€16.22 €18.02
Έντιθ
Μόνο ο Ίων λείπει.
Τα υπόλοιπα είναι στη θέση τους: το τραπέζι στρωμένο, τα λαζάνια έτοιμα να μπουν στο φούρνο και η ντοματοσαλάτα στο ψυγείο. Υπάρχει παγωτό στην κατάψυξη: βανίλια με μακαντέμια και βελγική σοκολάτα. Στον Ίωνα αρέσει να συνδυάζει τις γεύσεις, και η αλήθεια είναι ότι κι εμένα μ’ αρέσει, παρόλο που δεν το κάνω σχεδόν ποτέ, επειδή, εκεί που πάω να υποκύψω στον πειρασμό, έρχεται στ’ αυτιά μου η φωνή της Αντρέα που λέει ότι το να συνδυάζεις γεύσεις παγωτού είναι σχεδόν χειρότερο κι απ’ τον καφέ με το γάλα: «Σκοτώνεις τον καφέ και μαγαρίζεις το γάλα», έλεγε.
Σήμερα πάνε πέντε χρόνια απ’ το θάνατό της. Ακριβώς. Αυτός είναι ο τίτλος που δεσπόζει στη σημερινή μέρα, κι αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα το πρωί όταν χτύπησε το ξυπνητήρι και άναψα το πορτατίφ. 21 Ιουνίου. Από τότε, κάθε 21η Ιουνίου ξυπνάω με ανανεωμένη την αίσθηση απουσίας της Αντρέα. Ανοίγω τα μάτια και νιώθω αυτόν τον κόμπο εδώ, ανάμεσα στο στέρνο και τη ραχοκοκαλιά, σαν μια δεύτερη καρδιά, ολοένα και μικρότερη, που ενεργοποιείται ξαφνικά πετώντας τίτλους: η Αντρέα ήταν εδώ, αυτό πέρασε, εκείνη πέρασε και είναι ακόμα εδώ επειδή κι εγώ είμαι ακόμα εδώ. Και αμέσως επιστρέφουν τα υπόλοιπα: αναλαμπές, εικόνες, μεμονωμένες σκηνές που άλλοτε πληγώνουν κι άλλοτε ανακουφίζουν. Πριν από λίγο, για παράδειγμα, εκεί που άρχισα να ετοιμάζω τα λαζάνια, η μυρωδιά του ζεστού φούρνου μού έφερε στο μυαλό μία τέτοια σκηνή και ξαφνικά θυμήθηκα πόσο γελάσαμε εκείνο το πρωί, λίγες μέρες πριν φύγει, όταν, αφού είχα πάρει από μπροστά της το πρωινό, μου ζήτησε να καθίσω στο κρεβάτι μαζί της και, μ’ εκείνο το περιπαικτικό ύφος που δεν έχανε ποτέ, με κοίταξε πολύ σοβαρά και μου είπε:
«Έντιθ, το σκεφτόμουν και νομίζω ότι, με μια μικρή προσπάθεια, ίσως καταφέρεις να σπάσεις το ρεκόρ του χειρότερου βιογραφικού που είχε ποτέ γυναίκα όσον αφορά την οικογενειακή της κατάσταση».
Την κοίταξα με απορία.
«Άκου» συνέχισε, παίρνοντας το σημειωματάριό της απ’ το κομοδίνο. Και διάβασε: «Δεκαεννιά χρόνια παντρεμένη μ’ έναν βέλγο δικηγόρο που τακτοποιούσε τα σώβρακά του ανάλογα με το χρώμα, και τις ερωμένες του ανάλογα με την ηλικία. είκοσι έξι χρόνια σύζυγος μιας άλλης γυναίκας, επίσης δικηγόρου, φυσικά, κι όπου να ’ναι…» Η έλλειψη αέρα δεν την άφησε να ολοκληρώσει τη φράση. Την έπιασε μια κρίση βήχα — ένας βήχας σκοτεινός και γεμάτος φλέματα που της έκλεινε ολοένα και περισσότερο τα πνευμόνια. Περίμενα, κι εκείνη το εκτίμησε. «Ανακεφαλαιώνοντας» είπε επιστρέφοντας στα δικά της, «κακοπαντρεμένη, κακοχωρισμένη, μητέρα της Βιολέτας, που είναι μια ξεχωριστή κατηγορία από μόνη της, προσήλυτη λεσβία και χήρα. Όταν είσαι έτσι, πρέπει να δωρίζεις τον εαυτό σου στην επιστήμη. ή στη NASA.»
