ΒΑΛΔΕΣ ΖΟΕ: ΚΑΦΕΝΕΙΟ Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Η ΟΣΦΡΗΣΗ, ΑΝΗΣΥΧΙΑ Χτες. Πότε ήταν χτες; Χτες ξέχασα τ' όνομα μου. Βρισκόμουν ακριβώς δώδεκα λεπτά στο vernissage ενός γλύπτη από την Κολομβία, όταν ένας άντρας άρχισε να έρχεται προς το μέρος μου. Πριν με πλησιάσει, τον καδράρισα (μανία της φωτογράφου) και σκέφτηκα πως θα 'κάνε καλό μοντέλο για πορτρέτο: είχε έντονες ρυτίδες στο μέτωπο του, μάτια κατεβασμένα, φρύδια πυκνά, μαλλιά γκριζοκάστανα κι ένα χαμόγελο καθησυχαστικό, σαν να με ήξερε από τότε που γεννήθηκα, που, όσο πλησίαζε, μεταμορφωνόταν σε γκριμάτσα αμφιβολίας. Τα λακκάκια που σχημάτιζε το χαμόγελο του ή η γκριμάτσα, έκαναν πιο έντονα τα ζυγωματικά του. Υπέθεσα ότι θα μου έκανε κάποια ερώτηση επαγγελματικού ενδιαφέροντος για τα έργα του καλλιτέχνη· εκείνον, όμως, το μόνο που τον ενδιέφερε να μάθει, ήταν τ' όνομα μου. Έτσι, ένιωσα απογοήτευση για μερικά δευτερόλεπτα" μπροστά μου βρισκόταν ένα γλυπτό με έντονο θαλασσινό θέμα, το οποίο με βοήθησε ν' ανακαλέσω στη μνήμη μου το σημάδι που έχω εκ γενετής: την ταυτότητα μου. Ο κυματισμός του χαλκού έφερε στη μνήμη μου τη μυρωδιά της θάλασσας ως σημείου αναφοράς: λήθαργος με άρωμα γουάβας, μυρωδιά γαλήνιας αύρας, όπως όταν ανεβαίνει ο αφρός του μαμέι στο κρυστάλλινο μπολ του μίξερ, ο υγρός αντίλαλος του μάνγκο που έχει μόλις κοπεί σε λαχταριστές φέτες, αγνός χυμός από ζαχαροκάλαμο, καβούρια που σπαρταρούν μέσα στα δίχτυα του ψαρά, σταφύλια στο φλιτζάνι, αχνιστός καφές, σαλιγκάρια που μάζεψα στην άμμο, και να 'ρχονται στα πόδια μου ζητώντας καταφύγιο εκατοντάδες τρομαγμένα ψάρια. Αχ, ναι, θυμάμαι! αναφώνησα, προκαλώντας τους νευρώνες· τα τρία γράμματα της λέξης mar (θάλασσα) είναι τα ίδια με τα τρία πρώτα του ονόματος μου. Με λένε Μαρσέλα, απάντησα με δισταγμό, Ο άντρας, που μύριζε βανίλια, ζήτησε συγγνώμη, προσθέτοντας ότι με είχε μπερδέψει με κάποια γνωστή του την οποία είχε να δει πάρα πολλά χρόνια' στο συννεφιασμένο του πρόσωπο ήταν έντονη η απογοήτευση μπρος στο δισταγμό μου, με δυο λόγια, δεν πίστεψε ότι του έλεγα το πραγματικό μου όνομα. Ένιωσα ακόμα περισσότερη αμηχανία βλέποντας να με κυριεύει τόσο μεγάλη αμνησία. Όμως, μία ώρα μετά, ασυνείδητα κι ανέμελα, έδωσα γι' άλλη μια φορά χέρι βοηθείας στη λήθη και διέγραψα από το μυαλό μου το συμβάν. Αφού ένιωσα τη μυρωδιά καθενός απ' τους προσκεκλημένους (ακόμα και αυτών που δε γνώριζα), τους αποχαιρέτησα κι εξαφανίστηκα, καθώς δεν είχα καμία διάθεση ν' ακούσω τις ίδιες κοινοτοπίες από τα γνωστά, συνηθισμένα πρόσωπα. Πριν φτάσω σπίτι, έκανα μια βόλτα στο Σανζ-Ελιζέ, μπήκα στο αχανές αρωματοπωλείο Sephora και πασαλείφτηκα με πολλά και διάφορα αρώματα και κραγιόν. Έτσι θυμήθηκα το Profecia, ένα απαίσιο βουλγάρικο άρωμα που έβαζα όταν