ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ ΛΟΥΙΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΤΗΤΑΣ
1
 
 
ΣΆ ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι σου ή στο σπίτι μου, ζούσε μια αποικία σαλιγκαριών που δεν είχαν την παραμικρή αμφιβολία πως ο τόπος τους ήταν ο καλύτερος. Κανένα απΆ αυτά δεν είχε ταξιδέψει ώς την άκρη του λιβαδιού, πόσο μάλλον ώς τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που άρχιζε ακριβώς στο σημείο όπου φύτρωνε το τελευταίο χορτάρι. Κι αφού δεν είχαν ταξιδέψει, δεν μπορούσαν να συγκρίνουν, οπότε αγνοούσαν ότι για τους σκίουρους ο καλύτερος τόπος ήταν τα ψηλότερα κλαδιά της οξιάς, ενώ, για τις μέλισσες, οι ξύλινες κυψέλες που ήταν αραδιασμένες στην άλλη άκρη του λιβαδιού. Δεν μπορούσαν να συγκρίνουν, ούτε τα ένοιαζε, γιατί εκείνο το λιβάδι όπου, ποτισμένο απΆ τις βροχές, φούντωνε το λιονταρόδοντο, ήταν ο καλύτερος τόπος για να ζήσεις.
Όταν ήρθαν οι πρώτες μέρες της άνοιξης, κι ο ήλιος άφηνε να αισθάνεσαι ανάλαφρα το θαλπερό του χάδι, ξυπνούσαν από τη χειμέρια νάρκη τους, με μια μικρή μυϊκή προσπάθεια ανασήκωναν το καβούκι ίσα ίσα για να βγει το κεφάλι, και μετά τέντωναν τις μικρές κεραίες που έχουν πάνω τους τα μάτια. Τότε ανακάλυπταν χαρούμενα πως το λιβάδι ήταν σκεπασμένο με χόρτα, αγριολούλουδα και, το κυριότερο, νοστιμότατο λιονταρόδοντο.
Κάποια σαλιγκάρια, τα πιο ηλικιωμένα, ονόμαζαν το λιβάδι Χώρα του Λιονταρόδοντου, ενώ αποκαλούσαν Σπίτι τον πυκνόφυλλο χειμωνανθό που κάθε άνοιξη ξεφύτρωνε με ανανεωμένο σφρίγος μέσα απΆ όσα φύλλα είχαν καταφέρει να επιζήσουν απΆ τον παγετό του χειμώνα. Κάτω απΆ αυτά τα φύλλα περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους, προφυλαγμένα απΆ το λαίμαργο βλέμμα των πτηνών.
Μεταξύ τους επικοινωνούσαν απευθυνόμενα το ένα στο άλλο με τη λέξη «σαλιγκάρι», κι αυτό δημιουργούσε συχνά παρεξηγήσεις που λύνονταν χωρίς βιασύνες. Καμιά φορά, ας πούμε, τύχαινε ένα απΆ την παρέα να θέλει να μιλήσει μΆ ένα άλλο, οπότε ψιθύριζε: «Ε, σαλιγκάρι, θέλω να σου πω κάτι», κάτι που αρκούσε ώστε όλα τα σαλιγκάρια να στρέψουν το κεφάλι. Όσα ήταν δεξιά του, το έστρεφαν αριστερά. όσα ήταν αριστερά του, δεξιά. όσα μπροστά του, προς τα πίσω. κι όσα ήταν πίσω, τέντωναν το κεφαλάκι τους και ψιθύριζαν: «ΣΆ εμένα θες να πεις κάτι;».
Όποτε τύχαινε αυτό, το σαλιγκάρι που ήθελε να πει κάτι σΆ ένα άλλο, μετακινούνταν αργά, πρώτα προς τα αριστερά, μετά προς τα δεξιά κι ύστερα προς τα μπρος ή προς τα πίσω, λέγοντας: «Με το συμπάθειο, αλλά δεν είσαι εσύ αυτό που θέλω να του πω κάτι», ώσπου έφτανε επιτέλους στο σαλιγκάρι στο οποίο ήθελε να πει κάτι, κατά κανόνα κάτι που είχε να κάνει με τη ζωή στο λιβάδι.
Γνώριζαν πως ήταν αργά και σιωπηλά, πολύ αργά και πολύ σιωπηλά, όπως γνώριζαν και πως αυτή η βραδύτητα και αυτή η σιωπή τα καθιστούσε ευάλωτα, πολύ πιο ευάλωτα από άλλα ζώα που μπορούσαν να κινούνται γρήγορα και να βγάζουν κραυγές συναγερμού. Προκειμένου, όμως, να μην τους προκαλούν φόβο η βραδύτητα και η σιωπή, προτιμούσαν να μην το κουβεντιάζουν, και αποδέχονταν την κατάστασή τους με αργή και σιωπηλή στωικότητα.
«Ο σκίουρος τσιρίζει και σαλτάρει σβέλτα από κλαδί σε κλαδί» συνήθιζαν να μουρμουρίζουν τα πρεσβύτερα σαλιγκάρια, «η καρδερίνα και η κίσσα πετάνε γρήγορα (η μία κελαηδάει κι η άλλη κρώζει), η γάτα και ο σκύλος τρέχουν γρήγορα (η μία νιαουρίζει κι ο άλλος γαβγίζει), αλλά εμείς είμαστε αργά και σιωπηλά. Όμως τι να κάνουμε… έτσι είνΆ η ζωή.»

Να, όμως, που ανάμεσά τους ζούσε ένα σαλιγκάρι το οποίο, ναι μεν είχε αποδεχθεί μια ζωή αργή, πολύ αργή, και μέσα σε ψιθύρους, αλλά διψούσε να μάθει τους λόγους αυτής της βραδύτητας.