Γελάσαμε. Είχε δίκιο. Όσο ακόμα μπορούσαμε να ξεκλέβουμε οξυγόνο από το βήχα, γελούσαμε πολύ, εν μέρει επειδή η κατάσταση ήταν αυτή που ήταν, κι εν μέρει επειδή το γέλιο ήταν το μοναδικό πράγμα που επέτρεπε στον εαυτό της, από τότε που και οι δύο είχαμε αποδεχτεί ότι το τέλος ήταν κοντά. Η Αντρέα χλεύαζε το λίγο χρόνο που της απέμενε, κι εμένα αυτή η ικανότητά της να ζει λες και η ζωή δεν είχε σημασία, ήταν το πρώτο πράγμα που με είχε κάνει να την ερωτευτώ κι αυτό που μ’ έκανε να συνεχίζω να είμαι ερωτευμένη μέχρι που εκείνη έπαψε να υπάρχει. Γι’ αυτό ήταν τόσο δύσκολο να τη φροντίσω: όταν βεβαιωθήκαμε ότι η αρρώστια είχε έρθει για να την πάρει μαζί της, καταλάβαμε ότι δεν υπήρχε πλέον τίποτα να χτίσουμε από κοινού, κι αυτό επιτάχυνε τα πάντα. Ό,τι ήταν να χτιστεί είχε ήδη χτιστεί. Το μόνο που μας απέμενε ήταν να περιμένουμε, και το δικό μας χαρακτηριστικό ήταν πάντα να κάνουμε πράγματα, να κερδίζουμε έδαφος από τα χρόνια που είχαμε περάσει ζώντας χωριστά προηγούμενες ζωές και ν’ ανακτούμε το χρόνο εκμεταλλευόμενες στο έπακρο τη ζωή που είχαμε βρει μαζί. Δεν ξέραμε πώς να περιμένουμε. δεν ταίριαζε σ’ εμάς. Σ’ αυτή τη φάση, πλέον, το μοναδικό πράγμα που μπορούσαμε να χτίσουμε ήταν έναν όμορφο αποχαιρετισμό κατά τη διάρκεια της μικρής παρένθεσης που η αρρώστια μάς πήρε και, επίσης, μας χάρισε. Και νομίζω ότι το καταφέραμε, αν και, βλέποντάς το εκ των υστέρων, δεν ξέρω πια αν αυτό που κάναμε ήταν να χτίσουμε έναν αποχαιρετισμό από κοινού ή αν, στην πραγματικότητα, όλα ήταν μια σκευωρία που μηχανεύτηκε η Αντρέα για να στήσει γύρω μου μια σκαλωσιά που θα με στήριζε στη ζωή όταν εκείνη δεν θα υπήρχε πια.
Εκείνες τις τελευταίες βδομάδες άρχισε να επιμένει ότι, όταν εκείνη θα είχε φύγει, εγώ έπρεπε να πουλήσω το σπίτι και να φύγω απ’ τον οικισμό.
«Αυτό ήταν σχέδιό μας, Έντιθ. η ζωή που επιδιώξαμε μαζί» επαναλάμβανε. «Σε γνωρίζω, και ξέρω ότι αν μείνεις θα μείνεις για τα καλά, θα γίνεις ένα μ’ αυτό και δεν θα ’ναι ζωή αυτή που θα ζήσεις εδώ. Η ζωή που τελειώνει είναι η δική μου και η δική μας. όχι η δική σου. Σκέψου το αυτό.»