ήμουνα μικρή. Ύστερα συνδέθηκα με το Internet στους λακαρισμένους υπολογιστές από ασημένιο μέταλλο που έχουν τοποθετήσει στο τέρμα της πελώριας αίθουσας. Είδα γι' άλλη μια φορά τα τελευταία Νέα Απ' Όλο Τον Κόσμο: τίποτα το θετικό, μόνο εντυπωσιακές καταστροφές. Στο τέλος, όλα αυτά τα περίεργα αρώματα μαζί μου έδωσαν στα νεύρα, αν και πρέπει να πω ότι χάζεψα με την ομορφιά και την κομψότητα των πωλητών και των πωλητριών λίγο μετά, όμως, έφυγα, αναζητώντας τη δροσιά της νύχτας. Πήρα το μετρό στη στάση George V. Σχεδόν δεν κατάλαβα τη διαδρομή μέχρι το Σεν-Πολ, καθώς παρατηρούσα ένα νέο ζευγάρι που έπαιζε μαριονέτες και χόρευε τανγκό. Με το που έφτασα στο σπίτι, ήπια τσάι γιασεμιού, καθάρισα το πρόσωπο μου με μια βρεγμένη πετσετούλα και, πριν πάω για ύπνο, διαπίστωσα, κολλώντας τ' αφτί μου στον λεπτό τοίχο, ότι ο νέος μου γείτονας έβλεπε ακόμα τηλεόραση. Χτες βράδυ συμπληρώθηκαν τρεις μήνες από τότε που έφυγε ο Σαμουέλ, ο προηγούμενος γείτονας μου. Ήταν κάτι περισσότερο από γείτονας: ήταν ο φίλος μου, ο πλατωνικός μου εραστής. Αχ, Σαμουέλ, μυστήριο μου... Τα παντζούρια παραμένουν κλειστά, κι ας έχει μπει για τα καλά η μέρα, κι ας υπάρχει επιτέλους φως σ' αυτό το τόσο σκοτεινό σημείο του πλανήτη. Όσο εύκολη κι αν φαίνεται σήμερα η επικοινωνία, η κατάσταση είναι διαφορετική, αν ήθελα να μιλήσω με έναν από τους άλλους ενοίκους της πολυκατοικίας, θα έπρεπε να τον ειδοποιήσω τηλεφωνικά πριν του χτυπήσω την πόρτα. Οι προσυνεννοήσεις σκοτώνουν τις φιλικές συναναστροφές. Πριν, το να γίνεις φίλος με κάποιον, απαιτούσε λιγότερες διατυπώσεις. Σήμερα, είναι προτιμότερο να λύσεις τα προβλήματα σου απ' το τηλέφωνο, το φαξ, ακόμα κι απ' το Internet. Όλη αυτή η τεχνολογική πρόοδος μ' έχει παραλύσει' γι' αυτό, μόλις και μετά βίας γράφω γράμματα, τα οποία σχεδόν ποτέ δε διανύουν την απόσταση που χωρίζει το γραφείο μου από το ταχυδρομείο, κι είναι παραδομένα σ' έναν διαρκή και ατελείωτο λήθαργο μέσα σ' ένα πλαστικό κουτί, τοποθετημένο ειδικά γι' αυτόν το λόγο δίπλα στον αρμό του παραθύρου, απ' όπου περνούν η βροχή, το κρύο και όλες οι φυσικές καταστροφές. Έχουμε πια φτάσει σε σημείο να κάνουμε κατάχρηση στις προφυλάξεις. Το παλιό ρητό «Των φρονίμων τα παιδιά...» έχει γίνει έμβλημα της ανθρωπότητας. Παρ' όλα αυτά, το τηλέφωνο εξακολουθεί να είναι η μεγάλη διασκέδαση ή, μάλλον, η μεγάλη εφεύρεση, και εξαιρετικά χρήσιμο, μπορεί να ξοδεύεις χρήματα, αλλά κερδίζεις χρόνο. Τι θα συνέβαινε αν, ξαφνικά, δεν είχαμε τηλέφωνο; θα προσαρμοζόμαστε στη νέα κατάσταση; Τι κάνουμε όταν μας εμποδίζουν ν' ακούσουμε γεμάτοι ταραχή τη φωνή του αγαπημένου προσώπου από την άλλη μεριά του σύρματος, όταν το πρόσωπο αυτό είναι η μόνη παρηγοριά που μας έχει απομείνει; Ωστόσο, το τηλέφωνο, που μας φέρνει πιο