ΑΓΚΟΥΑΛΟΥΖΑ ΖΟΖΕ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤΟ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ο ουρανός μας είναι το πάτωμά σας


Της Λουντοβίκα ποτέ δεν της άρεσε να έρχεται αντιμέ-
τωπη με τον ουρανό. Από μικρή τη βασάνιζε ένας τρόμος
για τους ανοιχτούς χώρους. Όταν έβγαινε από το σπίτι ένιω-
θε εύθραυστη και ευάλωτη, σαν χελώνα που της έχουν βγά-
λει το καβούκι. Πολύ μικρή, έξι-εφτά χρονών, αρνιόταν να
πάει στο σχολείο χωρίς την προστασία μιας πελώριας μαύ-
ρης ομπρέλας, ό,τι καιρό κι αν έκανε. Ούτε ο εκνευρισμός
των γονιών, ούτε οι σκληρές κοροϊδίες των άλλων παιδιών
τη μετέπειθαν. Αργότερα, καλυτέρεψε. Μέχρι που συνέβη
αυτό που εκείνη αποκαλούσε Το Ατύχημα, κι άρχισε να βλέ-
πει τον πρωταρχικό της τρόμο ως προαίσθημα.
Μετά το θάνατο των γονιών πήγε να μείνει στο σπίτι
της αδελφής της. Σπανίως έβγαινε. Κέρδιζε κάποια χρήματα
κάνοντας μαθήματα πορτογαλικών σε βαριεστημένους εφή-
βους. Εκτός απ’ αυτό, διάβαζε, κεντούσε, έπαιζε πιάνο, έβλε-
πε τηλεόραση, μαγείρευε. Το σούρουπο πήγαινε στο παράθυ-
ρο και κοιτούσε το σκοτάδι σαν κάποιον που σκύβει πάνω απ’
την άβυσσο. Η Οντέτε κουνούσε το κεφάλι, εκνευρισμένη:
Τι έγινε, Λούντο; Φοβάσαι μην πέσεις στ’ αστέρια;
Η Οντέτε δίδασκε αγγλικά και γερμανικά στο λύκειο.
Αγαπούσε την αδελφή της. Απέφευγε τα ταξίδια για να μην
την αφήνει μόνη. Περνούσε τις διακοπές στο σπίτι. Κάποιοι
φίλοι παίνευαν τον αλτρουισμό της. Άλλοι επέκριναν την
υπέρμετρη επιείκειά της. Η Λούντο δεν μπορούσε να φαντα-
στεί τον εαυτό της να ζει μόνη. Ανησυχούσε, ωστόσο, ότι γι-
νόταν βάρος. Μες στο μυαλό της, με την αδελφή της ήταν
σαν σιαμαίες, δεμένες από τον αφαλό. Αυτή, παράλυτη, σχε-
δόν νεκρή, και η άλλη, η Οντέτε, αναγκασμένη να τη σέρ-
νει παντού μαζί της. Ένιωσε ευτυχία, ένιωσε τρόμο, όταν η
αδελφή της ερωτεύτηκε έναν μηχανικό στα ορυχεία. Τον
έλεγαν Ορλάντο. Χήρος, άτεκνος. Είχε πάει στο Αβέιρο να
ξεδιαλύνει ένα περίπλοκο ζήτημα κληρονομιάς. Ανγκολέζος,
με καταγωγή από το Κατέτε, ζούσε στην πρωτεύουσα της
Ανγκόλας και κατά καιρούς στο Ντούντο, μια μικρή πόλη
υπό τη διοίκηση της εταιρείας διαμαντιών για την οποία
δούλευε. Δύο βδομάδες μετά την τυχαία γνωριμία τους σ’
ένα ζαχαροπλαστείο, ο Ορλάντο ζήτησε το χέρι της Οντέ-
τε. Προσπαθώντας να προλάβει μιαν απόρριψη, και γνωρί-
ζοντας τις υποχρεώσεις της Οντέτε, επέμεινε να μείνει μαζί
τους και η Λούντο. Τον επόμενο μήνα είχαν ήδη εγκαταστα-
θεί σ’ ένα τεράστιο διαμέρισμα, στο τελευταίο πάτωμα ενός
από τα πολυτελέστερα κτίρια της Λουάντα. Το επονομαζό-
μενο Κτίριο των Αξιοζήλευτων.