Στην αρχή μού πέρασε απ’ το μυαλό ότι αυτή η νέα εμμονή —επειδή σε κάτι τέτοιο μετατράπηκε ύστερα από λίγο— ήταν μέρος της αρρώστιας. Οι μεταστάσεις έπαιζαν με τον εγκέφαλό της λες κι ένα σκοτεινό χέρι τον είχε μετατρέψει σε ταμπλό επιτραπέζιου παιχνιδιού, απ’ αυτά που βάζεις πλοία διαφορετικού μεγέθους — ένα τετραγωνάκι, δύο, τρία, και το αεροπλανοφόρο, το σημαντικό, σε τέσσερα τετράγωνα. Και τώρα βυθίζουν το Α3, έπειτα επιχειρούν στο Δ6 χωρίς να βρουν στόχο, κι έπειτα πάλι, χρησιμοποιώντας το βαρύ πυροβολικό, την αφήνουν όλο και πιο αδύναμη κι εκτεθειμένη στις επιθέσεις. Όμως, έπεφτα έξω. δεν ήταν η αρρώστια. Η αρρώστια πίεζε και επιτάχυνε διαδικασίες που υπήρχαν ήδη μέσα της, δεν ήταν όμως αυτή η κινητήρια δύναμη.
«Αν τα πράγματα είχαν συμβεί αντιστρόφως κι ήσουν εσύ η άρρωστη, εγώ δε θα έμενα». Το χαβά της. «Χωρίς εσένα, δε θα μπορούσα.»
Δε μου άρεσε. Δε μου άρεσε που μου μιλούσε έτσι, επειδή ήξερα ότι το εννοούσε κι επειδή δεν ήταν δίκαιο. Εγώ ήμουν αυτή που θα έμενα πίσω, κι εγώ θα ’πρεπε να ζήσω χωρίς εμάς. Πώς μπορούσε να μου ζητάει να σκεφτώ να φύγω απ’ τον οικισμό, όταν οι δυνάμεις μου ίσα ίσα μου έφταναν για να συνεχίσω μαζί της ώς το τέλος; Μερικές φορές τα κατάφερνε να με κάνει έξω φρενών με την επιμονή της και καταλήγαμε σε καβγά. Ύστερα, έριχνα την ένταση. μ’ έτρωγαν οι τύψεις. Ήξερα, επειδή το είχα βιώσει χρόνια πριν με τη μαμά, ότι όταν μαλώνεις με κάποιον που ξέρεις ότι θα φύγει, προσθέτεις έναν κόμπο στις αναμνήσεις που θα έρθουν, κι ότι αυτοί οι κόμποι δημιουργούν έλκη που εμποδίζουν το πένθος. «Είσαι εβδομήντα ενός ετών, Έντιθ. Δεν μπορείς να σταματήσεις εδώ.» Αυτό ήταν το μήνυμα που επαναλάμβανε η Αντρέα, κι εγώ το μισούσα, μισούσα το μήνυμα αλλά και την αγγελιοφόρο του, επειδή, όταν την άκουγα να μου μιλάει για το μέλλον δίχως εκείνη, αισθανόμουν ότι με απέρριπτε και με άφηνε απ’ έξω, και τη μισούσα επειδή με εγκατέλειπε, επειδή με υποχρέωνε να ζήσω την απουσία της και δεν έμπαινε στη θέση μου, όπως εγώ ήλπιζα ότι θα έκανε. Κι έπειτα, έρχονταν τα χειρότερα: μισούσα τον εαυτό μου επειδή τη μισούσα κι επειδή έπρεπε να τη φροντίζω, επειδή δεν ήταν δυνατόν να φύγει έτσι, τόσο γρήγορα, δεν ήταν δυνατόν να σταματήσουμε εκεί, στα μισά της διαδρομής. Δεν ήταν αυτή η συμφωνία. Να σταματήσει για να ξεκουραστεί, ναι. για να πεθάνει, όχι.