κοντά, έχει ένα μειονέκτημα: μας προξενεί το συναίσθημα του ανικανοποίητου, καθώς δεν μπορούμε να μυρίσουμε το συνομιλητή μας. Ο ίδιος ο έρωτας με γλιτώνει απ' τη ρουτίνα του: όταν είμαι ερωτευμένη, ξέρω πολύ καλά τι νιώθω, επειδή, κάθε φορά που ερωτεύομαι ξανά, το κάνω με την ίδια εκείνη προφητική ένταση της εφηβείας μου. Να 'ταν άραγε ο Σαμουέλ η ύστατη απόδειξη γι' αυτό; Η ζωή μ' εμποδίζει να ζήσω ανέμελα, γιατί ζω κάθε στιγμή με όλες μου τις αισθήσεις. Μ' αρέσει που ο ήλιος διεισδύει στο σώμα μου μέχρι ν' ανοίξουν οι πόροι, κάνοντας φουσκάλες που μου προκαλούν πόνο, χαίρομαι όταν τα κύματα της θάλασσας χαράζουν τη σάρκα μου σαν αλατισμένα μαχαίρια· χαίρομαι όταν ο αέρας προκαλεί μόλυνση στους δακρυϊκούς μου αδένες, και το πύον στερεοποιείται και γίνεται τσίμπλα ή πέτσα· χαίρομαι όταν καταπίνω σκόνη και νιώθω στο λαιμό μου τα ενοχλήματα απ' την ατμοσφαιρική ρύπανση. Φυσικά, το γεγονός ότι ζω τόσο σωματικά, τόσο υπερβατικά, με εξουθενώνει· τότε είναι που βρίσκω καταφύγιο στα βιβλία. Η ανάγνωση με ωθεί να διαβάσω. Η ανάγνωση αποτελεί ένδειξη ότι δεν έχω χάσει εντελώς την αθωότητα μου, ότι ακόμα μπορώ να θέτω ερωτήματα. Ερωτήματα σε ποιον; Όταν φτάνω στη μέση ενός βιβλίου, παύω να είμαι εγώ· γιατί, διαβάζοντας, ονειρεύομαι. Όμως, το ότι διαβάζω, ονειρεύομαι και φιλώ κάποιον στα χείλη, σημαίνει ότι ζω με το δικό μου «εγώ», μέσα στο δικό μου «εγώ». Απολαμβάνω τη μελαγχολία του «εγώ». Υπάρχει μια παράξενη σαγήνη ανάμεσα στο δικό σου «εγώ» και στο δικό μου, ανάμεσα στο «εγώ» εκείνου που, λόγω ηθικών συμβάσεων ή κοινωνικών τραυμάτων, θα αφαιρέσει τη σημασία που έχει το πολύ προσωπικό «εγώ» του άλλου. Η ανάγνωση είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μπορούν να συναντηθούν δύο μοναχικοί άνθρωποι, χωρίς το «εγώ» του ενός να υπερισχύει και να βρίσκεται πάνω απ' τις εποχές, τα μέρη και τις συνήθειες του άλλου. Το να δεχτείς τον πλησίον σου, δε σημαίνει ότι τον ανέχεσαι· είναι φανερό ότι περιφρονούμε πάρα πολύ γρήγορα. Στο ρήμα «ανέχομαι» ενυπάρχει —εμμέσως— η επίκριση. Ακόμα, η ανάγνωση επιτρέπει (αν και πολύ δύσκολα, επειδή αποτελεί πνευματική εμπειρία) την αποδοχή του άλλου, ενώ, στην καλύτερη περίπτωση (και πιο ορθολογική), παραδεχόμαστε ότι τα δύο «εγώ» συγχέονται. Αποδεχόμαστε το φόβο του θανάτου, τον οποίο αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε. Διαβάζω και ονειρεύομαι ότι διαβάζω κι ότι θέλω να γράψω ένα γράμμα στον Σαμουέλ αλλά δεν μπορώ. Στη διάρκεια της ανάγνωσης, συνειδητοποιώ πως, όταν είμαι ξύπνια κι έχω βγει απ' το πετσί του ήρωα του βιβλίου, δεν έρχεται στο μυαλό μου τίποτα το αξιόλογο, ενώ, την ώρα που διαβάζω, με κατακλύζει ξαφνικά μια ευφυΐα, μια άγρια ομορφιά, λέξεις σαν χαλάζι ή σαν ευωδιαστά και άγνωστα λουλούδια ενός