Το ταξίδι ήταν δύσκολο για τη Λούντο. Βγήκε έξω πα-
ραπατώντας, υπό την επήρεια ηρεμιστικών, όλο αναστεναγ-
μούς και διαμαρτυρίες. Σ’ όλη την πτήση κοιμόταν. Το επό-
μενο πρωί ξύπνησε για να ξαναμπεί στην ίδια ρουτίνα. Ο Ορ-
λάντο διέθετε μια πολύτιμη βιβλιοθήκη με χιλιάδες τίτλους
στα πορτογαλικά, γαλλικά, ισπανικά, αγγλικά και γερμανι-
κά, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν σχεδόν όλοι οι μεγάλοι
κλασικοί της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η Λούντο είχε τώρα
στη διάθεσή της περισσότερα βιβλία αλλά λιγότερο χρόνο,
αφού επέμεινε ν’ απολύσουν τις δύο υπηρέτριες και τη μα-
γείρισσα, αναλαμβάνοντας τις δουλειές του σπιτιού.
Ένα απόγευμα ο μηχανικός εμφανίστηκε στο σπίτι κρα-
τώντας προσεκτικά ένα χαρτόκουτο. Το παρέδωσε στην
κουνιάδα του.
Είναι για σένα, Λουντοβίκα. Για να σου κάνει παρέα.
Περνάς πάρα πολύ χρόνο μόνη.
Η Λούντο άνοιξε το κουτί. Μέσα, ένα άσπρο κουτάβι,
νεογέννητο, την κοιτούσε τρομαγμένο.
Αρσενικό. Γερμανικός ποιμενικός, διευκρίνισε ο Ορλά-
ντο. Μεγαλώνουν γρήγορα. Αυτός είναι αλμπίνος, κάπως
σπάνιος. Δεν πρέπει να κάθεται πολλή ώρα στον ήλιο. Πώς
θα τον βγάλεις;
Η Λούντο δε δίστασε:
Φάντασμα!
Φάντασμα;
Ναι. μοιάζει με φάντασμα. Έτσι, κάτασπρο.
Ο Ορλάντο ανασήκωσε τους άσαρκους ώμους του:
Πολύ καλά. Θα τον λέμε Φάντασμα.
Μια κομψή, παλιομοδίτικη σκάλα από σφυρήλατο σίδε-
ρο ανέβαινε από το σαλόνι των επισκεπτών μέχρι την ταρά-
τσα, σχηματίζοντας μια στενή σπείρα. Από κει, το βλέμμα
αγκάλιαζε μεγάλο μέρος της πόλης, τον κόλπο, το Νησί, και
στο βάθος ένα μακρύ περιδέραιο από παραλίες, εγκαταλε-
λειμμένο ανάμεσα στις δαντέλες των κυμάτων. Ο Ορλάντο
είχε εκμεταλλευτεί το χώρο για να φτιάξει έναν κήπο. Μια
πέργκολα με βουκαμβίλιες έριχνε πάνω στο δάπεδο από γυ-
μνά τούβλα μια αρωματισμένη λιλά σκιά. Σε μια από τις γω-
νίες φύτρωνε μια ροδιά και αρκετές μπανανιές. Οι επισκέ-
πτες παραξενεύονταν:
Μπανάνες, Ορλάντο; Κήπος είν’ αυτό ή χωράφι;
Ο μηχανικός εκνευριζόταν. Οι μπανανιές τού θύμιζαν
το στριμωγμένο ανάμεσα σε πλίνθινους τοίχους χωράφι,
όπου έπαιζε όταν ήταν μικρός. Αυτός, αν μπορούσε, θα είχε
φυτέψει και μάνγκο, και μουσμουλιές, και αμέτρητες ρίζες
παπάγιας. Όταν γύριζε από το γραφείο πήγαινε και καθό-
ταν εκεί μ’ ένα ποτήρι ουίσκι πλάι στο χέρι, ένα τσιγάρο με
μαύρο καπνό στα χείλη, κι έβλεπε τη νύχτα να κυριεύει την
πόλη. Το Φάντασμα του έκανε παρέα. Και το σκυλάκι αγα-
πούσε την ταράτσα. Η Λούντο, αντιθέτως, αρνιόταν ν’ ανέ-
βει. Τους πρώτους μήνες, δεν τολμούσε καν να πλησιάσει τα
παράθυρα.