Έχουν περάσει τριάντα χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, είκοσι πέντε με την Αντρέα και πέντε χωρίς αυτήν, εκατοντάδες ρετάλια ζωής που περιέχονται μέσα σ’ αυτούς εδώ τους τοίχους που είναι γεμάτοι από εμάς τις δυο. Ο μπαμπάς έλεγε ότι τα σπίτια που αφήνουμε είναι σαν τις πόλεις ενός χάρτη. Αν κοιτάξεις από ψηλά, τα όρια του περιγράμματός τους σχηματίζουν μια σιλουέτα που θυμίζει όσα υπήρξαμε: άλλοτε είναι ένα μάτι, άλλοτε ένας πνεύμονας, ένα χέρι, ένα παιδί, ένα βουνό ή ένας μικρός πλανήτης, στρογγυλός σαν κέρμα. «Είναι τα κομμάτια ενός παζλ που, όταν δε θα είμαστε πια εδώ, θα συμπληρώνει το τοπίο της ανάμνησής μας. Δίχως αυτά, θα αιωρούμασταν, πράγμα αδύνατον» έλεγε.
Τα σπίτια. Τα σπίτια κι ό,τι αφήνουμε κάτω απ’ τις στέγες τους. Ο αντίλαλος από τους τσακωμούς, τις συμφωνίες, τις παραιτήσεις, τις συμφιλιώσεις — όλες αυτές οι φωνές οι χαραγμένες στους τοίχους που καλύπτονται από τις φωνές των ενοίκων που έρχονται στη συνέχεια. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα πάνω σε φράσεις, σιωπές και αναμονές, γι’ αυτό δεν αντέχουν στους αιώνες: είναι υπερβολικά φορτωμένα.
Αυτό εδώ, βρέθηκε τυχαία. Ήταν μια Κυριακή. Είχαμε περάσει το Σαββατοκύριακο σ’ ένα αγροτουριστικό ξενοδοχείο που είχαν κάποιες φίλες της Αντρέα, και καθώς επιστρέφαμε στην πόλη είχαμε αποφασίσει να περιπλανηθούμε ολόκληρο το απόγευμα στα χωριά και στους δρόμους της περιοχής. Χαθήκαμε. Εκείνη την εποχή δεν ήταν δύσκολο να χαθείς. Επαρχιακοί δρόμοι που δεν υπήρχαν στους χάρτες, χωριά επίσης αχαρτογράφητα. Φτάσαμε στον οικισμό μετά το μεσημεριανό φαγητό, την ώρα που ο ήλιος του ύστερου φθινοπώρου άγγιζε την κοιλάδα τρυπώνοντας μέσα από ένα κουβάρι από ώχρες, κόκκινα, κίτρινα, και το βαθύ πράσινο χρώμα των βελανιδιών και των πεύκων. Κατεβήκαμε μέχρι τη λίμνη με το αυτοκίνητο και παρκάραμε δίπλα στο σφαλισμένο αρχοντικό που βρισκόταν στην αντίπερα όχθη από εκείνη του χωριού. Περπατήσαμε δίπλα στο νερό σιωπηλά και τολμήσαμε να μπούμε στον οικισμό, τριγυρνώντας ανάμεσα στα γκρεμισμένα σπίτια και περνώντας δίπλα από την εκκλησία, με τον τεράστιο ανεμοδείκτη της στην κορυφή του καμπαναριού, το μικροσκοπικό νεκροταφείο και τους αχυρώνες με τις βυθισμένες στέγες όπου ξεφύτρωναν λουλούδια εδώ κι εκεί, σάπια άχυρα και λείψανα ζώων. Ο ψυχρός αέρας ήταν καλή παρέα και το φως έμοιαζε οικείο. Διασχίσαμε τον οικισμό στο άψε-σβήσε, δέκα σπίτια όλα κι όλα ή ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτά. Έπειτα, όταν πήραμε το δρόμο της επιστροφής, σταματήσαμε μπροστά σ’ ένα από τα δύο κτίσματα που ήταν τα μοναδικά που είχαν μείνει όρθια. Υποθέσαμε ότι πρέπει να ήταν τα τελευταία που εγκαταλείφθηκαν. Πράγματι, καθώς περνούσαμε μπροστά από το δεύτερο —ένα πέτρινο κτίσμα μ’ έναν κήπο σαν ζούγκλα κι ένα τεράστιο ξύλινο πορτόνι—, είδαμε απομεινάρια από έπιπλα: ένα παλιό τραπέζι και μερικές καρέκλες στοιβαγμένες σε μια γωνιά στη βεράντα. Στη μια πλευρά της κεντρικής εισόδου, μια κηλίδα πορτοκαλί χρώματος κρεμόταν από ένα παράθυρο. Πλησιάσαμε.