αιώνιου, ατελείωτου κήπου, ή προσευχές σαν κύματα αυτού του πελώριου ωκεανού τον οποίο ονειρεύομαι καθώς διαβάζω ένα χοντρό βιβλίο. Η ετυμολογία του ονόματος μου με θλίβει. Ναι, γιατί, τις περισσότερες φορές, όταν διαβάζω, ονειρεύομαι τη θάλασσα, το σκοτεινό βουητό της, και δεν μπορώ ν' ανοίξω το παράθυρο και να την οσφρανθώ, γιατί, μπορεί να φαίνεται απλό, όμως εγώ ονειρεύομαι καθώς διαβάζω, κι αργότερα ξυπνώ μέσα στην ανάγνωση, δηλαδή μέσα στο βιβλίο, και βλέπω τον εαυτό μου στο δωμάτιο μου στην Αβάνα στο διπλανό δωμάτιο, η μητέρα μου κουβεντιάζει κάνοντας μικροδουλειές, της λέω μαμάκα, ονειρεύτηκα τη θάλασσα, εκείνη λέει κάτι για έναν αριθμό στην «κινέζικη τόμπολα» κι ότι θα 'πρεπε ν' αγοράσει λαχείο, αν υπήρχαν λαχεία, κι όποτε έχω την αίσθηση ότι πρόκειται να δω τη μητέρα μου, πάντοτε μέσα στην πρώτη μου ανάγνωση, όχι αυτήν που κάνω μισοκοιμισμένη, όταν νομίζω ότι θα μπει στο δωμάτιο μου, τότε είναι που ξυπνάω και βγαίνω απ' τις σελίδες όπου ονειρεύομαι τη θάλασσα, τη μητέρα μου, το δωμάτιο μου. Και τότε είναι που έχω πράγματι τα μάτια ανοιχτά: το μυαλό μου αδειάζει, και δεν έχω ούτε μία ιδέα για να μπορέσω να γράψω ένα απλό γράμμα. Αν όχι, αφήνω να με κυριέψουν οι αναμνήσεις, οι φωνές των φίλων, εκείνες οι τόσο μακρινές γιορτές, όλο αυτό το παρελθόν που με αποξενώνει και μου επιβάλλει ένα άνετο παρόν. Όταν εκείνο το παρελθόν ήταν παρόν, βούλιαζα μέσα του όπως σ' έναν αναπαυτικό καναπέ, αφήνοντας το λεπτό μου σώμα να πέσει με όλη την ελαφράδα των είκοσι χρόνων μου. Φυσικά, τώρα δεν είμαι είκοσι χρονών, κι ούτε έχω την ίδια σβελτάδα. Ούτε οι γονείς μου μένουν πια στην Αβάνα. Με εγκατέλειψαν το 1980 για να πάνε στο Μαϊάμι. Δε δέχτηκαν την επικίνδυνη εναλλακτική λύση να περιμένουν μέχρι να τελειώσει η υποτροφία μου, ούτε είχαν χρόνο για να με ειδοποιήσουν. Όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα· ένα λευκό λεωφορείο με μια μπλε επιγραφή στα αγγλικά ήρθε να τους πάρει: «Ή τώρα ή ποτέ» τους είπαν οι Αρχές. «Ο γαμπρός σας σας περιμένει σ' ένα γιοτ, στο λιμάνι του Μαριέλ.» «Κι η μικρή; Πρέπει να βρούμε τη μικρή!» θα φώναξε ταραγμένη η μητέρα μου, με το στόμα της να μυρίζει μανταρίνι, κι ο πατέρας μου (ώριμη μπανάνα) θα της απάντησε χωρίς περιστροφές: «Τη μικρή θα 'ρθουμε να την πάρουμε μ' ένα άλλο πλοίο, κάποια άλλη στιγμή, θα τα καταφέρει — είναι πιο δυνατή, πιο αποφασιστική από μας. Την άλλη δηλαδή, τη μεγαλύτερη, δεν τη σκέφτεσαι καθόλου; Ο άντρας της ήρθε εδώ με κίνδυνο της ζωής του. Μην τη χάσουμε την ευκαιρία, Λάλα... Σκέψου την Ίλδα, σκέψου τα εγγόνια μας, θυμήσου πόσα χρόνια προσπαθούμε να φύγουμε απ' αυτή την κωλο-χώρα». Και η ατμόσφαιρα μύρισε φτηνό ταμπάκο. Η «άλλη» είναι η αδελφή μου, που σήμερα είναι ολόκληρη γυναίκα, παντρεμένη με τον