Ο ουρανός της Αφρικής είναι πολύ μεγαλύτερος από
τον δικό μας, εξηγούσε στην αδελφή της, τόσο που μας συν-
θλίβει.
Ένα ηλιόλουστο πρωινό του Απρίλη, η Οντέτε γύρι-
σε από το Λύκειο αναστατωμένη κι έντρομη. Είχαν ξεσπά-
σει ταραχές στην πρωτεύουσα. Ο Ορλάντο ήταν στο Ντού-
ντο. Γύρισε εκείνο το βράδυ. Κλείστηκε στην κρεβατοκάμα-
ρα με τη γυναίκα του. Η Λούντο τους άκουσε να καυγαδί-
ζουν. Εκείνη ήθελε να εγκαταλείψουν την Ανγκόλα όσο πιο
γρήγορα γινόταν:
Οι τρομοκράτες, αγάπη μου, οι τρομοκράτες…
Τρομοκράτες; Μην ξαναπείς αυτή τη λέξη στο δικό μου
σπίτι. Ο Ορλάντο δεν φώναζε ποτέ. Ψιθύριζε μ’ έναν τρα-
χύ τόνο, και η κόψη της φωνής του ακουμπούσε σαν μαχαίρι
στο λαρύγγι του συνομιλητή του. Τέτοιοι τρομοκράτες αγω-
νίστηκαν για την ελευθερία της χώρας μου. Εγώ είμαι Αν-
γκολέζος. Δε θα φύγω.
Οι μέρες κύλησαν ταραγμένες. Διαδηλώσεις, απεργίες,
συνελεύσεις. Η Λούντο έκλεινε τα παραθυρόφυλλα για να
μην αφήσει το διαμέρισμα να γεμίσει με τα γέλια του λαού,
που έσκαγαν στους δρόμους σαν πυροτεχνήματα. Ο Ορλάντο, γιος ενός εμπόρου από το Μίνιo1 που εγκαταστάθηκε
στο Κατέτε στις αρχές του αιώνα, και μιας μιγάδας από τη
Λουάντα που πέθανε πάνω στη γέννα, δεν είχε καλλιεργήσει
ποτέ οικογενειακές σχέσεις. Ένα από τα ξαδέλφια του, ο Βι-
τορίνο Γκαβιάου, ξαναφάνηκε εκείνες τις ημέρες. Είχε ζήσει
πέντε μήνες στο Παρίσι πίνοντας, ερωτοτροπώντας, συνω-
μοτώντας, γράφοντας ποιήματα σε χαρτοπετσέτες στα μπι-
στρό όπου σύχναζαν Πορτογάλοι και Αφρικανοί εξόριστοι,
και είχε έτσι αποκτήσει μια αύρα ρομαντικού επαναστάτη.
Έμπαινε στο σπίτι σαν σίφουνας, ανακάτευε τα βιβλία στα
ράφια και τα ποτήρια στην εταζέρα και εκνεύριζε το Φάντα-
σμα. Το σκυλάκι πήγαινε πίσω του τηρώντας μια απόσταση
ασφαλείας, γαβγίζοντας και γρυλίζοντας.
Οι σύντροφοι θέλουν να μιλήσουν μαζί σου, φίλε! φώ-
ναζε ο Βιτορίνο κι έριχνε μια γροθιά στον ώμο του Ορλάντο:
Διαπραγματευόμαστε μια προσωρινή κυβέρνηση. Χρειαζό-
μαστε στελέχη για να την πλαισιώσουν. Εσύ είσαι καλός για
να μπεις στο πλαίσιο.