Ήταν μια μικρή ταμπέλα, παλιά και σχεδόν σάπια. Έγραφε: ΠΩΛΕΙΤΑΙ. Από κάτω υπήρχε ένα τηλέφωνο προχειρογραμμένο με μαρκαδόρο και, μέσα σε παρένθεση, είχαν προσθέσει: «Τηλεφωνήστε ή ρωτήστε στην επισκοπή».
Τα υπόλοιπα αποτελούν ιστορία. Τριάντα χρόνια γεμάτα με ιστορίες κάθε είδους, μεγέθους και συγχορδίας. Οι αναμνήσεις είναι ατέλειωτες. Απ’ όλ’ αυτά απομείναμε εγώ, το σπίτι και έντεκα γατιά.
Και ο Ίων, βέβαια, αλλά εκείνος ήρθε πολύ μετά την αναχώρηση της Αντρέα, και ως εκ τούτου δε μετράει, επειδή δεν αποτελεί μέρος τούτου του σπιτιού ούτε αυτού που εγώ υπήρξα μέσα του. Μέρος του οικισμού, ναι, αν και μόνο και μόνο επειδή είναι ο μοναδικός μου γείτονας, καθώς και της όψιμης Έντιθ, επίσης. Ποιος να μου το ’λεγε πριν από τρία χρόνια, όταν η Μερ κι εκείνος εγκαταστάθηκαν στο παλιό σχολείο, ότι τα πράγματα θα έρχονταν «έτσι», κι ότι αυτό το «έτσι» θα μας έφερνε εδώ απόψε, σε αυτή την κουζίνα, σε αυτό το τραπέζι και σε αυτή τη στιγμή. Σε κάθε περίπτωση, ύστερα απ’ όλα όσα έχουν συμβεί τους τελευταίους μήνες, υποθέτω ότι πια δε θα ’πρεπε να με εκπλήσσει τίποτα.
Σήμερα το πρωί, καθώς καθάριζα την άμμο των γατιών, σκεφτόμουν το δείπνο και τον Ίωνα και, για μια ακόμα φορά, φαντάστηκα και πάλι το χειρότερο φινάλε για την αποψινή βραδιά. Το ξέρω, το ξέρω ότι στην ηλικία μου —έχω κλείσει για τα καλά τα εβδομήντα έξι— θα έπρεπε να έχω μάθει ότι ίσως είναι λάθος να σκέφτεσαι πως οι αλήθειες και τα ψέματα είναι πολλά. πάμπολλα. Ίσως το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι μία και μοναδική αλήθεια από την οποία προέρχονται όλες οι υπόλοιπες, και για τον καθένα μας αυτή η αλήθεια έχει ένα όνομα. Αυτό το επαναλάμβανε συχνά η Αντρέα, ιδίως στο τέλος, όταν πια ο κύβος είχε ριφθεί, κι εκείνη μιλούσε έτσι, συνοψίζοντας, σε μια προσπάθεια να πει πράγματα. «Αυτή η μοναδική αλήθεια είναι σαν το συνθηματικό που μας μαρκάρει τη ζωή, το χρώμα της ζωής του καθενός μας» έλεγε. Κι επίσης έλεγε ότι είμαστε τόπος δίχως όνομα. «Το όνομα υπάρχει, πάντα υπήρχε, αλλά το ξεχνάμε υπερβολικά γρήγορα και περνάμε τη ζωή μας προσπαθώντας να το θυμηθούμε. Κι αυτό κουράζει, κουράζει πολύ. Μερικές φορές νομίζουμε ότι το ονειρευτήκαμε. Ύστερα, κατά τη διάρκεια της ζωής υπάρχουν στιγμές διαύγειας που μας αφοπλίζουν, και τότε θυμόμαστε πάλι. Είναι οι στιγμές των σημαντικών θανάτων, αυτά τα χτυπήματα που σηματοδοτούν ένα μεγάλο πριν κι ένα ακόμα μεγαλύτερο μετά, και μας αφήνουν γυμνούς και μας υποχρεώνουν να κοιτάξουμε τον εαυτό μας χωρίς το φίλτρο όσων έχουμε μάθει. στιγμές που, αν κλείσουμε τα μάτια, τολμάμε να δούμε αυτό που είμαστε: ένας τόπος μικρός και φοβισμένος που αναζητά τ’ όνομά του, το συνθηματικό του, τα σπλάχνα του.»