ίδιο τύπο· αυτή, όμως, είναι μια παμπάλαια ιστορία. Είναι η αδελφή μου η Ίλδα (αφέψημα από λουίζα), που την είχαν στείλει πολύ μικρή στις Ηνωμένες Πολιτείες για να τη σώσουν από τον κομμουνισμό, με αυτό που ονομάστηκε «Επιχείρηση Πίτερ Παν». Με το που γεννήθηκα εγώ, η μητέρα μου άρχισε να φοβάται τα ταξίδια, τα χρόνια πέρασαν, και οι γονείς μου συνήθισαν σιγά σιγά στην ιδέα ότι θα 'μεναν στο ίδιο μέρος εξαιτίας της δεισιδαιμονίας της μητέρας μου και του φόβου που της ενέπνεαν η θάλασσα ή το αεροπλάνο. Ευτυχώς, η Ίλδα δεν έμεινε για πολύ μόνη στο Μαϊάμι. Οι θείοι μου από τη μεριά της μητέρας μου τη φρόντισαν και με το παραπάνω' φρόντισαν να κάνει αξιοπρεπείς σπουδές σε μια σχολή καλογραιών, θα πρέπει να κόστισε πάρα πολύ στη μητέρα μου η απόφαση να με εγκαταλείψει, αν και, εδώ που τα λέμε, απ' τη στιγμή που πήρα μια υποτροφία με δική μου πρωτοβουλία, στο σπίτι έμενα μόνο τα σαββατοκύριακα. Αυτό την πλήγωσε βαθιά, κι από τότε άρχισε να σκέφτεται την πρωτότοκη με όλο και μεγαλύτερη νοσταλγία. Και τη μέρα που οι γονείς μου έφυγαν οριστικά, μου έγραψε στα γρήγορα και με χέρια που έτρεμαν και μύριζαν σκόρδο, ένα σημείωμα. Το άφησε πάνω στη σαλατιέρα που βρισκόταν στο κέντρο του τραπεζιού: Μαρσέλα, κόρη μου, φύγαμε από το Μαριέλ. Αυτό, έγινε Παρασκευή. Το Σάββατο, όταν γύρισα από την Εστία, οι γονείς μου βρίσκονταν ήδη στο βορρά, κι έτσι δέχτηκα μόνη μου όλη την κατακραυγή. Ποιος; Εγώ, η ελπίδα του κουβανικού σκακιού και, γι' αυτόν το λόγο, εσωτερική σ' ένα σχολείο για φερέλπιδες. Κανένας γείτονας δε λογάριασε αυτή τη λεπτομέρεια· εκείνη την ώρα, για όλους εκείνους που με είχαν δει να μεγαλώνω, ήμουν η κόρη κάποιων που είχαν ξεπουληθεί στον ιμπεριαλισμό και τίποτα παραπάνω· κατά συνέπεια, αποδιοπομπαία. Ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση τους στο Μαϊάμι, οι γονείς μου χώρισαν. Η μητέρα μου είναι γκαρσόνα στην καφετέρια του αεροδρομίου· ο πατέρας μου, νυχτοφύλακας σ' ένα πάρκινγκ. Για μένα, είναι σαν να μην υπάρχουν (στο κάτω κάτω, αυτοί εγκατέλειψαν την οικογενειακή μου εστία!). Δεν τόλμησαν να με ξανακοιτάξουν στα μάτια, κι ούτε τους κατηγορώ για τίποτα· συναντιόμαστε μόνο κάτι Χριστούγεννα ή καμιά άλλη γιορτή — μαζί, αλλά όχι ενωμένοι. Φυσικά, έχουμε επαφή, τους παίρνω τηλέφωνο, στέλνω χρήματα, αλλά τίποτα παραπάνω. Εκείνη η αδελφή, εκείνη η Ίλδα που μου είναι σχεδόν άγνωστη και που ποτέ δε θ' αποκαλύψει το πραγματικό της πρόσωπο εξαιτίας του φαλλοκράτη άντρα της, πήρε τη θέση μου μπορεί, όμως, να κάνω και λάθος, και η θέση μου να παραμένει εκεί άθικτη, ίσως και παγωμένη. Αρκετά τράβηξε η Ίλδα απ' το ίδιο το γεγονός ότι γεννήθηκα κι ότι υπάρχω, αφού, εξαιτίας μου, έζησε σαν ορφανό πολυτελείας, σε σπίτια με συναγερμό συνδεδεμένο με την αστυνομία.