Μπορεί, παραδεχόταν ο Ορλάντο, αυτό που μας λείπει
όμως δεν είναι το πλαίσιο. αυτό που μας λείπει είναι ο καμ-
βάς.
Δίσταζε. Ναι, μουρμούριζε, η πατρίδα μπορούσε να βα-
σίζεται στην εμπειρία του, εντούτοις φοβόταν τις πιο εξτρε-
μιστικές τάσεις στους κόλπους του κινήματος. Κατανοούσε
την ανάγκη για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά οι
κομμουνιστές που απειλούσαν να κρατικοποιήσουν τα πά-
ντα τον τρόμαζαν. Να απαλλοτριώσουν την ιδιωτική περι-
ουσία. Να απελάσουν τους λευκούς. Να σπάσουν τα δόντια
των μικροαστών. Αυτός, ο Ορλάντο, ήταν περήφανος για το
τέλειο χαμόγελό του. δεν ήθελε να φορέσει μασέλα. Ο ξάδελφος γελούσε, απέδιδε τις υπερβολές της γλώσσας στην ευφορία της στιγμής, επαινούσε το ουίσκι κι έβαζε κι άλλο
στο ποτήρι του. Εκείνος ο ξάδελφος με τη φουντωτή, στρογ-
γυλή κόμη, σαν του Τζίμι Χέντριξ, το λουλουδάτο πουκάμι-
σο ανοιχτό πάνω στο ιδρωμένο στέρνο, τρόμαζε τις αδελφές.
Μιλάει σαν μαύρος! τον κατηγορούσε η Οντέτε: Και
μάλιστα, βρομάει και ζέχνει. Κάθε φορά που έρχεται εδώ,
όλο το σπίτι βρομοκοπάει.
Ο Ορλάντο εξοργιζόταν. Έφευγε χτυπώντας την πόρ-
τα. Επέστρεφε αργά το απόγευμα πιο στεγνός, πιο αιχμηρός,
ένας άνθρωπος που θύμιζε αγκάθι. Ανέβαινε στην ταράτσα
παρέα με το Φάντασμα, ένα πακέτο τσιγάρα, ένα μπουκά-
λι ουίσκι, και καθόταν εκεί. Έμπαινε ξανά μέσα με τη νύχτα,
κουβαλώντας σκοτάδια και μια δυνατή μυρωδιά από αλκοόλ
και καπνό. Παραπατούσε πάνω στα έπιπλα και ψιθύριζε λό-
για βραχνά για την άτιμη τη ζωή.
Οι πρώτοι πυροβολισμοί σημάδεψαν την αρχή των με-
γάλων αποχαιρετιστήριων πάρτι. Οι νέοι πέθαιναν στους
δρόμους κυματίζοντας σημαίες, την ίδια ώρα που οι άποικοι
χόρευαν. Η Ρίτα, η γειτόνισσα του διπλανού διαμερίσματος,
εγκατέλειπε τη Λουάντα για το Ρίο ντε Τζανέιρο. Το τελευ-
ταίο βράδυ κάλεσε μια διακοσαριά φίλους σ’ ένα δείπνο που
κράτησε μέχρι το ξημέρωμα.
Ό,τι δεν καταφέρουμε να πιούμε το αφήνουμε σ’ εσάς,
είπε, δείχνοντας στον Ορλάντο το κελάρι, όπου είχε στοίβες από καφάσια με τα καλύτερα πορτογαλικά κρασιά: Πιείτε τα. Αυτό που έχει σημασία, είναι να μη μείνει τίποτα για να
γλεντήσουν οι κομμουνιστές.