Πριν από τρεις μήνες, τη μέρα που μπήκε η άνοιξη, ο Ίων κι εγώ ζήσαμε μια από αυτές τις «συνθηματικές στιγμές» και ξεκινήσαμε ταυτόχρονα ένα ταξίδι που κανείς απ’ τους δυο μας δεν είχε προβλέψει. Σήμερα θα έλεγα ότι ήταν μάλλον συγχρονισμός παρά σύμπτωση, αλλά, βέβαια, είναι εύκολο να το λέω τώρα. Τότε αγνοούσαμε ότι εκείνες οι είκοσι τέσσερις ώρες και οι μέρες που θα μεσολαβούσαν μέχρι σήμερα θα ήταν ένα διάστημα δύσκολο, αλλά που θα το μοιραζόμασταν, κι επίσης όμορφο, πολύ όμορφο. Ο Ίων δεν ξέρει ότι αυτό το δείπνο, αυτή η βραδιά, σημαίνει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι νομίζει. Ούτε καν φαντάζεται ότι το συνθηματικό του ονόματός του βρίσκεται εδώ, γραμμένο σ’ αυτή την κουζίνα, κι ότι ο μικρός του τόπος έχει ένα όνομα που είναι αληθινό επειδή εγώ το γνωρίζω, το γνωρίζω εδώ και περισσότερο καιρό απ’ ό,τι νομίζει.
Ο Ίων πιστεύει ότι απόψε θα συναντηθούμε για να γιορτάσουμε. Και δεν τον κατηγορώ. Αυτό είναι το σχέδιο: να γιορτάσουμε το γεγονός ότι πήραμε δύσκολες αποφάσεις, να γιορτάσουμε την πολυαναμενόμενη άφιξη του καλοκαιριού, να γιορτάσουμε επειδή στο τέλος όλα πήγαν καλά… Πιστεύει ότι αυτό είναι το βραβείο που κερδίσαμε για το θάρρος μας, κι επειδή αντιμετωπίσαμε με επιτυχία όλες τις αλλαγές και τις προκλήσεις που εξαπέλυσε εκείνη η 21η Μαρτίου που κανείς απ’ τους δυο μας δε θα ξεχάσει, επειδή αποτελεί πια τμήμα του εσωτερικού μας χάρτη.
Αλλά κάνει λάθος.
Εκείνη την ημέρα η άνοιξη έκανε τον ανεμοδείκτη ν’ αλλάξει κατεύθυνση, και μαζί του άλλαξα κι εγώ.
Απόψε, αντίθετα, το καλοκαίρι που γεννιέται φέρνει μαζί του μιαν αλήθεια που είναι ο Ίων στην πιο αγνή του μορφή. Είναι αυτό που εκείνος δεν υποψιάζεται και που εγώ δεν μπορώ να το αποσιωπήσω.
Ίσως εκείνος χαθεί μέσα σ’ αυτή την αλήθεια, ή μαζί της.
Ή ίσως να ’μαι εγώ αυτή που θα χάσει τον Ίωνα.
Ποιος ξέρει.