γεννηθεί την Παγκόσμια Μέρα των Εργατών, την Πρώτη Πρωτομαγιά της Επανάστασης που θριάμβευε, αλλά γεννήθηκα στις δύο Μαΐου. Ήμουν ακόμη μια σαλιάρικη μάζα μητρικού υγρού τυλιγμένη μέσα σε μια κουβάνικη σημαία και άρχιζαν κιόλας να με βαραίνουν τα καθήκοντα: «Έπρεπε να είχε γεννηθεί χτες, για δύο λεπτά είμαστε στο σήμερα, τι ατυχία! Έπρεπε να είχε γεννηθεί την Πρωτομαγιά! Δεν σας το συγχωρώ σε καμιά από τις δυο σας» παραπονιόταν λάμποντας από χαρά. Ο γιατρός τον παρηγόρησε: «Μη στεναχωριέσαι, σύντροφε, και η σημερινή ημερομηνία είναι κι αυτή σημαντική, είναι η Μέρα των Εθνικών Γεγονότων, οι Εκτελέσεις στη Μαδρίτη, ο πίνακας του Γκόγια, το θυμάσαι;...» Ο πατέρας μου δεν ήξερε λέξη από την ιστορία της Ισπανίας, ούτε από καμιά άλλη ιστορία. Ίσως κάτι από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας ενάντια στους Ισπανούς. Γι' αυτόν ένα πράγμα ήταν ξεκάθαρο: ο εχθρός ήταν οι γιάνκηδες, την Πρώτη του Γενάρη γεννήθηκε η Επανάσταση, και η κόρη του γεννήθηκε την άνοιξη, που όμως εδώ, στον Τροπικό, κάνει το ίδιο. Ζέστη αναθεματισμένη. «Πώς θα τη βγάλετε την μπεμπούλα;... Σκεφτήκατε το όνομα;» «Κοίταξε... θα μου άρεσε να την βγάλω Βικτόρια... δηλαδή Νίκη, ή καλύτερα, καλύτερα... Πατρίδα! Πατρίδα είναι ένα πολύ πρωτότυπο όνομα! Είμαι ο πατέρας, ο πατέρας της Πατρίδας, της Πατρίδας! Ο Πατέρας της Πατρίδας! Κάρλος Μανουέλ δε Σέσπεδες! Ο πρώτος που ελευθέρωσε τους σκλάβους του. Είχε αρχίδια ο μάγκας!» Κι ο πατέρας μου, συγκινημένος, ξέσπασε σε λυγμούς θεωρώντας τον εαυτό του δοξασμένο.

ΒΑΛΔΕΣ ΖΟΕ