Τρεις μήνες αργότερα το κτίριο ήταν σχεδόν άδειο. H
Λούντο, αντιθέτως, δεν ήξερε πού να βάλει τόσα μπουκάλια κρασί, καφάσια με μπίρες, κoνσέρβες με τρόφιμα, χοιρομέρια, φέτες μπακαλιάρου, κιλά αλάτι, ζάχαρη και αλεύρι, πέρα από τα ατελείωτα προϊόντα καθαριότητας και υγιεινής. Ένας φίλος του Ορλάντο, συλλέκτης αγωνιστικών αυ-
τοκινήτων, του είχε δώσει μια Chevrolet Corvette κι ένα Alfa
Romeo GTA. Ένας άλλος του είχε δώσει τα κλειδιά του δια-
μερίσματός του.
Ποτέ δεν ήμουν τυχερός, παραπονιόταν ο Oρλάντο στις
δύο αδελφές, κι ήταν δύσκολο να καταλάβεις αν ειρωνευό-
ταν ή αν μιλούσε σοβαρά. Πάνω που άρχισα να μαζεύω αυ-
τοκίνητα και σπίτια, εμφανίζονται οι κομμουνιστές που θέ-
λουν να μου τα πάρουν όλα.
Η Λούντο άνοιγε το ραδιόφωνο και η επανάσταση
έμπαινε στο σπίτι: Η λαϊκή εξουσία είναι η αιτία αυτής της
αναστάτωσης, επαναλάμβανε ένας από τους δημοφιλέστε-
ρους τραγουδιστές της εποχής. Έ αδελφέ, τραγουδούσε άλ-
λος, τον αδελφό σου αγάπα / το χρώμα του μην κοιτάς / δες
τον απλά σαν Ανγκολέζο. / Με το λαό της Ανγκόλας ενωμένο
/ η Ανεξαρτησία θα ’ρθει. Κάποιες μελωδίες δεν κούμπω-
ναν με τους στίχους. Έμοιαζαν κλεμμένες από τραγούδια κά-
ποιας άλλης εποχής, μπαλάντες θλιμμένες σαν το φως περα-
σμένου δειλινού. Κατασκοπεύοντας από τα παράθυρα, μισο-
κρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες, η Λούντο έβλεπε να περ-
νούν φορτηγά γεμάτα άντρες. Κάποιοι ύψωναν σημαίες.
άλ-
λοι κρατούσαν πανό γεμάτα εντολές:
Απόλυτη ανεξαρτησία!
500 χρόνια αποικιοκρατικής καταπίεσης. Φτάνει πια!
Θέλουμε το μέλλον!
Οι αξιώσεις τελείωναν με θαυμαστικά. Τα θαυμαστικά
μπερδεύονταν με τις χαντζάρες που κουβαλούσαν οι δια-
δηλωτές. Οι χαντζάρες έλαμπαν στις σημαίες και στα πανό.
Κάποιοι άντρες κρατούσαν από μία σε κάθε χέρι. Τις κράδαι-
ναν. Χτυπούσαν τις λάμες μεταξύ τους, μέσα σ’ ένα ζοφερό
βουητό.
Μια νύχτα, η Λούντο ονειρεύτηκε ότι κάτω από τους
δρόμους της πόλης, κάτω από τις αξιοσέβαστες σπιταρόνες
της κάτω πόλης, απλωνόταν ένα ατέλειωτο δίκτυο από γα-
λαρίες. οι ρίζες των δέντρων ξεπρόβαλλαν ανάκατα μέσα
απ’ τα τοιχώματά τους. Χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν στα υπό-
γεια, βουτηγμένοι στο βούρκο και στο σκοτάδι, τρώγο-
ντας όσα η αποικιακή μπουρζουαζία πετούσε στους υπονό-
μους. Η Λούντο περπάτησε ανάμεσα στον όχλο. Οι άνθρω-
ποι κράδαιναν χαντζάρες στον αέρα. Χτυπούσαν τις λάμες
μεταξύ τους και ο θόρυβος αντηχούσε στα τούνελ. Ένας απ’
αυτούς πλησίασε, κόλλησε το βρόμικο πρόσωπό του στο
πρόσωπο της Πορτογαλίδας και χαμογέλασε. Της ψιθύρισε
στ’ αυτί με βαθιά και γλυκιά φωνή:
Ο ουρανός μας είναι το πάτωμά σας.